H φοβία της θεραπείας

Είχα άγνοια λοιπόν. Και ως ένα βαθμό, φοβία της θεραπείας. Μάλλον είναι ένα στάδιο αυτό: από τη στιγμή που θα σου πρωτοφέρει το σώμα σου την ιδέα, μέχρι να ξεκινήσεις τις συναντήσεις, είναι κι αυτή μια ολόκληρη διαδρομή από μόνη της

Ίσως κάποια μέρα γράψω πιο πολλά σχετικά με αυτό το θέμα, όμως ήθελα να βάλω κάποιες πρώτες σκέψεις στη σειρά σε αυτό σημείωμα, έστω και κάπως βιαστικά. Να το αφήσω εδώ σαν νήμα σκέψης δηλαδή, που ίσως φέρει και άλλες σκέψεις ή συναισθήματα στα σχόλια.

Υπάρχει κάτι, για το οποίο ως τώρα δεν έχει τύχει να διαβάσω πολύ, σίγουρα όμως θα έχουν γραφτεί ωραία πράγματα για αυτό. Θα το ονομάσω για την ώρα, για να συννενοηθούμε, η “φοβία της θεραπείας”.

Long story short: ψυχοθεραπεία ξεκίνησα κάπου το καλοκαίρι του 2016 νομίζω, στα 28 μου δηλαδή, και ολοκληρώσαμε το καλοκαίρι του 2018. Συνήθως αναφέρω ως σημείο κλειδί στη δική μου διαδρομή το εξής: μετά τον πρώτο χρόνο, ένιωθα καλύτερα, λίγο πιο δυνατή, λίγο πιο ευαίσθητη. Ζήτησα λοιπόν από το γιατρό μου να σταματήσουμε. Εκείνος, παρ’ ότι συμφωνούσε ότι είχαν γίνει βήματα ως εκείνη τη στιγμή, μου πρότεινε να συνεχίσουμε. Μου εξήγησε τους λόγους. Και εγώ τον εμπιστεύτηκα. Αυτό βλέπω ως σημείο κλειδί: το ότι τον άκουσα, ότι τον εμπιστεύτηκα. Ότι δεν πήρα μονάχη μου την απόφαση. Αλλά ότι δώσαμε παρέα μια παράταση. Για να φτάσουμε στο σημείο, ένα χρόνο μετά, να νιώσουμε και οι δύο πιο σίγουροι και εκείνος να μου πει “θεραπεύτηκες!”.  Όπως λέγαμε με ένα φίλο μου πρόσφατα, στη θεραπεία μαθαίνουμε να παίζουμε, να συνεργαζόμαστε και να αγαπάμε. Όχι ότι δεν συνεχίζουμε να κάνουμε λάθη, όχι ότι δεν υπάρχουν και μέρες που νιώθουμε πόνο. Έχουμε μειώσει όμως σημαντικά την πιθανότητα να κάνουμε κάτι παραβιαστικό προς κάποιο άλλο άτομο.

Πολλά ίσως θα ήθελα κάποια στιγμή να πω για το πριν, το μετά, τις αλλαγές. Είναι πολλές. Στην περίπτωσή μου, σχεδόν άλλαξε ο τρόπος με τον οποίο μιλάω για το οτιδήποτε στη ζωή μου. Και λυτρώθηκα σε πάρα πολύ μεγάλο βαθμό από αυτό το ρημάδι το άγχος που μου ζούλαγε την καρδιά μου. Όμως σ’αυτό το κείμενο ήθελα να εστιάσω σε κάτι άλλο: στο πριν φτάσω στο να ξεκινήσω θεραπεία.

Όταν ήμουν 23 ή 24 πχ, ούτε που φανταζόμουν ότι χρειάζομαι κάτι τέτοιο. Παρ’ ότι και αυξημένο άγχος είχα, και πολύ συχνά ένιωθα να λυγίζω από ντροπή, και με την αυτοπεποίθηση μου πάλευα σχεδόν καθημερινά. Αυτό που δεν ήξερα ως τα 20 ήταν ότι, σε πολύ μεγάλο βαθμό, αυτά τα πράγματα μπορούν να αλλάξουν. Κανείς δεν μου το είχε πει νομίζω, ούτε μάλλον είχα δει κάποιο άτομο να το πετυχαίνει. Η επαφή μου με το α, μπα φυσικά και έπαιξε το ρόλο της στο να ανοίξουν για μένα πιθανότητες που ως τότε παρέμεναν κλειστές.

Είχα άγνοια λοιπόν. Και ως ένα βαθμό, φοβία της θεραπείας. Μάλλον είναι ένα στάδιο αυτό: από τη στιγμή που θα σου πρωτοφέρει το σώμα σου την ιδέα, μέχρι να ξεκινήσεις τις συναντήσεις, είναι κι αυτή μια ολόκληρη διαδρομή από μόνη της.

Έτυχε, ενάμιση χρόνο πριν ξεκινήσω, να επισκεφτώ για μία φορά το γραφείο ενός θεραπευτή κι αυτό με βοήθησε πολυ: ό,τι ως τότε ήταν μια “ιδέα” (σκοτεινός χώρος, σοβαρή φωνή, και εγω δεν ξέρω τι άλλο παράδειγμα να δώσω από τα αραχνιασμένα “στερεότυπα” που έβγαιναν από το μυαλό μου) ξαφνικά έγινε κάτι πραγματικό: ένα πραγματικό γραφείο, αρκετά φωτεινό, με ευχάριστη θερμοκρασία και ένας άνθρωπος απέναντι μου με γλυκιά φωνή και με την ικανότητα να ακούει και, κάποιες φορές, ακόμη και να βουρκώνει. Τότε νομίζω είπα στον εαυτό μου: “Αν νιώσεις ότι κάτι τέτοιο κάποια στιγμή το χρειαστείς, να το, εδώ είναι, υπάρχει”.

Θυμάμαι επίσης ένα από τα πρώτα πράγματα που του είπα όταν ξεκινήσαμε να βρισκόμαστε επίσημα: “Είναι δική μου ευθύνη να κάνω όλη αυτή τη δουλειά που χρειάζεται. Όμως δεν μπορώ να την κάνω μόνη μου, χρειάζομαι βοήθεια και κάποια κομμάτια της να τα κάνουμε παρέα, γι’ αυτό είμαι εδώ”. Εντάξει  δεν το είπα και τόσο συγκροτημένα τότε  🙂 πάντως αυτό πάνω κάτω εννούσα και επιθυμούσα  🙂 Νομίζω τότε μίλησα ως ο άνθρωπος που ακόμη δεν ήμουν, αλλά που θα ήθελα να γίνω.

Το ζήτημα βέβαια είναι κατά τη γνώμη μου και πολύ πολιτικό. Υπάρχουν λόγοι που ως τα 25 είχα κάτι σαν “φοβία της θεραπείας”. Δεν είμαι μοναδική περίπτωση. Σε μεγάλο βαθμό οι λόγοι είναι συστημικοί. Οι λόγοι έχουν να κάνουν, ανάμεσα στα άλλα, με το σχολείο και το πανεπιστήμιο και την συχνά πλήρη απουσία εκεί ενός λόγου φιλικού προς τη συναισθηματική νοημοσύνη. Και το τραύμα, ναι μεν είναι τις περισσότερες φορές κάτι πολύ προσωπικό, και η ψυχούλα μας το ξέρει πως το βίωσε η καθεμιά στο πετσί της, όμως οι αιτίες που δημιούργουν τραυματικά βιώματα, αλλά και συχνούς επανατραυματισμούς, είναι συνήθως κάπως κοινές: έχουν να κάνουν με την οικονομική ανισότητα, το σεξισμό, την ομοφοβία, το ρατσισμό, την τρανσφοβία, ανάμεσα στα άλλα.

Κάπως συστημική μοιάζει να είναι και η φοβία της θεραπείας. Αφορμή για να γράψω αυτό το κείμενο ήταν ένα απόσπασμα που είδα στο youtube από μεσημεριανή τηλεοπτική εκπομπή. Ο παρουσιαστής ρώτησε πολύ δημοφιλή εδώ και δύο δεκαετίες ποπ τραγουδιστή αν έχει “φοβίες”. Εκείνος απάντησε, ε φυσικά, ναι, έχω κάποιες φοβίες, αλλά αυτά δεν είναι για να τα σκαλίξεις πολύ, θα πάθεις υπαρξιακό κλονισμό. Ε εγώ ακούγοντας τον είχα την ανάγκη να υψώσω και τη δική μου φωνή και να του πω “να πάθεις”. Όχι γιατί μου πέφτει λόγος στο πότε και αν θα κάνει ο ίδιος θεραπεία, ή στο ρυθμό που χρειάζεται για να κάνει τις μεταβάσεις του, που για κάθε άτομο είναι πολύ προσωπικός και απόλυτα σεβαστός. Αλλά επειδή λέγοντας τη γνώμη του δημοσίως σε μια casual συζήτηση, κάνει, θέλοντας και μη, πολιτική, και η πολιτική που δεν πιστεύει ότι ο κόσμος μας μπορεί (και μέσω της προσωπικής θεραπείας- και του θετικού αντίκτυπου που μπορεί να έχει αυτό σε άλλα άτομα γύρω μας) να γίνει καλύτερος, είναι μια πολιτική που δεν μου ταιριάζει.

Είναι συχνές νομίζω αυτές οι θέσεις: πρόσφατα διάβασα μια παλιότερη συνέντευξη από ένα πρόσωπο που διευθύνει μεγάλο καλλιτεχνικό θεσμό, και έλεγε κάτι σαν “μα καλά εγώ έχω τους φίλους μου, θα πάω να αρχίσω να λέω τα προβλήματά μου σε κάποιον άγνωστο;”. Ξέρω πως αυτή η θέση πριν κάποια χρόνια θα ακουγόταν στα αυτιά μου πολύ πειστική. Σήμερα μου φαίνεται επικίνδυνα “θεραπειοφοβική”.  Την χαρακτηρίζω επικίνδυνη κυρίως επειδή έρχεται από ανθρώπους με κάποια ισχύ και επιδραστικότητα. Την πολεμώ, ειδικά όταν έρχεται από ανθρώπους με πολλά “προνόμια”. Που η συμπεριφορά τους επηρεάζει πολλούς άλλους ανθρώπους.

Υψώνονται όμως όλο και συχνότερα φωνές που μιλούν αλλιώτικα- που φωτίζουν τη σημασία της θεραπείας. Και μιλούν πιο αναλυτικά για το πώς ήταν πριν και που οδηγήθηκαν μετά. Και έτσι μαθαίνουμε και εμείς από αυτούς. Ε εγώ είμαι σ’ αυτό με την Έλενα Ακρίτα που νομίζω λέει: “παιδιά μη τα λέτε μονάχα στους φίλους σας! Δε βοηθάτε κανέναν έτσι- ούτε εσάς ούτε αυτούς”.

in

Αξιολογήστε το άρθρο

47 points
Upvote Downvote