Λάουρα

(Δεν)    Ήταν ένα Σάββατο του Ιουλίου, μπορεί και του Αυγούστου

(δεν)    είχαμε βάλει το ξυπνητήρι να χτυπήσει στις 11 όμως

(δεν)    ξύπνησα από ένταση και ανυπομονησία στις 7μιση,

(δεν)    σε χάζεψα λίγο έτσι όπως κοιμόσουν με τον καρπό διπλωμένο πάνω στο                        στήθος σου και

(δεν)    ξεκίνησα να μουρμουράω σπαστικά τραγουδάκια και να σε τσιμπάω απαλά                 για να ξυπνήσεις,

να μου μιλήσεις

και να σου πω κάνοντας την ανήξερη, τι θέλεις, άσε με, κοιμάμαι, αμάν πια

(Δεν)    Σε παρακάλεσα με μωρουδίστικη φωνή να σηκωθείς επιτέλους γιατί                                το ξέρεις πως βαριέμαι ξύπνια μόνη μου και

(δεν)    μου μουρμούρισες να κοίτα σηκώνομαι τώρα, για να γυρίσεις απλώς από                      την άλλη,

(δεν)    σ’ αγκάλιασα λίγο γιατί το σώμα σου μ’ αγαπούσε πάντα πολύ και

(δεν)    πετάχτηκα απ’ το κρεβάτι κάνοντας την εκνευρισμένη

για να  φτιάξω καφέ και να πλύνω ροδάκινα  για το δρόμο

(δεν)    σκόνταψα κατά λάθος πάνω στο μπάκπακ σου

-το δικό σου έτοιμο , το δικό μου μισοτελειωμένο

(Δεν)     Ήρθες παραπατώντας από πίσω μου μετά από δυο λεπτά για να

σταθείς με διάθεση αγουροξυπνημένου γατιού πάνω απ’ το κεφάλι μου και                  να μου κάνεις-

Ξέρεις τι;

Δεν έχω το κουράγιο να το στιλιζάρω

Όχι αυτή τη φορά

Το λένε και  εγκαταλείπω την ποίηση

Δεν μπορώ να περιγράψω το ταξίδι που δεν

πήγαμε

Δεν ξέρω πως θα ήταν αυτή η εκδρομή

Μπορεί να ήξερα κάποτε, όχι πια·

ίσως όχι από πάντα, δηλαδή όχι ποτέ

Κυρίως δεν

αντέχω να το βάλω σε λόγια γιατί

με κάνει να θυμάμαι

θυμάμαι την κοινή μας ζωή

θυμάμαι πόσο σ’ αγαπούσα

κι αυτή η ανάμνηση με παραλύει επειδή

μου στέρησες κάθε χαρά της αγάπης αυτής

Κι όσο μοιράζεσαι  ότι στερήθηκα με την Γλυκιά Γλυκένια

άλλο τόσο ετσι-ειμαι-εγώ προηγήθηκε, και δεν-εχει-να-κανει-με-σένα

που έγινε μετά ακόμα τόσο εσύ-φταις.

Θυμάμαι πόσο λυπόμουν και  λυπάμαι

Πόσο λυπάμαι! Τόσο που γίνεται οργή

Ήμουν λίγο πιο λίγο από μικρή,

πρώτη, ερωτευμένη, αθώα

γυαλιστερή κι όμως τσαλακωμένη, ήδη

είχα  περάσει τον αιώνα με τα απογευματινά δάκρυα, κιόλας

είχα κάνει την πρώτη μεσημεριανή απόπειρα, νόμιζα

ότι μπορούσαμε μαζί, αφού κι εσύ…·

όμως δεν

Δεν με πόνεσες ποτέ, έτσι δεν είναι;

Ακόμα κι όταν ένας εκείνος με έριξε κάτω

Ακόμα κι όταν κάποιος αυτός με χτύπησε

δεν

εξεπλάγης ποτέ

Παρέμεινες στωικός, πάντα

πάντα ψυχρός

πάντα ενδιαφερόμενος με τρόπο οριακό

πάντα προσφέροντας το ανθρωπίνως ελάχιστο στο σοκ-

μια αγκαλιά όχι αρκετά σφιχτή και μια ακρόαση αμέτοχη

Μπορεί και να χαιρόσουν ή

μπορεί και να μην ήταν αρκετό·

μπορεί να έπρεπε να πεθάνω για να λυπηθείς

ίσως και για να μπω στο πάνθεον

-παλιά σου νεκρά κι αγαπημένα ή κάπου χαμένα, κορίτσια-

το προσωπικό σου μακάβριο φωτοστέφανο

και πόσο, πόσο κρίμα

Μπορεί και να ήσουν άτυχος

Μπορεί και να γίνομαι άδικη

Το ξέρω πως είμαι, παράτα με πια!

Δυο χρόνια μετά

μπορεί να ’μαι άκαιρη

μπορεί

μόνο να ΄χες σε υπόληψη τη δική σου πληγή

(κακοφόρμισε)

γι’ αυτό  τίποτα να μη σ’ ακουμπά

Και, θεέ μου,  μηντοπαιρνειςπροσωπικά

Όπως και να ‘χει δεν κάνουν έτσι οι φίλοι

Να το ξέρεις

Όχι από ζήλια, από ξάστερη κακία

σου εύχομαι κάθε δυστυχία

το θέλω μ’ όλη μου την καρδιά

κι ολόκληρη πονάει σπαρακτικά

Έτσι ξέρω ότι είναι αλήθεια

Ελπίζω κι η μαμά σου να ξέρει

πού έχεις βρεθεί,

τι έχεις δει·

θα ήταν περήφανη

(και δεν θα μάθει ποτέ πόσο πόνεσα)

in ,

Αξιολογήστε το άρθρο

3 points
Upvote Downvote

1
ΣΧΟΛΙΑΣΤΕ

Παρακαλούμε Συνδεθείτε για να σχολιάσετε
1 Θέματα σχολίων
0 Απαντήσεις θεμάτων
0 Ακόλουθοι
 
Με τις περισσότερες αντιδράσεις
Δημοφιλέστερο θέμα σχολίου
1 Συντάκτες σχολίων
Xrist Πρόσφατοι συντάκτες σχολίων
  Εγγραφείτε  
νεότερα παλαιότερα δημοφιλέστερα
Ειδοποίηση για
Xrist
Μέλος
Χρόνια συμμετοχής
Συμμετέχων

Υπέροχο, ένιωσα έντονα διαβάζοντας το.