Το βιβλίο που διαβάζουμε στο Ampa Book Club για το μήνα Απρίλιο είναι το γνωστό κι αγαπημένο Τα Ψάθινα Καπέλα της Μαργαρίτας Λυμπεράκη, μητέρας της επίσης συγγραφέως Μαργαρίτας Καραπάνου. Το βιβλίο κυκλοφορεί και στο εξωτερικό στα αγγλικά, για όσες ακολουθούν το Ampa Book Club από κει, όπως μας έγραψαν στο κοντινό παρελθόν, ως Three Summers (εκδόσεις New York Review of Books Classics).
H υπόθεση:
Τρεις αδελφές, η Κατερίνα, η Ινφάντα και η Μαρία, παραθερίζουν με την οικογένειά τους στην Κηφισιά. Η Κατερίνα, η μικρότερη, αφηγείται την πορεία τους προς την ενηλικίωση. Το βιβλίο καθώς και το πρώτο από τα τρία καλοκαίρια ξεκινούν όταν η Μαρία είναι είκοσι ετών, η Ινφάντα δεκαοχτώ και η Κατερίνα δεκαέξι. Τρία καλοκαίρια που τα κορίτσια τα βιώνουν διαφορετικά η καθεμιά τους.
ΕΔΩ το πρώτο μέρος της συζήτησής μας. Συνεχίζουμε με το 2ο μετά το σύνδεσμο.
Κάθε διαδοχικό καλοκαίρι πιάνει κι ένα νήμα αφήγησης που αφορά μια από τις τρεις αδερφές, όλα ενωμένα από την διήγηση και την ματιά της Κατερίνας, της μικρότερης και πλέον φιλοπερίεργης.
Ο χαρακτήρας της Μαρίας κυριαρχεί το πρώτο καλοκαίρι, πράγμα λογικό δεδομένου ότι είναι η μεγαλύτερη. Την Μαρία πολιορκεί ο Μάριος, ο γιός του γιατρού και της κυρίας Παρηγόρη που με τη σειρά της θα απασχολήσει μεγάλο μέρος του μυθιστορήματος, αλλά που η γνωριμία μας μαζί της γίνεται το πρώτο καλοκαίρι Ήδη απ’αυτό διαφαίνεται η τάση της να μοιάζει κάπως σαν μια πιο σύγχρονη Μαντάμ Μποβαρύ. Η μεγαλύτερη όμως αδερφή είναι πρακτική, αισθησιακή, γεμάτη κατανόηση για τη φύση και τ’ανθρώπινα. Αμέσως διακρίνει ότι η μέλλουσα πεθερά της είναι μια ονειροπαρμένη μεγαλοαστή.
Στο πάρτυ των Παρηγόρη η Λυμπεράκη μας δίνει την εμβληματική φράση “Η Ινφάντα δεν αφήνεται στην αγκαλιά του καβαλιέρου της κι η Μαρία αφήνεται πολύ”. Τοποθετώντας την διάκρισή τους στην ερωτική απόκριση δίνει το στίγμα της διήγησης για όσα θα επακολουθήσουν και ταυτόχρονα τις εκατέρωθεν αγκυλώσεις τους. Η Μαρία είναι απόλυτα δεμένη με τη γη, όπως φάνηκε ήδη από την πρώτη παράγραφο της εισαγωγής ενώ η Ινφάντα είναι “μόνο πνεύμα” όπως την χαρακτηρίζουν κατόπιν.
Η αφήγηση της Κατερίνας μας βάζει έξοχα στο κλίμα, όσο και στη σύγκριση:
“Πώς μπορεί να είναι τόσο φυσική η Μαρία; Το φόρεμά της που έχει το χρώμα της καρδιάς του καρπουζιού δεν ντύνει το κορμί της. Αλλά γι’αυτό δεν φταίει η Μαρία, ό,τι κι αν βάλει δεν είναι ντυμένη.
Η Ινφάντα είναι ένας άγγελος. Η Ινφάντα φορεί άσπρα. Γιατί είσαι τόσο συγκρατημένη Ινφάντα, γιατί δεν αφήνεσαι στο χορό, στη βραδιά που έρχεται; Τ’αγόρια υποκλίνονται μπροστά της κι αυτή στριφογυρίζει μαζί τους, αλύγιστη.
-Οι πολύ όμορφες είναι πάντα κρύες, ψιθυρίζει ο Αιμίλιος στο Μάριο κι εκείνος γυρίζει προς το μέρος της και την κοιτάζεςι για να μαντέψει.”
Μέσα στην ερωτική αφύπνιση των ηρωϊδων η Λυμπεράκη μας βάζει στην στερεοτυπία και τις νοοτροπίες που διαφεντεύουν την γυναικεία συμπεριφορά μέσα στους αιώνες. Η ερωτική επιθυμία της Μαρίας, διάχυτη, ελεύθερη, καθώς φιλιέται με τους φίλους της ερωτικά, τσιγκλίζει τον ερωτευμένο Μάριο που σχεδόν εξομολογείται τον έρωτά του γι’αυτήν στην Κατερίνα. Εκείνη για να τον παρηγορήσει αφήνεται να πει “την μισώ” για την μεγάλη αδερφή της, εξηγώντας κατόπιν αμήχανα ότι το λέει επειδή βλέπει το Μάριο να υποφέρει.
Το ζήτημα αυτό είναι κομβικό στην πλοκή. Όταν η Μαρία θα σταλεί να ζητήσει στον τσιφλικά της περιοχής να τους δανείσουν τον τράγο τους για να ζευγαρώσει η δική τους οικογενειακή κατσίκα στο κτήμα, η Λυμπεράκη θα μας επιφυλάξει μια πανέμορφη ερωτική σκηνή με το γιό-βοσκό στο τσαντίρι των ζώων, έξω στη φύση, ενώ ο ήλιος ζεσταίνει την καλύβα κι η Μαρία γίνεται θύμα μια τροφαντής μέλισσας. Είναι εξαιρετικά δύσκολο να περιγράψεις πετυχημένα μια ερωτική περίπτυξη συγγραφικά, είναι τόσο εύκολο να παρασυρθεί να γίνει μελό ή αντίθετα ανερμάτιστο, τελείως άνοστο ή παντελώς συνηθισμένο το κείμενο, κι εδώ η Λυμπεράκη παραδίδει ένα μίνι σεμινάριο καλής γραφής και ψυχολογικής ζωγραφικής της γυναικείας ψυχοσύνθεσης. (σελ.62-69 στην έκδοση του Κέδρου)
Το επεισόδιο αυτό θα επανακάμψει όταν ο Μάριος θα την ζητήσει ένα κατοπινό βράδυ με βροχή σε γάμο. Εκείνη θα του πει κοφτά “Ξέρεις, δεν είμαι παρθένα“. Κι εκείνος, μετά το χλώμιασμα, της απαντά μετά από λίγο “Σε αγαπώ, Μαρία.”
Ωστόσο η συγγραφέας περιγράφει στο πέρας της αφήγησης με ωριμότητα και διεισδυτικότητα πώς η Μαρία η ελεύθερη με το γάμο σκλαβώνεται, βαραίνει με τις εγκυμοσύνες ψυχικά, με τη φροντίδα του παιδιού, του νοικοκυριού, πώς η μοίρα αυτή που η ίδια αναζήτησε είναι μια παγίδα για την θηλυκότητά της. Τα περιγράφει σαν μια γυναίκα που συνειδητοποιεί πλήρως την αντίθεση μεταξύ της εσωτερικής φωνής του ενστίκτου της αναπαραγωγής και της γονεϊκότητας και της ανεξάρτητης φύσης που φωλιάζει μέσα σε κάθε άνθρωπο. Είναι μια σκλαβιά.
Ο Μάριος σαν να την εκδικείται για το παρελθόν της, αν κι όχι στ’αλήθεια, όταν πια τελειόφοιτος γιατρός θα φεύγει με τον πατέρα του να πάνε στο νοσοκομείο να δουλέψουν μαζί. Εκείνη θα μένει πίσω, στο σπίτι. Θα αναρωτιέται για τις όμορφες βοηθούς που συναντούν τον άντρα της, θα κάνει όλες αυτές τις σκέψεις που είναι τόσο έξω από την φύση της, που όμως θα της υπενθυμίζει η στερεοτυπική της θέση, το πατριαρχικό μοντέλο της εποχής.
Κι αυτή η αίσθηση γίνεται πιο έντονη όταν συγκρίνεται με την αποκομμένη Ινφάντα με τους ψυχρούς τρόπους απέναντι στους άντρες και την εξερευνήτρια των ανθρώπινων συναισθημάτων Κατερίνα. Και βέβαια ας μην ξεχάσουμε την κυρία Παρηγόρη, μια ελληνίδα Έμμα Μποβαρύ, σχεδιασμένη στην πιο λεπταίσθητη λεπτομέρεια. Αλλά με πολύ καλύτερο τέλος…
Ως τότε, καλή ανάγνωση!
Σας περιμένω και στην επόμενη ανάρτηση στο Ampa Book Club.
[Για περισσότερα βιβλία και προηγούμενες συζητήσεις του ampa book club πατήστε το σύνδεσμο ΕΔΩ]
Ακολουθήστε την Α,ΜΠΑ; στο Google News

Παρουσιάζει τόσο όμορφα το πιο φυσιολογικό πράγμα του κόσμου, εννοώ τη συνεύρεση της Μαρίας με το βοσκό, ενώ κάποιος άλλος θα μπορούσε να το περιγράψει ως κάτι χυδαίο. Καλά το λέμε ότι υπάρχει στροφή στο συντηρητισμό στην εποχή μας…