More stories

  • Η κούρσα (μέρος 9ο)

    Δυο μέρες πέρασαν κι εκείνος δεν έστειλε ούτε ένα μήνυμα. Του έστειλε η Εύα την επόμενη. Ένα διερευνητικό, δειλό «Τι κάνεις;» γεμάτο με όλη την αγωνία του κόσμου. Όμως απόκριση καμία. Ούτε εκείνο το βράδυ ούτε και το επόμενο. Μην τον είδατε τον Παναή. Έπεσε ο ουρανός και την πλάκωσε. Αυτό ήταν, ένα μόνο πήδημα, τα χειρότερα σενάρια άρχισαν να παίρνουν σάρκα και οστά. Το μυαλό της έτρεξε και πάλι να δώσει τις προφανείς εξηγήσεις ΠΕΡΙΣΣΟΤΕΡΑ

  • Η κούρσα (μέρος 8ο)

    Όταν έβαλε το κλειδί στην πόρτα του σπιτιού, όλα γκρεμίστηκαν. Ευτυχώς το σαλόνι ήταν σκοτεινό, ο Βασίλης είχε πέσει για ύπνο. Η Εύα δεν άντεχε να τον αντικρίσει. Για να μη χαθεί η μαγεία, και γιατί πέθαινε από ντροπή. Το στομάχι της είχε δεθεί κόμπος, το σκοτάδι του σπιτιού τη βομβάρδισε με τύψεις, τρελές τύψεις. Η Εύα μπήκε κατευθείαν για ντους. Βγήκε πατώντας στα δάχτυλα των ποδιών της και πήγε στο σαλόνι καρφί – δεν είχε μούτρα να μπει στο παιδικό δωμάτιο να τσεκάρει τη μικρή ΠΕΡΙΣΣΟΤΕΡΑ

  • Η κούρσα (μέρος 7ο)

    Δεν πέρασαν δυο λεπτά κι ο Παντελής το πήρε απόφαση. Έσκυψε και την αγκάλιασε, το κεφάλι του βυθίστηκε στο λαιμό της. Έμεινε για μερικές στιγμές σιωπηλός και ακίνητος, να σιγουρευτεί ότι πήρε το πράσινο φως. Μετά ανασηκώθηκε και της όρμηξε. Είχε γίνει άλλος άνθρωπος, το πρόσωπό του είχε μεταμορφωθεί από τον πόθο. «Τι καύλα είσαι συ, ρε μωρό», ο λαϊκός άντρας είχε πάρει το πάνω χέρι ΠΕΡΙΣΣΟΤΕΡΑ

  • Η κούρσα (μέρος 6ο)

    Έφτασε έξω από το σπίτι του. Ήταν μια παλιά πολυκατοικία του εβδομήντα. Η Εύα πάρκαρε λίγο πιο κάτω. Πήρε την τσάντα της, τη σακούλα με τα φρούτα και βγήκε από το αυτοκίνητο. Η καρδιά της χτυπούσε δυνατά. Μην κωλώσεις, είπε στον εαυτό της. Ζήσε το, τώρα που γυρίζει. Έφτασε στην εξώπορτα και πάτησε το κουδούνι με το όνομά του. Ακούστηκε ο ηλεκτρικός βόμβος του ξεκλειδώματος, η Εύα έσπρωξε την πόρτα και κατευθύνθηκε στο ασανσέρ. Μπήκε στον παλιό θάλαμο και πάτησε το κουμπί ΠΕΡΙΣΣΟΤΕΡΑ

  • Η κούρσα (μέρος 5ο)

    Τα μηνύματα συνεχίστηκαν τις επόμενες ημέρες. Επίμονα, ερωτικά, όλο και πιο τολμηρά. Όταν χόρτασαν να φτιάχνονται με τα λόγια, ήρθε η ώρα να τα κάνουν πράξη. Ο Παντελής την κάλεσε στο σπίτι του – δεν ήταν και για να πάρουν μαζί τους δρόμους. Η Εύα δεν το σκέφτηκε στιγμή, από το λίγωμα της είχαν κοπεί τα πόδια. Το ραντεβού κανονίστηκε για την Τετάρτη. Η Εύα νόμιζε ότι θα σκάσει από επιθυμία, αναστάτωση, μα κι από φόβο ΠΕΡΙΣΣΟΤΕΡΑ

  • Η κούρσα (μέρος 4ο)

    Δεν χρειάστηκε να περιμένει για πολύ. Ήταν ξαπλωμένη στο κρεββάτι, όταν, το ίδιο βράδυ, κουδούνισε το κινητό της. Το πήρε στα χέρια της χαλαρή, για να διαβάσει στην οθόνη: «Καλησπέρα… Ενοχλώ;». Χτυποκάρδι στη στιγμή, κι ένα φούντωμα στο κορμί της απ’ άκρη σ’ άκρη. Άφησε το κινητό στο κομοδίνο να ηρεμήσει, για να του απαντήσει μετά από λίγο ΠΕΡΙΣΣΟΤΕΡΑ

  • Η κούρσα (μέρος 2ο)

    Φαινόταν ότι θα έκανε ζέστη από νωρίς, η Εύα ένιωσε τις μασχάλες της να μουσκεύουν. Αυτό της έλειπε, να σκάσει στο μίτινγκ ιδρωμένη. Θα έπρεπε να πετύχει ταξί με κλιματισμό, κάτι αμφίβολο τώρα με την κρίση. Ήταν που ήταν τσιτωμένη με τον Πρόεδρο, η Εύα ένοιωσε το άγχος της να μεγαλώνει. Έστριψε στη γωνία και είδε την πιάτσα από μακριά. Από ταξί άλλο τίποτα – πάλι καλά. Άνοιξε το βήμα της και σε δυο λεπτά ήταν εκεί. Ένας τριχωτός, χοντρός άντρας άνοιγε την πόρτα του πρώτου ταξί, η Εύα προχώρησε στο δεύτερο ΠΕΡΙΣΣΟΤΕΡΑ