Η κούρσα (μέρος 2ο)

Μια ιστορία σε συνέχειες…

Φαινόταν ότι θα έκανε ζέστη από νωρίς, η Εύα ένιωσε τις μασχάλες της να μουσκεύουν. Αυτό της έλειπε, να σκάσει στο μίτινγκ ιδρωμένη. Θα έπρεπε να πετύχει ταξί με κλιματισμό, κάτι αμφίβολο τώρα με την κρίση. Ήταν που ήταν τσιτωμένη με τον Πρόεδρο, η Εύα ένοιωσε το άγχος της να μεγαλώνει. Έστριψε στη γωνία και είδε την πιάτσα από μακριά. Από ταξί άλλο τίποτα – πάλι καλά. Άνοιξε το βήμα της και σε δυο λεπτά ήταν εκεί. Ένας τριχωτός, χοντρός άντρας άνοιγε την πόρτα του πρώτου ταξί, η Εύα προχώρησε στο δεύτερο. Μπήκε μέσα κι ένα ευχάριστο κύμα δροσιάς την υποδέχθηκε. «Κηφισίας 385, στο Μαρούσι», είπε τον προορισμό και βούλιαξε στο πίσω κάθισμα. Χαλάρωσε για μια στιγμή θα έφτανε στο γραφείο στην ώρα της, δροσερή και ατσαλάκωτη. Όμως την επόμενη σκέφτηκε την εισήγησή της και το άγχος επέστρεψε δριμύτερο.

«Από νωρίς έπιασε σήμερα η ζέστη». H φωνή σκόρπισε τις σκέψεις της μακριά, σαν πιστολιά στις μπεκάτσες.

«Ναι», απάντησε η Εύα κοφτά, ελπίζοντας να μην υπάρξει συνέχεια.

«Έβαλα πρωί πρωί τον ανεμιστήρα στο σπίτι που ντυνόμουν», η φωνή συνέχισε ακάθεκτη.

Στα παπάρια μας, ρε φίλε, είπε η Εύα από μέσα της. Προσπαθούσε να φρεσκάρει το σημείο με τα διαφημιστικά κόστη, αλλά μπερδευόταν με τις ισοτιμίες.

«Γι’ αυτό έβαλα τον κλιματισμό. Κανονικά τον ανάβω μετά τις 11, μην περνάω όλη τη μέρα στο ψυγείο, όμως σήμερα δεν παλεύεται η φάση».

«Κι εγώ έκανα δυο βήματα μέχρι την πλατεία κι άρχισα να ζεσταίνομαι», άκουσε τη φωνή της να ανταποκρίνεται στην ψιλοκουβέντα σαν από μόνη της και το να σε προδίδει η ίδια σου η φωνή δεν μπορεί να σημαίνει παρά μόνο μπελάδες. Αυτό της έλειπε τώρα, να του δώσει θάρρος και να μην σταματήσει την πάρλα. Μερικοί ταξιτζήδες δεν έβαζαν γλώσσα μέσα τους. «Πώς την παλεύουν να μπουρδολογούν όλη μέρα ακατάσχετα;» αναρωτήθηκε.

«Μέχρι τώρα καλά τη βγάλαμε, όμως αρχίζουν να σφίγγουν οι ζέστες», ο ταξιτζής συνέχισε τα κλισέ. Αυτή τη φορά η Εύα έμεινε σιωπηλή, αλλά εκείνος δεν πτοήθηκε.

«Στη δουλειά πας;» η ρώτησε.

Να τος κι ο ενικός, σκέφτηκε. Η φωνή του ήταν νεανική η Εύα τού έριξε μια γρήγορη ματιά, δεν πρέπει να ήταν πάνω από τριάντα.

«Ναι, στη δουλειά», του απάντησε με το ζόρι.

«Σε καμία πολυεθνική; Μεγαλοστέλεχος είσαι;»

Καλημέρα λαϊκισμέ. Σε λίγο θα πετάξει και κανέναν τίτλο από το Χωνί, τον έκραξε από μέσα της. Οι σκέψεις για την παρουσίαση της κουνούσαν το μαντήλι.

«Δουλεύω σε μια εταιρία τηλεπικοινωνιών, είμαι Διευθύντρια Επικοινωνίας και Μάρκετινγκ». Η θέση της ακούστηκε πράγματι ψαρωτική.

«Και πώς τα βλέπεις τα πράγματα, θα την παλέψουμε;»

«Για ποιο πράγμα;» η Εύα δεν κατάλαβε τι εννοούσε.

«Για τη χώρα λέω, θα σωθούμε ή πάμε για φούντο;»

Κανονικά μια τέτοια υπεραπλουστευτική μπούρδα θα της χτυπούσε στα νεύρα, όμως η Εύα ένιωσε να τη γαργαλά μια σπίθα διασκέδασης από το πουθενά. Η ματιά της σκάλωσε στο προφίλ του. Δεν μπορούσε να τον δει καλά από το πίσω κάθισμα, όμως αυτό το λίγο που έβλεπε ήταν όμορφο.

«Για φούντο ελπίζω πως όχι, όμως είμαστε στην κόψη του ξυραφιού», η Εύα μπήκε στο παιχνίδι.

«Για να το λες κι εσύ που είσαι μέσα στα πράγματα, θα είμαστε ζόρικα». H αφέλειά του αντί να την ξενερώσει, της προκαλούσε ένα αναπάντεχο, καλοδεχούμενο ξεσήκωμα.

«Εντάξει, μην τα βάφεις και μαύρα. Νέος είσαι, το μέλλον είναι μπροστά σου», η φωνή της χρωματίστηκε από έναν τόνο ελαφράδας.

«Ε, δεν είμαι και πιτσιρίκι, έκλεισα φέτος τα τριάντα τέσσερα. Εσύ πόσων χρονών είσαι;». Η Εύα είχε πάρει τη χαριτωμένη αδιακρισία του απόφαση, έτσι την είχε κιόλας βαφτίσει.

«Σαράντα τριών».

«Φαίνεσαι μικρότερη», της απάντησε κοιτώντας την από τον καθρέφτη, και της έφτιαξε τη μέρα. «Παντρεμένη;» συνέχισε.

«Ναι, το κάναμε κι αυτό». Η αναγκαστική αναφορά στον γάμο της ξεφούσκωσε το σκέρτσο της όπως η πρόκα τη σαμπρέλα.

«Παιδάκια έχεις;»

«Μια κόρη, oκτώ χρονών».

«Να σου ζήσει. Κι εγώ ήθελα να κάνω οικογένεια, αλλά τζίφος».

«Σιγά καλέ, τι τζίφος. Είσαι πολύ μικρός ακόμα», το νάζι επέστρεψε σα να μην είχε φύγει στιγμή.

Με το μπλα μπλα η Εύα ούτε που το κατάλαβε πότε έφτασαν κάτω από την εταιρία.

«Κράτησε σε παρακαλώ», είπε δίνοντάς του τα χρήματα.

«Παντελής», της συστήθηκε παίρνοντάς τα.

«Χαίρω πολύ, Εύα», του απάντησε τσαχπίνικα το τέλος της κούρσας την βρήκε να χαριεντίζεται σα δεκαπεντάχρονη.

Ο Παντελής τής έδωσε τα ρέστα. Μαζί με τα κέρματα της πάσαρε και την κάρτα του. Η Εύα την έβαλε στο πορτοφόλι μαζί με τα λεφτά, κάνοντας το σκίρτημά της γαργάρα.

Το μίτινγκ είχε ξεχαστεί, το άγχος είχε κάνει φτερά. Η συζήτηση –ένα μάτσο τσιτάτα– είχε ζωντανέψει από την άνεση του ταξιτζή να μιλάει χωρίς να καταλαβαίνει, ούτε και να τον νοιάζει το πόσο τετριμμένα κι ανούσια ήταν αυτά που έλεγε. Οι φράσεις ήταν το μέσο, το ζουμί ήταν η όρεξή του για επικοινωνία, η οικειότητα που μετέδιδε αβίαστα. Η Εύα τα ρουφούσε διψασμένη, όπως το νερό η ξεραμένη γλάστρα. Πόσο καιρό είχα να νιώσω αυτή τη χαλαρότητα; θα αναλογιζόταν αργότερα μέσα στην ημέρα, αποδίδοντας την ευδιαθεσία της στη θετική ενέργεια που της μετέδωσε ο ταξιτζής. Θα περνούσε πρώτα λίγος καιρός για να καταλάβει ότι η ευχάριστη αίσθηση που την κατέκλυσε δεν οφειλόταν στην ανάλαφρη κουβεντούλα και τις επικοινωνιακές του δεξιότητες, αλλά σε κάτι αρχέγονο και ζωώδες, τόσο παλιό όσο η γη που γυρίζει.

 

Μέρος 3ο:

Η κούρσα (μέρος 3ο)

Ακολουθήστε την Α,ΜΠΑ; στο Google News

in

Αξιολογήστε το άρθρο

24 points
Upvote Downvote

2
ΣΧΟΛΙΑΣΤΕ

Παρακαλούμε Συνδεθείτε για να σχολιάσετε
1 Θέματα σχολίων
1 Απαντήσεις θεμάτων
0 Ακόλουθοι
 
Με τις περισσότερες αντιδράσεις
Δημοφιλέστερο θέμα σχολίου
2 Συντάκτες σχολίων
no_rootsDana_Karadana Πρόσφατοι συντάκτες σχολίων
  Εγγραφείτε  
νεότερα παλαιότερα δημοφιλέστερα
Ειδοποίηση για
Dana_Karadana
Μέλος
Χρόνια συμμετοχής
Συμμετέχων

το μέρος 1 που είναι? και γιατί όταν πατάω από κάτω στο μέρος 1 δεν μου το ανοιγει?

no_roots
Μέλος
Up/Down Voter
Εθισμένος στα Lenoji
Δημιουργός Κειμένων
Χρόνια συμμετοχής
Θρύλος