Δεν χρειάζεται να είναι έρωτας

Μια καλοκαιρινή ιστορία μες στο καταχείμωνο

Καθισμένη απόγευμα στο πεζούλι έξω από το Φαρ Άουτ, το λίγο ίου τουριστομπιτσόμπαρο της Ίου, περιμένω για τη Χώρα το λεωφορείο. Είναι εκείνη η ώρα η μαγική που όλα μελώνουν στο φως, και λάμπουν χρυσοροδακινί. Εγώ πασχίζω να γράψω ποστ για την περασμένη βραδιά από το κινητό, πράγμα διόλου απλό, αλλά δεν το βάζω κάτω, προσπαθώ. Από τη σκιά που πέφτει πάνω μου ξαφνικά, καταλαβαίνω ότι κάποιος έχει πλησιάσει κοντά. Μου μιλάει. Σε καλά αγγλικά, ρωτάει αν περιμένω το λεωφορείο.

Σηκώνω βλέμμα, ευχάριστο τοπίο. Αλλά με την πρώτη ματιά, δεν προσέχεις και πολλά. Ένα συνολικό περίγραμμα, ψηλός αλλά όχι τρομερά ψηλός, καστανός, ανεπαίσθητα ξενικός, κάπως καθώς πρέπει, χαμογελαστά σοβαρός. Λέω ναι, περιμένω το λεωφορείο, ρωτάει αν έχει ωράριο δρομολογίων, λέω όχι αλλά έρχονται συχνά. Δηλαδή ας πούμε σε δέκα λεπτά; Ναι, λέω, τόσο συχνά. Παράξενο, δεν είναι Άγγλος ή Αυστραλός αλλά μιλάει κανονικά αγγλικά, σωστά, χωρίς διακριτή προφορά από πουθενά.

Βυθίζομαι ξανά στο ποστ, έχω χαθεί στις ρίμες και δεν βγαίνει ο ρυθμός. Με ρωτάει από πού είμαι, λέω Ελληνίδα, εκείνος Ισπανός. Τον λένε Χιούγκο. Μου γνωρίζει και το φίλο, Ισπανός κι αυτός μα με ακόμα πιο αγγλική προφορά, δεν ξέρω πώς γίνεται αλλά το να μιλάς χωρίς επιπλέον επικοινωνιακό κενό, απ’ αυτό της απλής υπαρξιακής ασυνεννοησίας και άρα μοναξιάς, είναι ανακουφιστικό.

Ο Χιούγκο ζει στο Άμστερνταμ, ο φίλος στο Λονδίνο, η Ευρώπη είναι ένα χωριό. Ανήκουν στο brain drain το ισπανικό, δεν είμαστε μόνο εμείς οι άτυχοι που τους χάνουμε με αποδεκατιστικό ρυθμό, κι εκείνοι έχουν κρίση και χάνουν τα καλύτερα παιδιά τους, είναι βαθύς ο στεναγμός.

Έρχεται το λεωφορείο, τελικά είναι μάλλον τέσσερις φίλοι αλλά οι άλλοι δύο παρασκηνιακοί, απλά παρακολουθούν τη σκηνή. Κάθεται με το φίλο στις δυο θέσεις δεξιά, κάθομαι μόνη μου στα αριστερά. Ξανά στο ποστ, προσπαθώ να το δουλέψω αλλά δεν βγαίνει φως, γιατί όποτε κάνω να χαμηλώσω το βλέμμα για να γράψω ξανά, ξανακάνει ερώτηση και ξανα-απαντάω ευγενικά. Οι γύρω-γύρω μάς ακούν με ενδιαφέρον και μειδιάματα κρυφά, γιατί μιλάμε κάπως δυνατά, όχι μόνο γιατί είμαι κουφή, αλλά γιατί όταν πρωτομιλάς με κάποιον γενικά, είναι λίγο σαν να παίζεις θέατρο, τα λες όλα τονισμένα και παραστατικά.

Εν τω μεταξύ, τον έχω προσέξει λίγο πιο καλά. Κι αποφασίζω να εγκαταλείψω το γράψιμο οριστικά, δε γαμιέται, θα ποστάρω πιο αργά. Λέμε ηλικίες, είναι εικοσιεπτά. Πόσο να ήταν δηλαδή, αναρωτιέμαι εσωτερικά. Ρωτάει τι έκανα την προηγούμενη βραδιά, του λέω για ένα μπαρ με δρώμενα τρομακτικά για την αθώα μου καρδιά, λέει είδες πράγματα που δεν μπορούν να ξε-ιδωθούν και χαμογελάει και με κοιτάζει σπινθηριστά. Λέω ναι, και σκέφτομαι πως αυτό ήθελα να γράψω όταν το περιέγραφα στο ποστ γραπτά, αλλά δεν έχουμε την έκφραση στα ελληνικά, και δες που δεν χρειάζεται να είσαι από την ίδια χώρα πια, για να έχεις μια κοινή αναφορά, το ίντερνετ και η ποπ κουλτούρα μας ενώνουν όλους οικουμενικά.

Και μιλάμε και είναι ωραία και γελάμε και ρωτάει πού θα πάω απόψε, και λέω δεν ξέρω, θα κάνω τη γύρα όπως κάνω κάθε βραδιά, και λέει αυτοί θα κάνουν την οργανωμένη μπαρότσαρκα τα μεσάνυχτα, παμπ κρολ λέγεται στα αγγλικά, και του λέω καλή τύχη και μένει έκπληκτος γιατί όταν πήγαν να ρωτήσουν σχετικά, το ίδιο τους είπε η κοπελιά, και ρωτάει τι ώρα θα βγω, και λέω άσε, εγώ βγαίνω αργά. Με κοιτάει ερωτηματικά. Λέω στις 2. Και δεν το πιστεύει, μα τι θα κάνω μέχρι τις 2, σοβαρά, αλλά λέει να του δώσω κινητό αν έχω γουάτ’ς απ, γιατί πλέον έχουμε φτάσει στη Χώρα και θα ‘θελε να με ξαναδεί, έστω κι αργά.

Δίνω αριθμό, δίνω χέρι και φεύγω. Και καμιά ώρα μετά αρχίζει και μου μιλάει, αλλά του λέω αστείο και δεν απαντάει και λέω η σκέση μας δεν έχει μέλλον αν με τα αστεία μου δεν γελάει, και είχε πάει για φαγητό και του ‘χε κλείσει το κινητό, και μου δίνει ψευδώνυμο Strong Red Hair, και λέω ακούγονται σαν νόσημα μεταδοτικό τα SRH τα αρχικά, λέει ναι, και ακούγεται σοβαρό, πεθαίνεις τελικά, αλλά έτσι θα με λέει τουλάχιστον μέχρι να καταλάβει πώς προφέρεται το όνομά μου, και το δέχομαι γιατί ντάξει, και κόκκινο νάνο να με έλεγε, θα το δεχόμουν χαρωπά.

Και αρχίζει από τις έντεκα να με ρωτάει αν έκανα μπάνιο γιατί έχω μόνο τρεις ώρες να ετοιμαστώ, και με πειράζει για κάτι που είναι τόσο εγώ ενώ με ξέρει τόσο λίγο, και είναι τόσο αξιαγάπητο και κάπως τρυφερό. Και τον ρωτάω κι εγώ πώς πάει η γυπαετική αποστολή στο παμπ κρολ, και ρωτάει αν θα το κάνω ντοκιμαντέρ, λέω απλά ένα ποστ, εκτός κι αν τερματίσει το κοντέρ.

Αλλά αυτός συνεχίζει την αντίστροφη μέτρηση κάθε τεταρτάκι, ρωτάει πότε ξεκινάω να βαφτώ, μετά πώς πάω γιατί ο χρόνος πλησιάζει και πρέπει να βιαστώ, λέει δεν έχω πολύ ακόμα, όλοι εμένα περιμένουν, χάνω τα καλύτερα, δεν αντέχει το σασπένς, και άλλα τέτοια υπέροχα που με κάνουν να χασκογελάω και να αφήνω κάτω τα πινέλα να δω μήνυμα και να νιώθω πάλι είκοσι χρονών. Ή τριάντα. Ή το συναίσθημα παραμένει το ίδιο για πάντα.

Αγόρια που λένε πράγματα που κάνουν τα κορίτσια να χαχανίζουν ευτυχισμένα και να ξεχνάνε τα πάντα.

Και βγαίνω δύο και κάτι, στην ώρα μου, κλασικά, αλλά δεν βρισκόμαστε πουθενά μέχρι να είναι πολύ αργά, και τον βλέπω στο δρόμο τον κεντρικό να την πέφτει σε δυο παρέες κοριτσιών και να τρώει άκυρα χωρίς δισταγμό, και λυπάμαι λίγο, πώς αντέχουν τόσες απορρίψεις τα αγόρια, πονάω που τον βλέπω εγώ, αλλά τον φτύνουν γιατί είναι μεθυσμένος, τόσο μεθυσμένος που πώς μπορεί να σταθεί, απορώ.

Και με βλέπει ο φίλος του και με βουτάει και με πάει να τον δω, και νωρίτερα του έλεγα ότι οι Ιταλοί εδώ είναι λίγο γλοιώδεις και σου φιλάνε το χέρι για χαιρετισμό, λέει ότι θα μου το φιλούσε μόνο αν ήμουν πριγκίπισσα, και φοράω ένα κρεμ φόρεμα με τούλια και ντεκολτέ καρδουλωτό, που όχι με πριγκίπισσα αλλά μάλλον με παρανυφάκι μοιάζω στρουμπουλό, και θέλει να μου φιλήσει το χέρι και τον αντιμετωπίζω με τρόπο πατροναριστικό, λέω πέφτεις κάτω απ’ το αλκοόλ, λέει δεν πίνω τίποτα ενώ πίνει κάτι ροζ, λέω δεν βγάζεις νόημα, ας τα πούμε αύριο, και καταφέρνει να αρθρώσει ότι στο να βγάζει νόημα, έχει διδακτορικό.

Και συγκινούμαι από την επιλογή των λέξεων σε επίπεδο θεμελιώδες και ουσιαστικό, αλλά επιμένω στο αύριο, με τεράστια αυτοσυγκράτηση, πειθαρχία και θλιμμένο αυτοεξαναγκασμό.

Την άλλη μέρα σηκώνομαι αργά, αναρωτιέμαι τι να κάνει ο Χιούγκο, αλλά ετοιμάζομαι για μπάνιο κανονικά. Φτάνω, βουτάω, στέλνει όσο κολυμπάω. Λέει είναι στο μπιτσόμπαρο, λέω έρχομαι, εδώ μόλις έβαλε λάιβ ελληνικά. Γεγονός αληθινό, και νιώθω λίγο περήφανη που δεν αναγκάστηκα να πω ψέματα για να μην φανώ υπερπρόθυμη στη ζυγαριά του ποιος-θέλει-πιο-πολύ.

Αλλά βέβαια, εκείνη τη στιγμή δεν με ένοιαζε ούτε να πω ψέματα ούτε να φανώ υπερπρόθυμη. Η ζυγαριά ήταν ευνοϊκή.

Και πάω και τον βρίσκω, και δεν θυμάται τίποτα από την προηγούμενη βραδιά και του τα λέμε με το φίλο και ντρέπεται που τον είδα να την πέφτει σε άλλες και μάλιστα αποτυχημένα και θλιβερά, αλλά εγώ γελάω γιατί όσο δείχνει να προτιμάει εσένα, δεν σε νοιάζει καθόλου, φυσικά. Και λέει πάμε να κάνουμε μια βουτιά.

Που όλοι πάντα μου το λένε λίγο αβέβαια και διστακτικά, δεν είναι σίγουροι ότι το ζωγραφικό οικοδόμημα είναι υδρόφιλο και περιμένουν ότι μένω με φάτσα στεγνή και μαλλιά, και μάλλον είναι η μόνη ευχάριστη έκπληξη που ζει ποτέ κανείς μαζί μου, συνολικά.

Και μιλάμε μες στη θάλασσα, και με κοροϊδεύει γλυκά που δεν πατώνω ακόμα και εκεί που γι’ αυτόν είναι ρηχά, και έχει έρθει πολύ κοντά, και δεν κουνιέμαι ούτε εκατοστό, αυτό που κανονικά απομακρύνεσαι λίγο αν κατά λάθος κάποιος σε πλησιάσει υπερβολικά, για να διατηρήσεις μια λογική απόσταση από τον άλλον ευγενικά, δεν κουνιέμαι καθόλου και με κοιτάζει στα μάτια και χαμογελά, και οι βλεφαρίδες του λάμπουν από τις θαλασσοσταλίδες και τα χείλη του είναι κατακόκκινα και φουσκωτά, και με φιλάει κι έχουν γεύση ντάκιρι φράουλα, αλμυρό νερό και άγρια χαρά.

Και με τραβάει πάνω του και με κρατάει απ’ τη μέση, και κολλημένη πάνω στο μαγιό του τον φιλάω, βυθίζομαι και λιώνω, και δεν ξέρω πόση ώρα είμαι εκεί μέχρι που τουρτουρίζω και κρυώνω, αλλά νομίζω μου φτάνει για όλο το χειμώνα. Δεν θες και πολλά ή θες, και ζεις μ’ αυτό μόνο.

Μετά το μπάνιο γυρνάμε Χώρα και χωρίζουμε δρόμους, είναι να πάω σε μια φίλη για φαγητό. Στέλνει πως έχουμε υποθέσεις που έχουμε αφήσει στη μέση, και η αλήθεια είναι ότι συμφωνώ, αλλά έχω συμφωνήσει από χτες για το φαγητό και είναι απόγευμα, δεν ήμουν προετοιμασμένη, και αν το μη-αυθόρμητο είχε όνομα, θα ήταν Strong Red Hair ή SRH, γιατί εύχομαι να είναι μεταδοτικό.

Και περπατάω στα καλντερίμια μόνη στο ηλιοβασίλεμα, αλλά όταν μου στέλνει κάτι που με κάνει να γελάσω ξανά, λέω είσαι τρελή, τι άλλο μαγικό περιμένεις πια να έχει αυτό το παιδί;

Στέλνω ότι άλλαξα γνώμη και πάμε, και αμέσως με ρωτά αν είμαι σίγουρη, γιατί δεν θέλει να με υποβάλει σε φρικτό σεξ περιστασιακό, και το λέει για αστείο, γιατί κάτι του είχα πει νωρίτερα σχετικό. Αλλά ναι, είμαι σίγουρη, και παίρνω το δρόμο προς το δωμάτιο, του λέω να με συναντήσει έξω από το μπαρ το ιρλανδικό.

-Μην περιμένεις να περιγράψω σεξ, και το φιλί ήταν αρκετό.

Αλλά εκείνη τη στιγμή που είναι από πάνω μου γυμνός, μου προκαλεί λίγο δέος, είναι κάπως τρομακτικός. Όταν δεν γελάει φαίνεται αλλιώς, και είναι πιο ψηλός απ’ όσο είχα συνειδητοποιήσει, πιο μεγαλόσωμος, πιο μυώδης, πιο δυνατός.

Και σε κάποια φάση δεν είμαι εντάξει, λέω περίμενε, σταμάτα, και φοβάμαι μήπως συνεχίσει, και ήδη μέσα μου προσπαθώ να με προετοιμάσω και πενθώ, όχι μόνο για το τι θα συμβεί σε μένα, δεν ξέρεις κι ότι κάθε φορά πενθώ και το πόσο μου άρεσε ο άλλος, τα τόσα χαμόγελα, τα κοιτάγματα, τα αγγίγματα που όχι απλά πήγαν χαμένα, αλλά που κάηκαν όλα φρικτά, έγιναν στάχτη και μ’ έκαψαν και μένα.

Και ακινητοποιείται εντελώς και τραβιέται μακριά και για λίγα δευτερόλεπτα αναρωτιέμαι τι συνέβη ξαφνικά, και συνειδητοποιώ ότι απλά σταμάτησε μόλις του το είπα, που δεν συμβαίνει όσο θα έπρεπε συχνά. Και του εξηγώ και λέει συγγνώμη που με πόνεσε, δεν το ήθελε, και λέει να φύγει αν δεν δουλεύει το πράγμα, καταλαβαίνει, δεν πειράζει, καλή καρδιά, και τον κοιτάζω προσεκτικά. Και έχει σηκωθεί να πιει νερό και λέω απλά «Έλα Εδώ».

Αργότερα τον χαϊδεύω στο κρεβάτι προσπαθώντας μάταια να κρατηθώ, δε γαμιέται, είναι τόσο όμορφος και δεν θα τον ξαναδώ, ας μείνει η ανάμνηση μιας ανησυχητικά τρυφερής σαραντάρας σεξοφοβικής, ήδη η τρυφερότητα δεν είναι το κύριό μας πρόβλημα εδώ, οπότε ας χαϊδέψω τώρα ό,τι μπορώ.

Μιλάμε. Λέμε για σχέσεις, ντέιτινγκ, Τίντερ και αφού ρωτάει τι γράφω, λέω και για φεμινισμό. Κάπως του λέω ότι ο φεμινισμός είναι και για τους άντρες, γιατί οι άντρες δεν έχουν μάθει να αφήνονται να νιώσουν και να εκφράσουν συναισθήματα, αλλά μαθαίνουν πως πρέπει να είναι αυτό το απόμακρο, το σιωπηλό, το δυνατό, το επιθετικό, κι αυτό τους κάνει τόσο μα τόσο κακό. Και λέει ευχαριστώ που μου το έμαθες, μου θυμίζει τον μπαμπά μου, δεν το ήξερα για το φεμινισμό αυτό. Και ξανακάνουμε σεξ και μετά έρχεται η ώρα για τον αποχαιρετισμό, αντίο και καλή ζωή, πέρασα ωραία, ευχαριστώ.

Και θέλω να πω ότι υπάρχουν τέτοια αγόρια εκεί έξω, αν και ακόμα δεν είναι πολλά, και ίσως να ‘ναι μόνο εικοσιεπτά (χρονών, όχι συνολικά), άρα δεν είναι για μένα πια. Αλλά το λέω σε σένα. Να ψάξεις να τα γνωρίσεις, δεν βρίσκονται μόνο στα ξένα. Και το λέω και σε σένα που έχεις ήδη γνωρίσει το δικό σου. Γιατί, μια μέρα, ίσως να μεγαλώσεις κι εσύ ένα.

in

Αξιολογήστε το άρθρο

129 points
Upvote Downvote

8
ΣΧΟΛΙΑΣΤΕ

Παρακαλούμε Συνδεθείτε για να σχολιάσετε
7 Θέματα σχολίων
1 Απαντήσεις θεμάτων
2 Ακόλουθοι
 
Με τις περισσότερες αντιδράσεις
Δημοφιλέστερο θέμα σχολίου
8 Συντάκτες σχολίων
Cocker SpanielEleni PeMr Speakerno_roots Πρόσφατοι συντάκτες σχολίων
  Εγγραφείτε  
νεότερα παλαιότερα δημοφιλέστερα
Ειδοποίηση για
Matryoshka
Μέλος
Χρόνια συμμετοχής
Ενθουσιώδης

το διάβασα για δεύτερη φορά, μετά το original post στο φβ, με την ίδια χαρά που έχεις όταν συναντάς κάποιο γνωστό (που συμπαθείς)

Μέλος
Up/Down Voter
Εθισμένος στα Lenoji
Χρόνια συμμετοχής
Δημιουργός Κειμένων
Μέντορας

“υπάρχουν τέτοια αγόρια εκεί έξω, αν και ακόμα δεν είναι πολλά, και ίσως να ‘ναι μόνο εικοσιεπτά (χρονών, όχι συνολικά), άρα δεν είναι για μένα πια”. Βέβαια ένας άντρας 40 χρονών δεν θα έλεγε ότι μια γυναίκα 27 χρονών δεν είναι για εκείνον. Αλλά αυτό είναι άλλη κουβέντα, απλώς το αναφέρω.

Eleni Pe
Μέλος
Χρόνια συμμετοχής
Συμμετέχων

Πολλοί θα το έλεγαν, βασικά… Και η Ειρήνη δεν το λέει με τον μικροαστικό τρόπο που το εννοούν ορισμένοι, αλλά λόγω της δικής της ιδιοσυγκρασίας, νομίζω.

no_roots
Μέλος
Up/Down Voter
Εθισμένος στα Lenoji
Δημιουργός Κειμένων
Χρόνια συμμετοχής
Θρύλος

Αχ τι ωραία ιστορία!
Είχα (άλλη) μία (πολύ) δύσκολη μέρα και μου έφτιαξε τη διάθεση 🙂

Mr Speaker
Μέλος
Χρόνια συμμετοχής
Συμμετέχων

Τι όμορφη ιστορία. Η τελευταία πρόταση διαρκής υπενθύμιση.

I KNOW!
Μέλος
Χρόνια συμμετοχής
Up/Down Voter
Συμμετέχων

Πολλά πολλά μπράβο!

Μέλος
Χρόνια συμμετοχής
Συμμετέχων

Λοιπόν παρατήρησα τώρα ότι λίγο πριν τη μέση του κειμένου, κατάλαβα ποια είσαι. Η σε διαβάζω πολύ συχνά η όντως γράφεις ιδιαίτερα. Πόσο όμορφη κι αυτή η ιστορία.. Τα γέλια, τα πειράγματα, αυτά που νοσταλγούμε ολοι/ες.

Cocker Spaniel
Μέλος
Εθισμένος στα Lenoji
Up/Down Voter
Χρόνια συμμετοχής
Advocate

Ειρήνη, είσαι υπέροχη