Τα σχολικά βιβλία είναι άρρηκτα δεμένα με την έννοια σχολείο. Μέσα στα χρόνια, έχουν αλλάξει πολλά στην μορφή τους, αλλά η ουσία είναι μια: στο ελληνικό σχολείο η διδακτική πράξη περιστρέφεται γύρω από το βιβλίο. Το σχολικό εγχειρίδιο είναι η απόλυτη αυθεντία: τα παιδιά παπαγαλίζουν κομμάτια ολόκληρα από τα κείμενα και λύνουν με ευλάβεια τις ασκήσεις.
Υπάρχουν συνάδελφοι που δεν παρεκκλίνουν ούτε γραμμή από όσα λέει το βιβλίο: δεν λένε παραπάνω πληροφορίες, δεν φέρνουν επιπλέον υλικό, στα διαγωνίσματα βάζουν παραπλήσιες ασκήσεις με αυτές που έχει το εγχειρίδιο. Άλλοι συνάδελφοι, φέρνουν πλήθος φωτοτυπιών αλλά με μια προσεκτική ματιά εύκολα καταλαβαίνεις ότι είναι παραλλαγές των σχολικών ασκήσεων.
Το βιβλίο είναι ο παντοκράτορας μέσα στο ελληνικό σχολείο: αν το μάθεις καλά, έχεις κατακτήσει την γνώση, δεν χρειάζεσαι τίποτα παραπάνω. Πολύ συχνά, οι εκπαιδευτικοί δεν κριτικάρουμε καν το σχολικό βιβλίο: ο,τι και να λέει μέσα, όσο αόριστο ή παραπλανητικό και αν είναι εμείς το διδάσκουμε. Το πολύ πολύ να βρεθεί κάποιος δάσκαλος και να πει: «το βιβλιο λέει έτσι, αλλά υπάρχει και η άλλη άποψη/ αυτό είναι ανακριβές ή λάθος». Στο διαγώνισμα και στις εξετάσεις τα παιδιά πρέπει να γράψουν μόνο όσα λέει το σχολικό βιβλίο. Τι πραγματεύονται όμως αυτά τα βιβλία και πόσο κατάλληλα είναι για την διδασκαλία; Σήμερα θα ασχοληθούμε με τα προβληματικά σημεία των βιβλίων γλώσσας του δημοτικού σχολείου.
Τα βιβλία της γλώσσας
Οι οδηγίες του Υπουργείου Παιδείας προτείνουν την χρήση αυθεντικών, ολοκληρωμένων κειμένων που εξυπηρετούν ποικίλες επικοινωνιακές ανάγκες. Ωστόσο, η συντριπτική πλειοψηφία των κειμένων που χρησιμοποιούνται είναι κατασκευασμένα από την συγγραφική ομάδα για να εξυπηρετούν την διδασκαλία κάποιου γλωσσικού φαινομένου. Τα κείμενα δεν είναι αυθεντικά, δεν έχουν γραφεί για πραγματικές περιστάσεις επικοινωνίας και δεν δημιουργούν μέσα στην τάξη επικοινωνιακές συνθήκες που προσομοιάζουν αυτές της καθημερινής ζωής.
Είναι σαφές ότι επαφίεται στον δάσκαλο να φέρει στην τάξη αυθεντικό υλικό (βιβλία, αφίσες, επιστολές κ.τ.λ) για να εμπλουτίσει το μάθημα του και να το κάνει πιο ενδιαφέρον. Θα το κάνει όμως; Η ύλη πρέπει να βγει και οι γονείς συνήθως δεν επιτρέπουν καμία αργοπορία. Ναι, δεν είναι αργοπορία να διαβάζεις λογοτεχνία, ναι τα παιδιά θα μάθουν πολλά περισσότερα με αυτόν τον τρόπο, αλλά άντε πες το στην μαμά του Κωστάκη που ωρύεται ότι : «Στην τάξη της ανιψιάς μου έχουν φτάσει στο β΄τευχος και εσείς ακόμα είστε στα μισά του α΄». Ω, ναι.
Από την άλλη, αν θέλει να φέρει ο δάσκαλος βιβλία, αφίσες και λοιπό υλικό μέσα στην τάξη που θα τα βρει; Τα περισσότερα σχολεία δεν έχουν βιβλιοθήκες και όσα έχουν δεν είναι επαρκώς εξοπλισμένες. Αμέτρητοι συνάδελφοι αγοράζουν μόνοι τους το έξτρα υλικό, αλλά είναι σαφές πως δύσκολα κάποιος μπορεί να το κάνει αέναα αυτό.
Στο βιβλίο της Α΄ δημοτικού υπάρχουν πέντε κείμενα που αναφέρονται στην εκπαίδευση. Εκεί, τα παιδιά παρουσιάζονται να έχουν πρόσβαση σε βιβλιοθήκες και να προτείνουν μαθησιακές δραστηριότητες στον δάσκαλο, πράγματα δηλαδή που μικρή σχέση έχουν με την ελληνική πραγματικότητα. Το σχολείο εμφανίζεται ειδυλλιακά αποτυπωμένο.
Στο ίδιο βιβλίο υπάρχουν δεκαέξι κείμενα σχετικά με το φυσικό περιβάλλον. Οι ήρωες των κειμένων εμφανίζονται να πηγαίνουν εκδρομές σε δάση και λιβάδια ή συναντούν την καρέτα-καρέτα. Πουθενά δεν τίθεται ούτε ως αναφορά η καταστροφή του περιβάλλοντος, ενώ η οικολογική ευαισθητοποίηση αφορά μόνο την καρέτα-καρέτα. Νιώθω ότι όποιος θέλει να διδάξει κάτι για το περιβάλλον, είναι υποχρεωμένος από αόρατες δυνάμεις να αναφερθεί στην συμπαθή χελωνίτσα, αλλιώς θα πέσει γρουσουζιά. Το πρόβλημα μου φυσικά δεν είναι η έρμη η καρέτα- καρέτα αλλά η αδυναμία να ξεκινήσουμε από το οικείο όπως π.χ τα αδέσποτα και μετά να πάμε στην καρέτα- καρέτα, που οι περισσότερα δεν θα δουν ποτέ από κοντά και άρα θα την έχουν στο μυαλό τους ως αόριστη αναφορά και όχι ως πραγματικό ζωάκι σε κίνδυνο.
Όσον αφορά τις ασκήσεις, το μεγαλύτερο ποσοστό ανήκει στην κατηγορία «γράφουμε και διαβάζουμε», ενώ είναι ελάχιστες οι ομαδοσυνεργατικές και αυτές που ανήκουν στην κατηγορία «συζητάμε». Άραγε η ομαδική εργασία θεωρείται πηγή φασαρίας και η συζήτηση άσκοπη φλυαρία; Όλοι καταλαβαίνουμε ότι αν ο δάσκαλος ακολουθήσει κατά γράμμα το βιβλίο, τα παιδιά θα περιοριστούν σε επεξεργασία ανούσιων κειμένων που δεν προάγουν τον προβληματισμό και μηχανιστικές ασκήσεις γύρω από γραμματικά φαινόμενα.
Οι ασκήσεις ορθογραφίας περιορίζονται σε εκμάθηση συγκεκριμένων φράσεων, συχνά με εύκολες λέξεις, ενώ δεν λείπουν οι καταπληκτικές ασκήσεις καλλιγραφίας όπου ο μαθητής καλείται να γράψει πολλές φορές το νέο γραμμα προς εκμάθηση. Είναι γνωστό, άλλωστε, ότι αν γράψεις «Α Α Α Α Α» μαθαίνεις το «Α»! Το ακόμα καλύτερο σε αυτές τις ασκήσεις είναι ότι δίνονται οδηγίες για την σωστή φορά των γραμμάτων, οι οποίες δεν είναι πάντα σωστές. Στο γράμμα «Ν», οι οδηγίες λένε να τραβήξουμε πρώτα τις δύο κάθετες γραμμές και στην συνέχεια να τις ενώσουμε με την διαγώνια γραμμή. Άραγε, πόσοι άνθρωποι γράφουν έτσι το «Ν» και αυτός ο τρόπος θεωρείται πρότυπος; Γιατί να δίνουμε οδηγίες φοράς γραμμάτων, λες και είμαστε Ιάπωνες καλλιγράφοι και να μην αφήσουμε τα παιδιά να γράψουν όπως μπορούν; Μην αρχίσω καν να γκρινιάζω ότι αυτές οι οδηγίες αφορούν μόνο τους δεξιόχειρες!
Επίσης, οι επίσημες οδηγίες τονίζουν ότι καλό είναι ο δάσκαλος να φέρει έξτρα υλικό (θέλει; μπορεί να το βρει; ξέρει να το αξιοποιεί;) και να σχεδιάσει συμπληρωματικές δραστηριότητες. Έχει προηγηθεί σοβαρή επιμόρφωση σχετικά με αυτό ή ο κάθε δάσκαλος θα αυτοσχεδιάζει; Επίσης, υπάρχει διαθέσιμος χρόνος μέσα στο τόσο αυστηρα δομημένο αναλυτικό πρόγραμμα;
Τα πράγματα δεν αλλάζουν ιδιαιτέρως στα βιβλία γλώσσας των επόμενων τάξεων. Στο βιβλίο της Γ΄Δημοτικού οι ήρωες των κειμένων παρουσιάζονται να παρακολουθούν μαθήματα ξένων γλωσσών, πιάνου, ιππασίας, κολύμβησης. Παρακάτω, υπάρχουν κείμενα για τα γενέθλια και η μόνη αντίρρηση αφορά αν το σπίτι χωράει όλους τους καλεσμένους. Οι συγκεκριμένες δραστηριότητες εμφανίζονται ως φυσικές και αυτονόητες για τους μαθητές, ενώ δεν τίθεται πουθενά ο προβληματισμός αν είναι όντως ετσι για όλα τα παιδιά. Φυσικά, μπορεί ο δάσκαλος να ξεκινήσει την σχετική συζήτηση, αλλά που ξέρουμε ότι όντως θα το κάνει; Γιατί να μην περιοριστεί στο σχολικό βιβλίο;
Στο ίδιο βιβλίο, υπάρχουν κείμενα για την εργασία που όλα όμως αφορούν αγροτικές εργασίες. Μάλιστα, όλες οι αγροτικές εργασίες γίνονται χειρωνακτικά και με εργαλεία παλαιότερης εποχής, ενώ σχεδόν καθολικά απουσιάζουν οι απεικονίσεις της σύγχρονης μορφής εργασίας (πρωτογενούς και δευτερογενούς τομέα). Δεν απορρίπτουμε το παρελθόν, αλλά δεν είναι λογικότερο να ξεκινήσουμε από το σήμερα και μετά να προχωρήσουμε προς τα πίσω; Γιατί να μάθουν τα παιδιά για το χειροκίνητο όργωμα και όχι για την σύγχρονη αγροτική εργασία; Τόσο σίγουροι ειναι οι συγγραφείς ότι τα παιδιά τα γνωρίζουν; Ακόμα και τα παιδιά αγροτικών περιοχών γιατί να μην ξεκινήσουν από το οικείο;
Επιπλέον, μεγάλο είναι το ζήτημα της απεικόνισης του Ελληνικού έθνους στα διάφορα επετειακά κεφάλαια. Αναφέρονται όλες οι εθνικές και θρησκευτικές γιορτές χωρίς την παραμικρή αναφορά, έστω ονομαστική, σε άλλες θρησκείες ή έθιμα. Η κατανόηση της ετερότητας που αναφέρει το αναλυτικό πρόγραμμα τι απέγινε; Φυσικά, οποιαδήποτε αναφορά σε εθνικούς αγώνες είναι απολύτως εξιδανικευτική, με το ελληνικό έθνος να εμφανίζεται πάντα ενωμένο και ηρωικό. Ναι, δεν περιμένουμε να αναλύσουμε όλα τα σκοτεινά σημεία της ελληνικής ιστορίας με παιδάκια 9 ετών, αλλά η απόλυτα ωραιοποιημένη περιγραφή, συμβάλλει στην δημιουργία εθνικών μύθων και στερεοτύπων.
Αυτά είναι μερικά μόνο από τα προβληματικά σημεία των βιβλίων της γλώσσας και αρκούν ίσα ίσα για να ξεκινήσει η συζήτηση. Το σημαντικότερο πρόβλημα είναι η χρήση προκάτ κειμένων με μόνο στόχο την διδασκαλία γλωσσικών φαινομένων και όχι η αξιοποίηση πλούσιων σε νοήματα κειμένων που καλλιεργούν την γλώσσα ως εργαλείο σκέψης. Η γλώσσα κομματιάζεται, τυποποιείται σε κανόνες και εργαλειοποιείται μέσα από μηχανιστικές ασκήσεις που δεν προκαλούν προβληματισμό.
Στην εποχή μας όμως, οι σύγχρονες τάσεις στην διδακτική ορίζουν ότι η γλώσσα πρέπει να προσεγγίζεται επικοινωνιακά: τι θέλω να πω, σε τι πλαίσιο και με ποιον τρόπο. Η διδακτική πράξη πρέπει να δίνει διέξοδο στην δημιουργικότητα και τα ενδιαφέροντα των παιδιών και να τους προσφέρει πραγματικά εφόδια για την ζωη. Το ένα, μοναδικό εγχειρίδιο που απευθύνεται σε όλα τα παιδιά, δρα περιοριστικά γιατί δεν εκκινεί από τα ιδιαίτερα χαρακτηριστικά της κάθε ομάδας παιδιών που έχει ο εκάστοτε δάσκαλος, αλλά τα αντιμετωπίζει όλα ως μια ομοιογενή μάζα, με παρόμοια χαρακτηριστικά και ανάγκες.
Τα παιδιά όμως, είναι τόσο διαφορετικά και πλέον έχουν πρόσβαση στην γνώση από πολύ νωρίς. Τα σύγχρονα παιδιά λαμβάνουν ερεθίσματα από πολλές πηγές και το σχολείο πρέπει να είναι η σημαντικότερη εξ αυτών. Είναι απαραίτητη η σύνδεση της θεωρίας με την πράξη και η κατάκτηση της σφαιρικής, ολόπλευρης γνωσης. Οι εξελίξεις τρέχουν, ο κόσμος αλλάζει και δεν μπορούμε να μαθαίνουμε “γλώσσα” μέσα από ανούσια αποσπάσματα κειμένων και ασκήσεις συμπλήρωσης κενού.
Τι προτείνω; Καλή επιμόρφωση των εκπαιδευτικών γύρω από τις σύγχρονες διδακτικές πρακτικές, ενίσχυση των σχολικών βιβλιοθηκών, παροχή επιπλέον εκπαιδευτικού υλικού, αλλαγές στο ωρολόγιο πρόγραμμα ώστε να επιτρέπεται η ομαδοσυνεργατικότητα και η διαθεματική προσέγγιση των γνωστικών αντικειμένων. Πόσο πιθανόν όμως, είναι να συμβούν όλα αυτά στο εγγύς μέλλον;
Ακολουθήστε την Α,ΜΠΑ; στο Google News

Ωραία μέρα ήρθε για συζήτηση ο συγκεκριμένος προβληματισμός. Πέρασα ένα δίωρο την Κυριακή το πρωί στην τριήρη “Ολυμπιάς” και συνειδητοποιήσα πολυ περισσότερα για την αρχαία Αθήνα και το μεγαλείο της απ’οσο το αποτυχημένο ελληνικό εκπαιδευτικό σύστημα σχεδιασμένο και από (…) φιλόλογους απέτυχε να με διδάξει. Η συνειδητοποίηση ότι οι Αθηναίου έβρισκαν χορηγούς για τις τριήρεις ώστε να μην επιβαρύνεται ο πληθυσμός, πως μετέτρεπαν ένα τσούρμο άσχετους σε ικανό πλήρωμα – κοντέψαμε σε μια απλή μανούβρα για τους Αθηναίους να τη ρίξουμε στα βράχια, πως το πλήρωμα έδινε τη μάχη σε πολύ δύσκολες συνθήκες για την πατρίδα του, όλα αυτά που… Διαβάστε περισσότερα »
Έχω δυο πτυχία (Φιλολογία Α.Π.Θ & Παιδαγωγικό Δημοτικής Εκπαίδευσης Α.Π.Θ) και τα όσα έγραψα δεν είναι προσωπικές απόψεις. Στην σχολή είχαμε μαθήματα κριτικής αξιολόγησης σχολικών εγχειριδίων οπότε για να γράψω σήμερα συμβουλεύτηκα τις πανεπιστημιακές μου σημειώσεις, με τις οποίες συμφωνώ μέχρι κεραίας (έχω δουλέψει και στις δυο βαθμίδες της εκπαίδευσης).
Εσύ, ως δασκάλα, τι γνώμη έχεις για τα βιβλία; Ποια η αντίρρηση σου με τα όσα είπα;
Καλό θα ήταν ένα τόσο εκτενές άρθρο, με κριτικό μάλιστα χαρακτήρα, εφόσον αναφέρεται στα βιβλία του δημοτικού, να το διαπραγματευόταν κάποιος πιο ειδικός από έναν φιλόλογο. Είναι σαν να έχω άποψη εγώ η δασκάλα για τα βιβλία μαθηματικών κατεύθυνσης.
Δεν σχολιάζονται τα βιβλία του Δημοτικού στο σύνολό τους, αλλά τα βιβλία της Γλώσσας. Ποιος είναι λοιπόν πιο αρμόδιος να τα κρίνει, από μια εκπαιδευτικό που αναλαμβάνει μετέπειτα τα παιδιά που έχουν ως βάση της γνώσης τους αυτά ακριβώς τα βιβλία;
Συγγνώμη αλλά ποιον να φέρναμε να διαπραγμετευθεί το θέμα, την Ελένη Γλύκατζη-Αρβελέρ; Φιλόλογος και Παιδαγωγός είναι η κυρία και τα είπε πάρα πολύ σωστά.
Το άρθρο μοιαζει γραμμένο από κάποιον χωρίς καμια διδακτική εμπειρία. Εχει τον ακατασχετο βερμπαλισμο που διδασκεται στα Παιδαγωγικά Τμήματα και λιγη σχέση με την πραγματικότητα. Εστιάζει στα αρνητικά των βιβλιων και τα μεγαλοποιει ενω αγνοει επιδεικτικά τα αρκετα θετικά τους. Διδασκονται πολλο συγχρονοι λογοτέχνες, ο εκπαιδευτικος εχει ελευθερία να διαμορφώσει τις ασκήσεις,υπαρχουν αρκετες δημιουργικές ασκησεις, υπάρχει πολύ καλο ανθολογιο ανα τάξη. Το Δημοτικό πασχει απο βιβλια Μαθηματικών, Φυσικής, Ιστορίας, Γεωγραφίας, πρωτίστως. Αλλα αυτό ειναι κατι που το ξέρει καποιος που έχει διδαξει κι εχει τη σχετική εμπειρία, όχι ο φιλολόγος που παρουσιαζεται ως ο ανωτερος ξερόλας. Το λεγε κι η… Διαβάστε περισσότερα »