Όταν μιλάμε για μια τραυματική εμπειρία, ξεκινάμε συνήθως λέγοντας μια ιστορία ή κάνοντας ερωτήσεις στο άτομο που την έχει βιώσει. Το τραύμα όμως είναι κάτι παραπάνω από μια ιστορία για κάτι που συνέβη στο πρόσφατο ή στο μακρινό παρελθόν. Είναι μια πληγή που παραμένει ανοιχτή στο εδώ και τώρα και συνεχίζει να ματώνει κάθε φορά που βιώνουμε μια νέα εμπειρία η οποία ανακινεί τα ίδια συναισθήματα που νιώσαμε, αλλά δεν καταφέραμε να επεξεργαστούμε στο “εκεί και τότε”.
Κατά τη διάρκεια της παιδικής ηλικίας, οπότε και το παιδί αρχίζει να γνωρίζει τον κόσμο, έρχεται σε επαφή με ένα πλήθος εμπειριών, πρωτόγνωρων για εκείνο. Οι εμπειρίες αυτές μπορούν να είναι είτε ευχάριστες είτε δυσάρεστες. Στη δεύτερη περίπτωση, οι αρνητικές εμπειρίες και τα δυσάρεστα βιώματα μπορούν να στιγματίσουν το άτομο και να το ακολουθούν σε ολόκληρη τη ζωή του. Όταν το παιδί βρίσκεται αντιμέτωπο με γεγονότα που του προκαλούν έντονο στρες και μία σειρά αρνητικά φορτισμένων συναισθημάτων, τότε “κινδυνεύει” να τα βιώνει κατ’ επανάληψη σε ολόκληρη τη ζωή του.
Μιλάμε για ψυχικό τραύμα όταν αντιμετωπίζουμε ένα γεγονός που απειλεί αντικειμενικά την σωματική μας υγεία, κλονίζει κάποιες βασικές παραδοχές που έχουμε για τον κόσμο όπως είναι η προβλεψιμότητά του και η ασφάλεια που θέλουμε να νιώθουμε σε αυτόν, αφήνοντάς μας με ένα αίσθημα απώλειας ελέγχου, αβοηθησίας και αδυναμίας.
Το παιδικό τραύμα δεν είναι μονάχα μια κακοποίηση σωματική ή σεξουαλική, όπως ενδεχομένως έχουμε ακούσει/δει από τα ΜΜΕ. Μπορεί να είναι ένα υποτιμητικό βλέμμα των γονιών, μια προσβλητική κουβέντα ή μια έκρηξη οργής. Όταν το παιδί δεν εκτιμάται σαν ύπαρξη, αλλά μόνο μέσω του αποτελέσματος από τα επιτεύγματά του. Όταν εστιάζουμε όχι στο ποιο είναι, αλλά στο τι έχει καταφέρει. Μιλώντας για παιδικό τραύμα, ουσιαστικά αναφερόμαστε σε παιδικά τραύματα ενηλίκων, δηλαδή παιδικά τραύματα των γονέων τα οποία “βγαίνουν” στα παιδιά.
Η ασφαλής προσκόλληση – ο τρόπος με τον οποίο το παιδί συνδέεται με τους γονείς του ή τα πρώτα πρόσωπα φροντίδας του και ο τρόπος με τον οποίο νιώθει μέσα στη σύνδεση αυτή – είναι καίρια για τον τρόπο με τον οποίο το παιδί διαμορφώνει την εικόνα τόσο για τον ίδιο του τον εαυτό όσο και για τον κόσμο γύρω του.
Όταν οι γονείς καλύπτουν τις ανάγκες των παιδιών τους, τότε αυτά αντιλαμβάνονται ότι οι ανάγκες τους είναι σημαντικές. Επίσης, τα παιδιά γνωρίζουν ότι οι γονείς θα είναι διαθέσιμοι όταν έχουν ανάγκη. Με αυτό τον τρόπο είναι ελεύθερα να είναι ο εαυτός τους, και να έχουν αμοιβαίο σεβασμό με τους γονείς τους. Αν ένα παιδί αναπτύξει ασφαλή προσκόλληση ως παιδί, θα γίνει ένας ενήλικας με αυτοπεποίθηση και δεξιότητες για τις σχέσεις. Ένας ενήλικας που δημιουργεί μακροχρόνιες σχέσεις, μοιράζεται συναισθήματα, ζητά υποστήριξη από τους άλλους. Η απουσία όμως αυτής οδηγεί σε συναισθηματικά κενά και κατ’ επέκταση παιδικό ψυχικό τραύμα.
Η μεγαλύτερη ψυχολογική επίπτωση του τραύματος στην ζωή μας είναι η απώλεια του αισθήματος ελέγχου που θέλουμε να ασκούμε στον εαυτό μας και σε ό,τι μάς συμβαίνει.
Όταν το άτομο βιώσει ένα ιδιαίτερα έντονο και στρεσογόνο γεγονός κατά την παιδική ηλικία, τότε αυτό χαράσσεται στη μνήμη του και ανασύρεται κάθε φορά που το “επιβάλλουν” οι συνθήκες. Το άτομο, προκειμένου να μη βρεθεί επ’ ουδενί αντιμέτωπο με την τραυματική εμπειρία που το σημάδεψε κάποτε, αρχίζει να γίνεται αποφευκτικό και πιο επιφυλακτικό.
Σε κάθε ψυχικό τραυματισμό, η σοβαρότητα, η ένταση και η επανάληψη κάθε νέας εμπειρίας μπορεί να βαθαίνει την πληγή που άλλοτε προσπαθούμε να αγνοήσουμε και άλλοτε να επουλώσουμε. Θεωρώ ότι θα έπρεπε να δώσουμε περισσότερη έμφαση όμως ως γονείς, εκπαιδευτικοί, φίλοι, σύντροφοι και θεραπευτές σε όσα μπορούμε να κάνουμε μετά το τραύμα και όχι μόνο στην εμπειρία που μας έχει τραυματίσει.
Μάλιστα πολλές φορές συμβαίνει ως ενήλικες ν’ αναπαράγουμε το πρότυπο της κακοποίησης, επιλέγοντας συντρόφους ή συνεργάτες ή φίλους οι οποίοι συνεχίζουν να μας βλάπτουν.
Ο Αμερικανός νευροψυχολόγος και βραβευμένος με Νόμπελ Roger W. Sperry είπε κάποτε: «πριν την ανάπτυξη του εγκεφάλου δεν υπήρχε χρώμα, ήχος, άρωμα, γεύση, αίσθημα ή συναίσθημα στον κόσμο. Αυτός ο κόσμος όμως, ήταν επίσης απαλλαγμένος από τον πόνο και τη δυστυχία».
Προκειμένου να ξεκινήσει η διαδικασία επούλωσης της πληγής, είναι απαραίτητο να επιτρέψουμε στον εαυτό μας να επαναβιώσει αυτά τα συναισθήματα όσο επώδυνα και αν είναι, κατανοώντας τους λόγους για τους οποίους τα έχουμε καταπιέσει και δίνοντας ένα πλήρες και συνεκτικό νόημα σε ό,τι μας έχει τραυματίσει.
Η πορεία της ανάκαμψης από μια τραυματική εμπειρία λοιπόν έγκειται στην επανάκτηση της κυριότητας του σώματος και του μυαλού. Αυτό πρακτικά σημαίνει ότι το άτομο που ανακάμπτει μαθαίνει τρόπους για να συγκεντρώνεται και να ηρεμεί τον εαυτό του, αποκτά σταδιακά την ικανότητα να ελέγχει τις συναισθηματικές και σωματικές του αντιδράσεις κάθε φορά που εκτίθεται σε εικόνες, ήχους, ή σκέψεις που θυμίζουν το παρελθόν, αναπτύσσει τη δεξιότητα να είναι εστιασμένο στο παρόν και να εμπλέκεται ενεργά και ισότιμα στις σχέσεις με τους άλλους ανθρώπους και διατηρεί μια ανοιχτή και ειλικρινή στάση τόσο προς τον εαυτό του όσο και προς τους άλλους ανθρώπους αποδεχόμενο τόσο τα θετικά όσο και τα αρνητικά του συναισθήματα.
Ένας ακόμα τρόπος ενίσχυσης της αυτό-παρατήρησης είναι η καταγραφή αυτών των σκέψεων, των συναισθημάτων και των δυσάρεστων σωματικών αισθήσεων σε ένα καθημερινό ημερολόγιο με σκοπό να δούμε αυτά τα ψυχικά φαινόμενα ως κάτι έξω από εμάς και όχι ως προσδιοριστικά στοιχεία της ταυτότητάς μας. Συχνά, όταν κάνουμε κάποιες αρνητικές σκέψεις ή βιώνουμε αρνητικά συναισθήματα, αφυπνίζεται ένα μέρος του ψυχικού μας κόσμου το οποίο είναι ιδιαίτερα τιμωρητικό και ελεγκτικό.
Δυστυχώς, αν στην παιδική μας ηλικία δεν είχαμε ψυχικά ώριμους ανθρώπους που να μας έμαθαν, μέσα από το παράδειγμά τους, να αποδεχόμαστε και να βιώνουμε όλα τα συναισθήματά μας, ακόμα και αυτά της οργής και του θυμού, δεν αναπτύξαμε ολοκληρωμένα την ικανότητα να σχετιζόμαστε με τον εαυτό και τους άλλους με έναν ικανοποιητικό τρόπο. Αυτό έχει σαν συνέπεια να διατηρούμε έναν συρρικνωμένο ψυχικό κόσμο και να οδηγούμαστε συχνά σε μια καταθλιπτική και αυτό-τιμωρητική στάση απέναντι στη ζωή.
Διαχωρίζοντας λοιπόν όσα σκεφτόμαστε και αισθανόμαστε από τον εαυτό μας, καταφέρνουμε για αρχή να αντικρίσουμε αυτό που είμαστε με έναν όχι και τόσο επικριτικό τρόπο.
Σε κάθε ψυχικό τραυματισμό, η σοβαρότητα, η ένταση και η επανάληψη κάθε νέας εμπειρίας μπορεί να βαθαίνει την πληγή που άλλοτε προσπαθούμε να αγνοήσουμε και άλλοτε να επουλώσουμε. Θεωρώ ότι θα έπρεπε να δώσουμε περισσότερη έμφαση όμως ως γονείς, εκπαιδευτικοί, φίλοι, σύντροφοι και θεραπευτές σε όσα μπορούμε να κάνουμε μετά το τραύμα και όχι μόνο στην εμπειρία που μας έχει τραυματίσει.
Αν κάτι θα ήθελα να κρατήσεις έχοντας διαβάσει όλα τα παραπάνω είναι πως ίσως όλα όσα αποφεύγεις να δεις και να βιώσεις, κρύβουν τις μεγαλύτερες ευκαιρίες σου προς μια περισσότερο απελευθερωτική και λυτρωτική ψυχική και συναισθηματική ανάσα.
Ψυχολόγος (MSc) – Ψυχολόγος Παιδιού και Εφήβου
Ακολουθήστε την Α,ΜΠΑ; στο Google News

Πολύ βοηθητικό άρθρο! Σας ευχαριστούμε!