Η κατάσταση των οστών, του σκελετού μας, είναι ιδιαίτερα κρίσιμη, ειδικά κατά την εμμηνόπαυση όταν μία στις τρεις γυναίκες εμφανίζει συμπτώματα που ανήκουν είτε στην οστεοπενία, είτε στην οστεπόρωση. Οι δυο αυτές καταστάσεις είναι που προκαλούν κατάγματα, τα οποία ελαττώνουν την ποιότητα ζωής μας. Γνωρίζουμε ότι συνήθως προκαλούνται από ελλείψεις σε θρεπτικά συστατικά. Αυτό που είναι λιγότερο γνωστό είναι ο συσχετισμός τους με το σωματικό βάρος κι η επίδραση της άσκησης. Στο Explainer που ετοιμάσαμε εξηγούμε με απλά λόγια όσα χρειάζονται να ξέρουν οι γυναίκες.
Γιατί μας απασχολεί η οστεοπόρωση;
Όπως αναφέρουν οι ρευματολόγοι συνεργάτες του ιατρικού ομίλου Υγεία, Α.Κοτσαλίδου και Γ.Κήτας, «αποτελεί ένα σύγχρονο επιδημιολογικό και κοινωνικό πρόβλημα, αφού τα κατάγματα που προκαλεί οδηγούν σε αυξημένη νοσηρότητα, θνητότητα και σε σημαντικό οικονομικό κόστος». Μάλιστα αυτό που καθιστά κρίσιμη την ενημέρωση σχετικά είναι ότι τις περισσότερες φορές διαγιγνώσκεται όταν πλέον είναι προχωρημένη, όταν έχει επισυμβεί ήδη ένα τουλάχιστον κάταγμα. Επειδή δεν προηγούνται συγκεκριμένα συμπτώματα θεωρείται επομένως μια «σιωπηλή νόσος».
Ορίζεται ως η μείωση της οστικής πυκνότητας που «σε συνδυασμό με τη διαταραχή της μικροαρχιτεκτονικής των οστών αυξάνει την ευθραυστότητά τους και μπορεί να καταλήξει σε κάταγμα», συνεχίζουν οι επιστήμονες.
Ποια η διαφορά οστεοπενίας από οστεοπόρωση;
Η οστεοπόρωση, η «εύθραυστη ασθένεια των οστών», αποτελεί χρόνια νόσο του μεταβολισμού των οστών που μειώνουν την οστική τους μάζα. Προκαλείται από ανεπάρκεια ασβεστίου, βιταμίνης D, μαγνησίου και άλλων βιταμινών και μετάλλων. Η οστεοπενία είναι η αραίωση της οστικής μάζας ως πρώτο στάδιο, προ της διεγνωσμένης οστεοπόρωσης, που μπορεί να αναχαιτιστεί. Η διαφοροποίηση προκύπτει από την μέτρηση οστικής πυκνότητας, μια εξέταση που μετρά την υφή και σύσταση των οστών ακτινογραφικά με ακτινοβολία μικρής ισχύος.
Πώς μετριέται λοιπόν η οστική πυκνότητα;
Αφού γίνει ακτινογραφικός έλεγχος στην σπονδυλική στήλη ή στο ισχίο (το DXA scan) μετριέται το λεγόμενο T-SCORE. Οι τιμές του T-SCORE, ενός στατιστικού δείκτη σύγκρισης με άτομα ίδιου φύλου και εθνικότητας, που είναι μικρότερες του -2,5 χαρακτηρίζουν την οστεοπόρωση. Η οστεοπενία και η οστεοπόρωση είναι επομένως στάδια του ιδίου νοσήματος. Φυσιολογικές τιμές ορίζονται αυτές που είναι στο -1 ή πάνω από το -1. Το ενδιάμεσο στοιχειοθετεί οστεοπενία.
Όμως γιατί η οστεπόρωση κι η οστεοπενία αναφέρεται συχνά μαζί με την εμμηνόπαυση και τις ορμόνες; Αφορά μόνο μεγάλης ηλικίας γυναίκες;
Η κληρονομικότητα αποτελεί το 70%-85% περίπου του ποσοστού που διαμορφώνει την οστική κατάσταση των ατόμων στον γενετικό τους κώδικα. Παράγοντες όμως που επιδρούν στην έκφραση των γονιδίων είναι οι ορμόνες, διατροφή, φυσική δραστηριότητα και τρόπος ζωής. Αυτοί οι παράγοντες επηρεάζουν την κατασκευή και ανακατασκευή των οστών τόσο στην ανάπτυξη (κορυφαία οστική μάζα), όσο και στην ενηλικίωση. Για παράδειγμα η εμμηνόπαυση που διακόπτει την έκκριση οιστρογόνων ή μια χειρουργική, πρόωρη εμμηνόπαυση για λόγους υγείας (όπως αφαίρεση ωοθηκών λόγω καρκίνου) επηρεάζει την οστική πυκνότητα. Επειδή τα οιστρογόνα συνδέονται με την ανάπτυξη και διατήρηση οστικής μάζας η οστεοπόρωση θεωρούνταν γυναικεία νόσος. Όμως διαπιστώνεται ότι κι ένας στους πέντε άντρες άνω των 50 παρατηρείται να έχει χαμηλότερη οστική πυκνότητα από το αναμενόμενο. Είναι επομένως πιο σύνθετο φαινόμενο, όπως διάφορες καταστάσεις υγείας αλλά και φάρμακα μπορεί να επιφέρουν αλλοίωση της οστικής κατάστασης στα άτομα.
Ποιες καταστάσεις υγείας και ποιά φάρμακα θα μπορούσαν να δημιουργήσουν προδιαθεσικούς παράγοντες για οστεοπενία κι οστεοπόρωση;
Η μακροχρόνια κατάκλιση, η ύπαρξη προηγούμενου κατάγματος, η κατάχρηση αλκοόλ, το κάπνισμα και η λήψη συγκεκριμένων φαρμάκων για μεγάλο διάστημα, διευκρινίζουν οι επιστημονικοί συνεργάτες του Υγεία. «Τέτοια φάρμακα είναι η κορτιζόνη, τα αντικαταθλιπτικά, τα αντιπηκτικά, τα ανοσοκατασταλτικά, τα χημειοθεραπευτικά, τα αντιεπιληπτικά και φάρμακα για την υπερτροφία του προστάτη. Επίσης μερικά συνυπάρχοντα νοσήματα όπως η ρευματοειδής αρθρίτιδα, η αγκυλοποιητική σπονδυλαρθρίτιδα, ο σακχαρώδης διαβήτης, νοσήματα του θυρεοειδούς (υπερθυρεοειδισμός, υποθυρεοειδισμός) υπερπαραθυρεοειδισμός, τα φλεγμονώδη νοσήματα του εντέρου, τα σύνδρομα δυσαπορρόφησης, τα νοσήματα του ήπατος και των νεφρών και αιματολογικές κακοήθειες (λεμφώματα, λευχαιμίες, πολλαπλούν μυέλωμα) μπορεί να οδηγήσουν σε οστεοπόρωση.»
Το σωματικό βάρος συμβάλλει θετικά ή αρνητικά στην ισχύ των οστών;
Αντίθετα απ’ό,τι θα περίμενε κάποια, με δεδομένη την αειθαλή ιατρική συμβουλή για διατήρηση χαμηλού σωματικού βάρους, το χαμηλό βάρος δεν βοηθά στην διατήρηση οστικής πυκνότητας. Ένα φυσιολογικό βάρος, αλλά και κάπως πάνω από το φυσιολογικό, μοιάζει να ωφελεί τα οστά. Όπως οι μύες δυναμώνουν από την πίεση που ασκείται σε αυτούς, έτσι και τα οστά, ο σκελετός, ωθείται να αναδημιουργεί οστική μάζα με την πίεση που ασκείται από το βάρος που μεταφέρει.
Μπορεί μήπως η άσκηση να μας βοηθήσει με την ενδυνάμωση του σκελετού και της υγείας των οστών;
Βεβαίως! Η σωματική άσκηση βοηθάει καθώς αυξάνει την οστική πυκνότητα, ενισχύει τους μύες και βελτιώνει την ισορροπία, μειώνοντας τον κίνδυνο πτώσεων και καταγμάτων. «Ιδανικές είναι οι ασκήσεις με αντιστάσεις (βάρη, λάστιχα) και οι ασκήσεις φόρτισης (περπάτημα, χορός), ενώ πρέπει να αποφεύγονται απότομες στροφικές κινήσεις», σύμφωνα με τον φυσιοθεραπευτή κ.Παναγιώτη Αμπελιώτη. «Οι ασκήσεις που φορτίζουν τα οστά, όπως οι ασκήσεις με αντιστάσεις και τα βάρη, προκαλούν μηχανική πίεση στα οστά, η οποία διεγείρει την παραγωγή οστικού ιστού. Η θεραπευτική άσκηση βοηθά στη βελτίωση της ισορροπίας και του συντονισμού, μειώνοντας τον κίνδυνο πτώσεων που μπορεί να οδηγήσουν σε κατάγματα., ενώ οι δυνατοί μύες και οι σταθερές αρθρώσεις υποστηρίζουν καλύτερα το σκελετικό σύστημα.» Προτείνεται και ήπια εκγύμναση με δραστηριότητες που «φορτίζουν» τα οστά, όπως το περπάτημα, ο χορός, το ανέβασμα σκάλας κι οι ήπιες αερόβιες ασκήσεις, εκτός από τα βάρη. Είναι σημαντικό να τονιστεί ότι τα ωφελήματα διαρκούν για όσο χρόνο διαρκεί η άσκηση.
Τι άλλο προτείνεται σε γυναίκες είτε αναπαραγωγικής ηλικίας, είτε εμμηνόπαυσης;
Υπάρχουν δύο κατευθύνσεις: η πρόληψη κι η αντιμετώπιση.
Η πρόληψη είναι πολυεπίπεδη κι ανάλογη της ηλικιακής ομάδας. Ξεκινάει από την παιδική ηλικία, με τη σωστή διατροφή, την άσκηση και την αποφυγή επιβαρυντικών παραγόντων. Συνεχίζεται στην ενηλικίωση με την πρόσληψη συμπληρωμάτων ασβεστίου και βιταμίνης D (πάντοτε με συμβουλή γιατρού και κατόπιν μέτρησης στον ορό του αίματος) και με φροντίδα του τρόπου ζωής μέχρι το πέρας της ζωής. Σκοπός η μείωση του κινδύνου καταγμάτων.
Η αντιμετώπιση γίνεται με φαρμακευτική αγωγή, «με διαφορετικό τρόπο δράσης, είτε εμποδίζοντας την περαιτέρω οστική απώλεια είτε αυξάνοντας την οστική πυκνότητα. Λαμβάνονται είτε από το στόμα είτε σε ενέσιμη μορφή, υποδόρια ή ενδοφλέβια. Η επιλογή εξατομικεύεται ανάλογα με τον ασθενή».
Για οποιαδήποτε απορία αρμόδιος/α είναι ο/η γιατρός που σας παρακολουθεί. Συμβουλευτείτε τους επαγγελματίες υγείας για πληροφορίες για πρόληψη και έλεγχο.
Ακολουθήστε την Α,ΜΠΑ; στο Google News

Αν έχει περάσει ένας χρόνος από την επιβεβαιωμένη είσοδο στην εμμηνόπαυση, κατευθείαν μέτρηση οστικής πυκνότητας. Δεν το αφήνουμε για πιο μεγάλη ηλικία! Ξεκινάμε από νωρίς την θεραπεία, γιατί όπως λέει και το σοφό γνωμικό “η γριά θα πάει από πέσιμο”. Και κάτι που δεν είναι πολύ γνωστό, για την οστεοπόρωση καλύτερα να απευθυνθούμε σε ενδοκρινολόγο και όχι σε ορθοπεδικό.
Ένας αθλιατρος που είχαμε στο δημοτικό γυμναστήριο που πηγαίνω μου είπε ότι ακόμα κι αν δε γυμναζόμαστε κάποιες ασκήσεις βοηθούν πολύ τα οστά . Σαν πρόληψη όμως , όχι όταν έχουμε ήδη πρόβλημα. Τα μικρά πηδηματακια( κρούση) και το βουλγαρικό περπάτημα ( χαμηλό κέντρο βάρους και μεγάλα βήματα) θυμάμαι. Είπε και άλλες ,αλλά αυτές τις δύο είναι εύκολο να τις κάνεις ακόμα και σε ένα μικρό διάλειμμα από τη δουλειά στο γραφείο.
Ευχαριστούμε πάρα πολύ!