Ο δύσκολος θηλασμός με κάποια αντιλαμβανόμενη ανεπάρκεια μητρικού γάλακτος είναι ένα αρκετά συχνό χαρακτηριστικό της πρώιμης μητρότητας για πολλές γυναίκες, όπως αποδεικνύουν τα στατιστικά. Από το περίπου 90% των μητέρων σε πλούσιες χώρες που αρχίζουν να θηλάζουν, το ένα τέταρτο το σταματά μέσα σε λίγες εβδομάδες, συχνά επειδή φοβούνται ότι δεν παράγουν αρκετό γάλα για να θρέψουν τα μωρά τους. Μην πάμε μακριά, εγώ η ίδια που κράτησα εξάμηνο θηλασμό δυσκολεύτηκα να τον κάνω αποκλειστικό και αναγκάστηκα να προβώ σε μεικτή σίτιση. Το πάλεψα όσο μπορούσα, με εξαντλητικό ξενύχτι, που ωστόσο δεν φαινόταν να επαρκεί, πιθανότατα επειδή η άντληση δεν γινόταν εντελώς ικανοποιητικά. Διαβάζοντας λοιπόν την ανάμεικτη βιβλιογραφία σε βιβλία, σε μέσα και στο διαδίκτυο διαπίστωσα ότι δεν πρέπει να είμαι η μόνη κι υπάρχει λόγος γι’αυτό.
Σύμφωνα με πρόσφατο άρθρο στον Eoconomist, για πολλά χρόνια οι γιατροί υπεθεταν ότι οι πραγματικές περιπτώσεις κακής παροχής είναι σπάνιες, καθώς εμφανίζονται σε όχι περισσότερο από 5% των μητέρων. Μελέτες για την παραγωγή μητρικού γάλακτος που αφορούσαν εκατοντάδες γυναίκες στην Αμερική και την Αυστραλία τα τελευταία χρόνια δείχνουν ότι το ποσοστό των μητέρων που παράγουν πολύ λίγο γάλα είναι πολύ υψηλότερο από ό,τι πιστευόταν προηγουμένως: μεταξύ 10% και 20%. Εκ των υστέρων νιώθω κάποια αναγνώριση μιας μάλλον συνηθισμένης κατάστασης, όπως ακούω γύρω μου. Αρκεί όμως; Η ενοχοποίηση «όλα τα στήθη παράγουν γάλα εις αναλογία με τις ανάγκες του βρέφους» με άφηνε εξουθενωμένη. Άκουγα «όλα τα στήθη παράγουν γάλα». Τι έκανα λάθος και το δικό μου ήταν λίγο; Με έκανε να αναρωτηθώ. Θα ήταν λογικό να πούμε «Όλα τα παγκρέατα παράγουν ινσουλίνη;» Σίγουρα δεν συμβαίνει αυτό. Όμως γιατί εκεί δεν υπάρχει το κοινωνικό στίγμα; Επειδή ο ρόλος της μητέρας-τροφού είναι τόσο καθηλωμένος στο φωτοστέφανο της αγιότητας.
Η επικρατούσα συμβουλή για την ανεπαρκή παροχή γάλακτος είναι η διέγερση της απελευθέρωσης του μηχανισμού, είτε βάζοντας το μωρό στο στήθος πιο συχνά, είτε χρησιμοποιώντας θήλαστρο. Περιττό να πω ότι έκανα και τα δύο χωρίς όμως τα εντυπωσιακά αποτελέσματα που με είχαν κάνει να προσδοκώ. Τουλάχιστον έφτασα τους 6 μήνες, κάτι είναι κι αυτό.
Σύμφωνα με τον Eoconomist, λοιπόν, «πολλές γυναίκες δυσκολεύονται να παράγουν αρκετό μητρικό γάλα όχι λόγω θέλησης ή διατροφής, αλλά λόγω υποκείμενων βιολογικών παραγόντων». «Τα τελευταία δέκα χρόνια έχει γίνει πιο [αποδεκτό] ότι υπάρχει ένας βιολογικός λόγος για αυτές τις περιπτώσεις», λέει ο Yarden Golan Maor, ο οποίος μελετά την παραγωγή ανθρώπινου γάλακτος στο Πανεπιστήμιο Cornell. «Και δεν είναι, ξέρετε, απλώς δεν προσπαθείτε αρκετά σκληρά». Nαι, ε; Κοίτα να δεις κάτι πράγματα…
Έρευνες δείχνουν ότι δομικά, κυτταρικά και γενετικά προβλήματα μπορούν να εμποδίσουν τους μαστικούς αδένες να λειτουργούν φουλ αποτελεσματικά. Οι μαστικοί αδένες για κακή μας τύχη δεν έχουν ένα ειδικό ιατρικό πεδίο που τους αφορά για τη γαλουχία. Οι λεγόμενοι μαστολόγοι είναι κατεξοχήν ογκολόγοι. Η επιστήμη έχει παραμελήσει τη λειτουργία του σώματος στην παραγωγή γάλακτος. Αυτή η έλλειψη «γαλακτολογίας», επιστημονικής στήριξης της γαλουχίας, είναι κακή και για τα βρέφη και για τις μητέρες.
Τα γαλακτοκύτταρα που βρίσκονται στους μαστικούς αδένες πολλαπλασιάζονται ταχέως κατά τη διάρκεια της εγκυμοσύνης και αρχίζουν να εκκρίνουν μητρικό γάλα περίπου τρεις ημέρες μετά τον τοκετό μιας γυναίκας. Στο παρελθόν, η λήψη τέτοιων κυττάρων για μελέτη θα απαιτούσε βιοψία ιστού από μια θηλάζουσα γυναίκα, διευκρινίζεται στο άρθρο. Αυτό, όπως όλοι καταλαβαίνουμε, έκανε την έρευνα για τη βιολογία της γαλουχίας δύσκολη. Το 2010, ωστόσο, «οι ερευνητές ανακάλυψαν ότι μόρια μικροRNA από τα κύτταρα του μαστού της μητέρας (τα οποία περιέχουν πληροφορίες σχετικά με τη λειτουργία αυτών των κυττάρων) ήταν άφθονα στο μητρικό γάλα. Δείγματα μητρικού γάλακτος θα μπορούσαν, επομένως, να χρησιμοποιηθούν ως υγρές βιοψίες για την κατανόηση των αιτιών της χαμηλής παραγωγής γάλακτος. Τέτοια εργασία έχει αποκαλύψει ξεχωριστές βιολογικές οδούς για το τι πάει στραβά. Ορισμένες γυναίκες έχουν πολύ λίγα γαλακτοκύτταρα. Άλλες μπορεί να έχουν γαλακτοκύτταρα που είναι αναποτελεσματικά και εκκρίνουν λίγο μητρικό γάλα.»
Δείτε αυτή τη δημοσίευση στο Instagram.
Πρόσφατες επιστημονικές μελέτες υπογραμμίζουν διάφορους πρωταρχικούς βιολογικούς λόγους πίσω από τη χαμηλή παραγωγή γάλακτος:
Δυσλειτουργία γαλακτοκυττάρων: Τα γαλακτοπαραγωγικά κύτταρα στους μαστικούς αδένες, γνωστά ως γαλακτοκύτταρα, μπορεί να μην λειτουργούν αποτελεσματικά. Αυτό μπορεί να οφείλεται σε έλλειψη κρίσιμων θρεπτικών συστατικών μέσα στην ίδια τη βάλανο, η οποία μπορεί να περιορίσει την παραγωγή ενέργειας και να μειώσει τον όγκο του γάλακτος.
Μια πιθανή αιτία είναι η έλλειψη κρίσιμων θρεπτικών συστατικών στον μαστικό αδένα. Αυτά παρέχουν ενέργεια για την κανονική λειτουργία των γαλακτοκυττάρων και χρησιμοποιούνται ως συστατικά στο μητρικό γάλα που εκκρίνουν. Οι ερευνητές πιστεύουν ότι η έλλειψη θα αναγκάσει τα γαλακτοκύτταρα είτε να εργαστούν σκληρότερα για να αναπληρώσουν την έλλειψη είτε να χάσουν ενέργεια. Και τα δύο σενάρια μπορεί να τα αναγκάσουν να παράγουν λιγότερο γάλα.
Τέτοιες ελλείψεις δεν είναι απαραίτητα προϊόν της διατροφής της μητέρας. Ορισμένες γονιδιακές παραλλαγές και φλεγμονώδη μόρια μπορούν επίσης να διαδραματίσουν κάποιο ρόλο. Ορισμένες γυναίκες, για παράδειγμα, έχουν μια γονιδιακή μετάλλαξη που επηρεάζει τον τρόπο με τον οποίο ο ψευδάργυρος περνά από το αίμα στο μητρικό γάλα. «Ο ψευδάργυρος δεν είναι μόνο ένα σημαντικό θρεπτικό συστατικό για τα μωρά, αλλά εμπλέκεται επίσης στην ανάπτυξη του μαστικού αδένα. Οι ερευνητές έχουν διαπιστώσει ότι η ύπαρξη αυτής της μετάλλαξης συνδέεται με χαμηλή προσφορά γάλακτος. Μεγάλης κλίμακας γονιδιωματικές μελέτες σε αγελάδες έχουν επίσης βρει γονίδια που ρυθμίζουν την περιεκτικότητα σε πρωτεΐνες του γάλακτος, ορισμένες εκδοχές των οποίων μπορεί να υπάρχουν και στους ανθρώπους. Οι γυναίκες με αυτά τα γονίδια μπορεί να δυσκολεύονται να έχουν τη σωστή ισορροπία θρεπτικών συστατικών για να ενεργοποιήσουν τα γαλακτοκύτταρά τους.»
Η Lindsay Hinck στο Πανεπιστήμιο της Καλιφόρνια στη Σάντα Κρουζ έχει σημειώσει πρόοδο. «Το πρόβλημα μπορεί να ξεκινήσει κατά την εγκυμοσύνη, όταν μεμονωμένα γαλακτοκύτταρα διαιρούνται επανειλημμένα για να σχηματίσουν ζεύγη θυγατρικών κυττάρων πανομοιότυπων με τις μητέρες τους. Ορισμένα γαλακτοκύτταρα, ωστόσο, είναι διαφορετικά: αντί να δημιουργούν νέα κύτταρα, συσσωρεύουν πολλαπλά αντίγραφα του δικού τους μέσα τους, ένα κόλπο που τους επιτρέπει να παράγουν περισσότερο γάλα. Και οι δύο πληθυσμοί κυττάρων κινδυνεύουν να συσσωρεύσουν τυχαίες μεταλλάξεις dna, οι οποίες μπορούν να προκαλέσουν είτε τον θάνατό τους είτε τη διακοπή της λειτουργίας τους. Και παρόλο που υπάρχει ένας μηχανισμός επιδιόρθωσης κυττάρων που μπορεί να αυξήσει τον αριθμό των συσσωρευμένων κυττάρων, δεν λειτουργεί πάντα όπως έχει προγραμματιστεί.
Τούτου λεχθέντος, οι επιστήμονες πιστεύουν ότι τέτοιου είδους αιτολόγηση όταν υπάρχει δύσκολος θηλασμός δεν μπορεί να εμπίπτει στο πλαίσιο του συχνού. Οι μεταλλάξεις είναι μάλλον απίθανο να έχουν ευνοηθεί από τη φυσική επιλογή. Η γενετική, με άλλα λόγια, δεν μπορεί να είναι το τέλος της ιστορίας.
Κυτταρική φλεγμονή: Παθήσεις όπως η παχυσαρκία, ο διαβήτης και οι αυτοάνοσες διαταραχές μπορούν να προκαλέσουν χρόνια φλεγμονή, η οποία διαταράσσει την κανονική λειτουργία των κυττάρων που απαιτούνται για την έκκριση γάλακτος. Οι ελλείψεις σε αυτές τις περιοχές συνδέονται άμεσα με τη χαμηλή παραγωγή γάλακτος.Το 2022, η Δρ. Γουόκερ και οι συνεργάτες της δημοσίευσαν έρευνα που δείχνει ότι η χρόνια φλεγμονή (ο τύπος που είναι συνηθισμένος στην παχυσαρκία και τις αυτοάνοσες διαταραχές όπως ο διαβήτης) εμποδίζει τα λιπαρά οξέα στο αίμα να εισέλθουν στους μαστικούς αδένες και να εμπλουτίσουν το μητρικό γάλα. Συγκεκριμένα φλεγμονώδη μόρια μπορούν επίσης να διαταράξουν τη σύνθεση υδατανθράκων, ένα άλλο σημαντικό συστατικό του μητρικού γάλακτος.
Η προεκλαμψία, μια ασθένεια του πλακούντα που επηρεάζει περίπου το 4% των γυναικών, μπορεί επίσης να βλάψει πολλά όργανα. Για τις γυναίκες με ορισμένες από αυτές τις παθήσεις, μελέτες δείχνουν ότι έως και οι μισές μπορεί να καταλήξουν με χαμηλή προσφορά γάλακτος. Μελέτες σε ζώα έχουν επιχειρήσει να συνδέσουν τη βλάβη στον πλακούντα με τη χαμηλή παραγωγή γάλακτος, η Δρ. Γουόκερ και η ομάδα της [Rachel Walker στο Penn State University] εξετάζουν εάν αυτό θα μπορούσε να ισχύει και στους ανθρώπους, ερευνώντας πλακούντες νέων μητέρων στην Ουγκάντα για να δουν εάν η βλάβη, μεταξύ άλλων, συνδέεται με τη χαμηλή παραγωγή γάλακτος. Μια παρέμβαση σε αυτό το πλαίσιο θα ήταν πολύτιμη.
Ανεπαρκής αδενικός ιστός: Ορισμένες γυναίκες δεν αναπτύσσουν επαρκώς την τροφοδοσία του στήθους τους κατά τη διάρκεια της εγκυμοσύνης επειδή δεν έχουν επαρκή αδενικό ιστό, γεγονός που καθιστά πρακτικά αδύνατη τη φυσική παραγωγή γάλακτος.
Σε πειράματα που διεξήχθησαν σε ποντίκια [Nature Communications, 2024], η ομάδα του Δρ. Hinck διαπίστωσε ότι τα χαμηλά επίπεδα ενός ενζύμου που ονομάζεται wee1 διαταράσσουν τον μηχανισμό επιδιόρθωσης, οδηγώντας σε λιγότερα λειτουργικά γαλακτοκύτταρα και χαμηλή παραγωγή γάλακτος. Η ανεπάρκεια του wee1 θα μπορούσε να ευθύνεται και για τα χαμηλά επίπεδα γαλακτοκυττάρων στους ανθρώπους, λέει ο Δρ. Hinck.
Οι ιατρικοί εμπειρογνώμονες αναπτύσσουν διαγνωστικά εργαλεία – όπως φορητούς αισθητήρες που ελέγχουν τα επίπεδα νατρίου στο μητρικό γάλα – για να εντοπίζουν με ακρίβεια την κυτταρική δυσλειτουργία αντί να βασίζονται απλώς σε τυπικές συμβουλές, όπως η συχνότερη άντληση που μας αφήνει κυριολεκτικά…ξεζουμισμένες, χωρίς όμως το βρέφος να παίρνει το αναμενόμενο βάρος.
Ο θηλασμός ενθαρρύνεται σε θεωρητικό επίπεδο, αλλά πρακτικά λείπει η πρακτική και συνεπής καθοδήγηση, πέρα από τις ειδικές οδηγίες, εκτός κι αν αναζητηθεί ατομικά.
Ωστόσο όπως τα περισσότερα ζητήματα που αφορούν το γυναικείο σώμα, η δημοσίευση των ερευνών αυτών σε ένα μέσο με διεθνή απήχηση κι ευρεία αναγνωσιμότητα, ξεσήκωσε κι αντίλογο. Συγκεκριμένα η Midwifery Wisdom Collective, μια ένωση μαιών-συμβούλων θηλασμού, διαφωνεί με το επίμαχο πρωτοσέλιδο, καθώς «ο αριθμός των γυναικών με γνήσια, πρωτοπαθή ανεπάρκεια γαλουχίας που έχει τις ρίζες της σε μη αναστρέψιμη αδενική παθολογία είναι μικρός — πολύ μικρός. Αυτές οι γυναίκες αξίζουν ακριβή διάγνωση, συμπονετική υποστήριξη και πραγματική κλινική φροντίδα. Δεν αξίζουν να χρησιμοποιηθούν ως τίτλοι για μια ιστορία που θα διαβαστεί από εκατομμύρια νέες και μέλλουσες μητέρες που ήδη πνίγονται στο άγχος.» Και συνεχίζουν με την εξής -κατά τη γνώμη μου προβληματική- διατύπωση. «Τι δείχνει στην πραγματικότητα η έρευνα, με συνέπεια, σε δεκαετίες επιστήμης της γαλουχίας και κλινικής παρατήρησης; Δείχνει ότι η αντιληπτή ανεπαρκής παροχή γάλακτος είναι ένας από τους πιο συνηθισμένους λόγους για τους οποίους οι γυναίκες διακόπτουν τον θηλασμό. Αντιληπτή. Δεν μετρήθηκε. Δεν διαγνώστηκε. Δεν επιβεβαιώθηκε από κανένα κλινικό όριο ή βιοδείκτη.»
Δυστυχώς ένας τέτοιος αντίλογος δεν βοηθάει καθώς υποτιμά για άλλη μια φορά την υποκειμενική βίωση εκ μέρους της γυναίκας, σαν να είναι χαζή και δεν μπορεί να αντιληφθεί τι συμβαίνει, αλλά και την αντικειμενική πρόσληψη βάρους εκ μέρους του βρέφους. Που φυσικά κι είναι κλινικό όριο και βιοδείκτης, όταν το βρέφος βρίσκεται υπό αποκλειστικό θηλασμό. Στο βωμό δηλαδή της προώθησης του αποκλειστικού θηλασμού (που είναι αξιότιμη αποστολή κατά τ’άλλα) η γυναίκα-μάνα-τροφός ενοχοποιείται εκ νέου. Επειδή έχω γίνει κάπως κυνική με τα χρόνια, ανιχνεύοντας τις συνωμοσιολογικές υπόνοιες σε πολλά από όσα διαμοίβονται στον δημόσιο διάλογο, αναζήτησα αυτό που έψαχνα στο κείμενο των μαιών-συμβούλων θηλασμού. Και το βρήκα. «Το περιοδικό The Economist δεν είναι υπεύθυνο για κάθε μεμονωμένη ανάγνωση. Είναι όμως υπεύθυνο για το πλαίσιο στο οποίο τοποθετείται. Και το πλαίσιο που επέλεξε εντοπίζει το πρόβλημα μέσα στα γυναικεία σώματα, έξω από τη γυναικεία δράση και σε επείγουσα ανάγκη ιατρικής παρέμβασης. Είναι, εν ολίγοις, το πλαίσιο που ανέκαθεν εξυπηρετούσε τα συμφέροντα της ιατρικοποίησης και του καπιταλισμού – και ποτέ τα συμφέροντα των μητέρων.»
Στο λοιπό, συμφωνώ ωστόσο ότι υπάρχουν συγκεκριμένοι λόγοι που καθιερώνεται ένας δύσκολος θηλασμός:
- Η απουσία έμπειρης υποστήριξης τις πρώτες 72 ώρες
- Ένας αιώνας χαμένης μαιευτικής φροντίδας με βάση την κοινότητα
- Η μητέρα που δεν έχει δει ποτέ κανέναν να θηλάζει στη ζωή της, προσπαθώντας να μάθει μια δεξιότητα μέσα από ένα φυλλάδιο
- Η πεθερά που ανακοινώνει την τρίτη μέρα ότι το μωρό είναι σαφώς δυσαρεστημένο
- Ο παιδίατρος που ρίχνει μια ματιά σε ένα διάγραμμα ανάπτυξης και λέει «ίσως να σκεφτούμε να πάρουμε συμπλήρωμα» χωρίς να ρωτήσει ούτε μια φορά πώς πάνε τα γεύματα
- Ο εξαντλημένος σύντροφος που αγοράζει γάλα-σκόνη στις 2 το πρωί χωρίς να καταλαβαίνει τι θα κάνει αυτό το μπουκάλι σε μια καθιερωμένη προσφορά & ζήτηση μητρικού γάλακτος
- Μια κουλτούρα που έχει σεξουαλικοποιήσει το στήθος τόσο ολοκληρωμένα που μια γυναίκα δεν μπορεί να καθίσει σε ένα εστιατόριο και να ταΐσει το παιδί της χωρίς να νιώθει σαν να διαπράττει παράβαση
Πάντως οι εξετάσεις για τη διάγνωση της χαμηλής παραγωγής γάλακτος θα άνοιγαν την πόρτα για πιο εξατομικευμένες συμβουλές καθώς και για πιθανές θεραπείες σε δύσκολο θηλασμό. Όπως διαβάζω, «Σε μια δημοσίευση του 2025, μια ομάδα Αυστραλών ερευνητών έδειξε ότι οι φορητοί αισθητήρες μπορούν να μετρήσουν με ακρίβεια τα επίπεδα νατρίου στο μητρικό γάλα, έναν χρήσιμο δείκτη δυσλειτουργίας των γαλακτοκυττάρων (καθώς και άλλων παθήσεων όπως η μαστίτιδα). Τα ασυνήθιστα υψηλά επίπεδα νατρίου σε μια μητέρα με υποψία χαμηλής παραγωγής γάλακτος υποδηλώνουν κάποιο υποκείμενο βιολογικό πρόβλημα.»
Πολύ φοβάμαι ότι ο δύσκολος θηλασμός δεν είναι ούτε αποκλειστικά ένα ζήτημα «εκτός του ελέγχου κάθε λεχώνας», αλλά ούτε και «ζήτημα καπιταλισμού κι ιατρικοποίησης». Είναι αρκετά πιο περίπλοκο και κινείται σε γκρίζα ζώνη. Κυρίως βλεπω ότι ο θηλασμός ενθαρρύνεται σε θεωρητικό επίπεδο, αλλά πρακτικά λείπει η πρακτική και συνεπής καθοδήγηση, πέρα από τις ειδικές οδηγίες, εκτός κι αν αναζητηθεί ατομικά. Μέχρι τότε αγχωνόμαστε να κάνουμε το καλύτερο για τα παιδιά μας γεμάτες ενοχές. Ως πότε;
με επιλεγμένα στοιχεία από Economist και Midwifery Wisdom Collective
Ακολουθήστε την Α,ΜΠΑ; στο Google News


Παραμένει θέμα taboo…το βλέπουμε.
Κάθε εμπειρία…θα έχει χιλιάδες διαφορετικές…