Οι μάνες είναι σαν τις Χώρες και οι κόρες σαν τις Πόλεις (μέρος 2ο)

ένα απόσπασμα σε συνέχειες…

Από την Τήνο στην Πόλη και ξανά πίσω, στις αρχές του 20ου αιώνα, μια γυναίκα ξεπερνά τα στεγανά της εποχής κι αναλαμβάνει την ευθύνη της ζωής της. Μια ιστορία για τη γυναικεία μετανάστευση από τις Κυκλάδες, στα πλούσια αστικά κέντρα του Ελληνισμού της εποχής.

Η μικρή Ουρανία Αλβέρτη φεύγει από την Τήνο το 1887, για να δουλέψει ως υπηρέτρια στην Πόλη. Η κυρά της συνηθίζει να την αποκαλεί Σελέστ, γιατί είναι πιο comme il faut. Μετά από δέκα χρόνια, γυρνά πίσω στο νησί της, παντρεύεται και μετατρέπεται σε αξιότιμη κυρία Ουρανία Κοντοφρύδη.

(Από το μυθιστόρημα: «Αγαπημένη μου Ουρανία» Εκδόσεις Ωκεανίδα © 2017 της Νατάσσας Γεωργούλια)

Η Ουρανία έμεινε λεχώνα πολύ περισσότερο από σαράντα μέρες, μέχρι να ξεπεταχτεί για τα καλά η Ζοζεφίνα. Όμως, στους πέντε κιόλας μήνες ξεκίνησε να εργάζεται κανονικά στη σχολή, με το μωρό πάντα μαζί της. Ο Σύλλογος Κυριών Τήνου, οι «καλές της νεράιδες», όπως τις αποκαλούσε, φρόντισε να της παραχωρήσει ένα ειδικό δωματιάκι μέσα στον χώρο της σχολής, διαμορφωμένο κατάλληλα ώστε να μπορεί να θηλάζει. Κάθε πρωί, αξημέρωτα, καθώς περπατούσε από τη Μαλαματένια στη σχολή, έκοβε δρόμο μέσα από τα σοκάκια κι έτσι δεν συναντούσε καμιά κουτσομπόλα στο διάβα της.

Ο καιρός περνούσε και, με τη συμπαράσταση της Ελένης, της Ρόζας και κυρίως των γυναικών της σχολής, η Ουρανία σιγά σιγά έγινε καθολικά αποδεκτή από την κλειστή κοινωνία του νησιού. Κακά τα ψέματα: αν δεν την είχαν αγκαλιάσει τόσο γενναιόδωρα στον σύλλογο, θα κυκλοφορούσαν περισσότερα κακεντρεχή σχόλια για την ηθική της…

Η Ουρανία στο πόστο της ήταν «αποκάλυψη», όπως τόνιζαν συνέχεια η κυρία Θάλεια και η κυρία Στέλλα. Εκείνη, φυσικά, το απολάμβανε. Αξιοποιούσε τις γνώσεις της και ταυτόχρονα κοινωνικοποιούνταν. Η μικρή Ζοζεφίνα εκεί μέσα μεγάλωσε· ανάμεσα στα υφαντά μπουσούλησε και είπε τις πρώτες λέξεις της. Μες στην ατυχία της, η Ουρανία ένιωθε τυχερή και ευλογημένη. Οι άντρες, όμως, δύσκολα την πλησίαζαν… Όχι γιατί δεν τους άρεσε –πέθαιναν για εκείνη και τις χάρες της–, αλλά διότι τα πράγματα δεν ήταν τόσο απλά. Όσο και να μη γνώριζαν λεπτομέρειες, την έβλεπαν να κυκλοφορεί μ’ ένα μωρό και φοβούνταν μήπως τους κακοχαρακτηρίσει κανείς. Την Ουρανία, πάλι, αυτό το θέμα δεν την απασχολούσε καθόλου· ήταν αφοσιωμένη στην ανατροφή του παιδιού της.

Τα πρώτα χρόνια κύλησαν σαν νεράκι. Για τη Σελέστ της Πόλης, το μεγάλωμα του σπλάχνου της ήταν ένα θαύμα. Τόσα χρόνια στο κορωναίικο, ξεσήκωσε πολλές ιδέες για τη σωστή ανατροφή των παιδιών και τώρα εφάρμοζε όσα θα ήθελε να είχε ζήσει και η ίδια όταν ήταν μικρή. Σαν βασίλισσα τη φρόντιζε τη μικρή Ζοζεφίνα και όλες οι κυρίες της σχολής την είχαν σαν ψυχοκόρη τους. Ταυτόχρονα, βέβαια, η Ουρανία κρατούσε προσγειωμένη την κόρη της: την έβαζε να συμμετέχει σε όσες δουλειές τής επέτρεπαν η ηλικία της και η σωματική διάπλασή της. Η μικρή βοηθούσε στο γύρισμα της ανέμης για να γίνουν τα μασούρια και όλοι την έκαναν χάζι. Ήταν πολύ επίπονη δουλειά το διάσιμο του αργαλειού, κι ας ήταν το μετάξι ωμό, κι ας μην ήθελε ξάσιμο και αδράχτι, όπως το μαλλί. Οι υφάντρες το τοποθετούσαν στον τοίχο με τα καρφιά σταυρωτά, έπειτα έπαιρναν με προσοχή την άκρη των κλωστών, τις έπλεκαν αλυσιδωτά και τις μετέφεραν στον αργαλειό. Έτσι έφτιαχναν το στημόνι . Το διάσιμο ήταν το αγαπημένο της Ζοζεφίνας· έτσι όπως περνούσε το νήμα από τον τοίχο στον αργαλειό, της έμοιαζε με αραχνούλες που υφαίνουν τον ιστό τους. Η Ουρανία βοηθούσε τυλίγοντας τα μιτάρια και οι υπόλοιπες έβαζαν τις κλωστές στο χτένι. Μόνο τότε μπορούσε να αρχίσει η ύφανση.

Ήταν αξιαγάπητη η μικρή. Όταν πια μπουσούλησε, η Ζοζεφίνα ανακάλυψε ότι μπορούσε να χώνεται κάτω απ’ τον αργαλειό. Καθόταν εκεί με τις ώρες – πατούσε με το χεράκι της τα πετάλια, έπιανε τις σαΐτες όταν ξέπεφταν. Όσο πιο πολλά τα χρώματα που χρησιμοποιούσαν οι υφάντρες τόσο πιο χαρούμενη η πιτσιρίκα. Στο τέλος γινόταν και η ίδια ένα κουβάρι με τα νήματα. Δεν τη μάλωναν ποτέ – αντίθετα, γελούσαν μαζί της, τους έδινε χαρά. Όταν το νήμα του στημονιού τελείωνε και πλησίαζε στους μίτους, η υφάντρα ξεΰφαινε. Τότε, ο αργαλειός ήταν έτοιμος να υποδεχθεί το καινούργιο διασίδι. Και εκεί κρυβόταν η πραγματική μαγεία για τη μικρή Ζοζεφίνα: τα κουβάρια και τα νήματα μεταμορφώνονταν μαγικά σ’ ένα υφαντό απίστευτης ομορφιάς, που έκρυβε μέσα του έναν ολόκληρο κόσμο γεμάτο πουλιά, λουλούδια, ζώα, ψάρια, κύματα, ήλιους και φεγγάρια. Το μυαλουδάκι της έπλαθε ένα σωρό ιστορίες, που τις νύχτες μονοπωλούσαν τα όνειρά της. Πολλές φορές, όταν κουραζόταν, την έπαιρνε ο ύπνος μέσα στα υφάσματα και τη νανούριζε ο μονότονος ήχος από τους περάτες και τους σφίγκτες.

Στις 3 Ιουνίου του 1901, ανάμεσα σε νήματα, κεντήματα, πισωαντί και μπροσταντί , η κόρη της Ουρανίας έκλεισε τα τέσσερα. Η γλώσσα της πια πήγαινε γρηγορότερα κι απ’ την ανέμη. Άρχισε και τις ερωτήσεις. Οι δυσκολότερες ήταν αυτές για τον πατέρα της. Στην αρχή, η Ουρανία τής έλεγε διάφορες φανταστικές ιστορίες: ότι ο μπαμπάς της ζούσε στην Κωνσταντινούπολη· ότι δεν τις είχε ξεχάσει· ότι κάθε Χριστούγεννα και Λαμπρή αυτός της έστελνε τα δώρα, αλλά ήταν καπετάνιος, έκανε πολύ μακρινά ταξίδια και, όταν πια θα σταματούσε, θα γύριζε κοντά τους. Είχε μία και μοναδική φωτογραφία του Ιωσηφάκη, που τους έβγαλε κάποτε ένας πλανόδιος φωτογράφος στο βαπόρι της γραμμής για τα Θεραπειά. Αυτή ήταν και η μόνη εικόνα της Ζοζεφίνας για τον πατέρα της. Της φάνηκε εντυπωσιακός. Μια μέρα ρώτησε το Ελεγκάκι: «Θεία, εσύ τον ξέρεις τον πατέρα μου;» Όταν η Ελένη το συζήτησε με την αδελφή της, εκείνη απελπίστηκε. Ήξερε ότι, όσο μεγάλωνε το παιδί, δεν θα έχαφτε πια το παραμύθι…

Η Ουρανία, σαν άλλη Πηνελόπη, ύφαινε, ξεΰφαινε και ονειρευόταν ότι μια μέρα θα εμφανιζόταν ένας άντρας και θα την αγαπούσε γι’ αυτό που ήταν· ότι θα αγαπούσε και τη Ζοζεφίνα της· ότι θα γίνονταν οι τρεις τους μια οικογένεια και θα άφηνε τα ψέματα πίσω, στα παλιά. Ήθελε κι εκείνη να μάθει την τέχνη του αργαλειού, γιατί πίστευε ότι, για να αποδώσει τα μέγιστα στο πόστο της, όφειλε να κατέχει όλη τη διαδικασία. Και, όντως, αυτό τη βοήθησε να αξιολογήσει καλύτερα τα προϊόντα. Στο τέλος κόντευε να μάθει την τέχνη και η Ζοζεφίνα της!

Κατά καιρούς, βέβαια, εμφανίζονταν διάφοροι μνηστήρες. Η κυρία Θάλεια και η κόρη της, η Αγγελική, είχαν βάλει στόχο να αποκαταστήσουν την Ουρανία. «Χρειάζεται ένας άντρας στο σπίτι» της έλεγαν. «Η Ζοζεφίνα έχει ανάγκη από έναν πατέρα». Η Ουρανία τούς είχε πια εκμυστηρευτεί την ιστορία της με τον Ιωσηφάκη, όχι βέβαια με κάθε λεπτομέρεια, ωστόσο γνώριζαν αρκετά ώστε να είναι βέβαιες ότι δεν υπήρχε καμία περίπτωση να εμπλακεί περισσότερο στη ζωή της. «Το παιδί μεγαλώνει. Τι θα του λες σε λίγο καιρό;» τη συνέτιζε η κυρία Θάλεια. «Σουλουπώσου λίγο, περιποιήσου τον εαυτό σου! Έτσι έβγαινες τις Πέμπτες στην Πόλη, που μου ’λεγες;» συμπλήρωνε κατόπιν η κόρη της, η Αγγελική.

Τότε ξυπνούσε μέσα της η Σελέστ της Πόλης. Έβγαζε τα εντυπωσιακά φορέματα από το μεγάλο μπαούλο, το οποίο, από τότε που γύρισε στο νησί, δεν πολυάνοιγε. Θυμόταν τη Μαντάμ Φανή, που της είχε ράψει τα περισσότερα απ’ αυτά, και συγκινούνταν. «Λοιπόν, θα έρθεις στο δείπνο που θα παραθέσει η κυρία Απέργη για την εορτή του αντρός της. Δεν σηκώνω καμία αντίρρηση!» δήλωσε επιτακτικά μια μέρα η κυρία Θάλεια. Με τα πολλά, η Ουρανία δέχθηκε. Σε τελική ανάλυση, συμφωνούσε κι εκείνη ότι ήταν καιρός να κοιτάξει ξανά τη ζωή της. Θα της κρατούσε το παιδί το Ελεγκάκι, θα έβαζε το πιο όμορφο φόρεμά της και θα πήγαινε.

συνεχίζεται…

in ,

Αξιολογήστε το άρθρο

18 points
Upvote Downvote

Total votes: 26

Upvotes: 22

Upvotes percentage: 84.615385%

Downvotes: 4

Downvotes percentage: 15.384615%

ΣΧΟΛΙΑΣΤΕ

Παρακαλούμε Συνδεθείτε για να σχολιάσετε
  Εγγραφείτε  
Ειδοποίηση για