Γράφει η νομικός Φλώρα Καλογήρου
Στο Προξενείο έρχονται καθημερινά Ελληνοκαναδοί συνταξιούχοι για να λάβουν βεβαιώσεις ζωής για τα ασφαλιστικά τους ταμεία στην Ελλάδα (ΙΚΑ, ΟΓΑ, Δημοσίου). Είτε κατά ζεύγη, είτε κατά μόνας.
Ερχονται πότε- πότε και κάποια ζευγάρια που διαφέρουν από τους υπόλοιπους συνταξιούχους.
Χαμογελαστοί, περιποιημένοι, ο παππούς με το σακάκι του, η γιαγιά με την τσαντούλα της, μια καρφίτσα, συνήθως, στο πέτο και μαλλί κομμωτηρίου, με τα χαρτιά τους στην εντέλεια.
‘Οταν ελέγχω τα ταυτοποιητικά έγγραφά τους, τα καναδικά διαβατήρια πιο συγκεκριμένα, παρατηρώ ότι συχνά έχουν την ίδια ημέρα και τόπο έκδοσης και συνεχόμενο αύξοντα αριθμό.
Και τους φαντάζομαι να έχουν πάει μαζί στην αρμόδια Δ/νση Διαβατηρίων για να βγάλουν καινούργιο διαβατήριο, να στέκονται μαζί στο ταχυδρομείο για να στείλουν τη βεβαίωση της σύνταξής τους στην Ελλάδα, μαζί στην τράπεζα για τους λογαριασμούς τους, μαζί στο σούπερ μάρκετ με τον παππού να σέρνει το καρότσι και τη γιαγιά να διαλέγει ντομάτες, μαζί να πηγαίνουν στην εκκλησία κάθε Κυριακή.
Αυτή η τελετουργία του “μαζί” σβήνει την αρχική αιτία της κοινής διαδρομής, θαρρώ.
Αυτά τα ζευγάρια χτίζουν ένα Σύμπαν ολόδικό τους και σαν δυο πιτσουνάκια χτίζουν τη φωλιά τους με χαρτιά από συνεχόμενους αύξοντες αριθμούς: στην Εφορία, στο Προξενείο, στην Τράπεζα, στο Ταχυδρομείο.
Μού έτυχε κάποτε ένα τέτοιο ζευγάρι, που ήρθε να λάβει 2 βεβαιώσεις ζωής για τη σύνταξη του ΙΚΑ. Πάντα προσέχω να επικολλώ ένσημα με συνεχόμενο ΑΒΕ (Αριθμό Βιβλίου Ελέγχου) στις βεβαιώσεις αυτών των αυτοκόλλητων ανθρώπων με τα συνεχόμενα στοιχεία ταυτοποίησης, ώστε να μη χαλάσω, άθελά μου, τη σειρά με την οποία έχουν τυλίξει τη ζωή τους σαν μάλλινη καρώ κουβέρτα. Σαν να επικυρώνω τη γραφειοκρατική αλληλουχία και να συμβάλλω συνωμοτικά, έστω και λιγάκι, στη συνέχιση ενός “αστείου” που αφορά μόνο εκείνους.
Ωστόσο, αυτή τη φορά, με περίμενε μια έκπληξη: ενώ τα καναδικά διαβατήριά τους είχαν εκδοθεί την ίδια ημέρα, από το ίδιο μέρος (Sudbury), ο αριθμός τους δεν ήταν συνεχόμενος. Του ενός έληγε στο έξι και της άλλης στο οκτώ. Όχι στο επτά. Στο οκτώ.
Χαμογέλασα με την ειρωνεία της ματαιωμένης προσδοκίας.
Πώς άραγε να το εξέλαβαν εκείνοι;
Ένα επτά, παρείσακτο, απρόσκλητο, χώθηκε για τα επόμενα χρόνια, σαν τρίτο πρόσωπο ανάμεσά τους!
Αυτό το χαμένο επτά που το χρησιμοποιεί τώρα κάποιος άλλος, αποτελεί ένα ανεπαίσθητο κενό αέρος στην κοινή πτήση της ζωής τους. Κάπου εκεί έξω, πετάει ένα διαβατήριο με λήγοντα το 7.
Tί, άραγε,λένε οι ίδιοι για αυτή τη δυσαριθμία;
Παραδίδοντας τις θεωρημένες βεβαιώσεις και τα διαβατήρια στα ρυτιδιασμένα χέρια τους, δεν άντεξα και σχολίασα:
“Ξέρετε, μού κάνουν εντύπωση τα διαβατήριά σας”.
“Ναι, ναι”, είπαν και οι δυο τους με μια φωνή, μισοχαμογελώντας και κουνώντας το κεφάλι σαν να έλεγαν “άστα, κοπέλα μου”.
“Ηταν να πάρω αυτό με το επτά”, είπε τελικά η σύζυγος με το μωβ μαλλί κομμωτηρίου και το λίγο ταλαιπωρημένο ταγιεράκι, “αλλά, δυστυχώς, το μηχάνημα κόλλησε εκείνη τη στιγμή και το διαβατήριο το συγκεκριμένο καταστράφηκε. Οπότε πήρα το επόμενο που λήγει σε 8. Είναι το γούρι μου. Το 8 είναι ο αριθμός μου”.
Κοίταξα ξανά την ημερομηνία γέννησής της: 08/08/1938.
“Μικρό το κακό, πήρατε το 8 που είναι και το γούρι σας”, σχολίασα. “Σκεφτείτε πως, τουλάχιστον, κανείς δεν χρησιμοποιεί το 7 αντί για εσάς. Μια χαρά!”
Οι δυο τους σαν να αναθάρρησαν, οι ώμοι τους σηκώθηκαν πιο στητοί ξαφνικά. Σαν να έψαχναν και οι ίδιοι μια επιβεβαίωση ότι δεν έγινε και τίποτα, δεν χάλασε καμιά αλληλουχία, δεν επισκέφτηκε ξαφνικά η γκαντέμω μάγισσα Ανακατώστρα το σπίτι τους.
Αλληλοκοιτάχτηκαν κάτω από τα γυαλάκια τους κάπως ανακουφισμένοι που τελείωσαν και με αυτή την υποχρέωση, πλήρωσαν 30 δολάρια (ο σύζυγος), πήραν τα χαρτιά τους (η σύζυγος) και έφυγαν α λα μπρατσέτα όπως ακριβώς ήρθαν. Έφυγαν πιθανότατα για την επόμενη στάση τους, το Ταχυδρομείο, από όπου και θα έστελναν, εννοείται μαζί, τις βεβαιώσεις στην Ελλάδα.
Τον επόμενο χρόνο δεν εμφανίστηκαν. Ένα πρωί ήρθε ο γιος τους να δηλώσει τους θανάτους τους στο Προξενείο.
Ο πατέρας του είχε πεθάνει την 1η Αυγούστου. Αιτία θανάτου: καρδιοαναπνευστική ανακοπή.
Η μητέρα του απεβίωσε μία εβδομάδα μετά, στις 8 Αυγούστου. Αιτία θανάτου: εγκεφαλική αιμορραγία.
Οι ληξιαρχικές πράξεις θανάτου τους πήραν αριθμό 87/2021 και 88/2021.
Α λα μπρατσέτα τα γεροντάκια, μέχρι το τέλος.
(Σημείωση: η συγκεκριμένη ιστορία είναι εν μέρει μυθιστορηματική. Είμαι σίγουρη πως κι εσείς που διαβάζετε, έχετε συναντήσει ή τουλάχιστον, ακούσει για παρόμοια ζευγαράκια. Επίσης, δεν απαιτείται πια η αυτοπρόσωπη παρουσία των συνταξιούχων στο Γενικό Προξενείο Τορόντο για τις βεβαιώσεις “εν ζωή”. Η όλη διαδικασία, πλέον, πραγματοποιείται ηλεκτρονικά μέσω της νεοσύστατης πλατφόρμας “MyConsulLive”και οι συνταξιούχοι πραγματοποιούν διαδικτυακή κλήση με αρμόδια δυνάδελφο. Τις προάλλες ένας υπέργηρος συνταξιούχος βγήκε στην οθόνη με κοστούμι και γραβάτα, με αναπαυτικά μαξιλάρια πίσω του, στην πένα. Τέλος, εννοείται πως τηρώ πάντα, τη συνεχόμενη επικόλληση ΑΒΕ, μη χαλάσω καμιά μυστική ακολουθία, άθελά μου)
Ακολουθήστε την Α,ΜΠΑ; στο Google News

Τι ωραία ιστορία και πόσο καλογραμμένη! Με συγκινήσες!
Όμορφο και ζεστό.
Συγκινηθηκα, σαν να περιγραφεις τους παππουδες μου, ο ηλικιωμενος με το σακακι και την καρω καζακα και η ηλικιωμενη με το ταγερ και το τσαντακι. Δυο ανθρωποι, ενας κομπος αγαπης. Κ οταν εφυγε ο ενας και σχιστηκε το κουκουλι που επλεκαν 70 χρονια, η αλλη εμεινε διπλά χαμενη διοτι οχι μονο εχασε τον ανθρωπο της αλλα και δεν ηξερε, ουτε και ηθελε, αλλη ζωη περα απ το κουκουλι της.