Η ταμπέλα είναι δίκοπο μαχαίρι κι η αγάπη ξεγελάει.
Η ιστορία της Jola όπως την ξεχώρισα σήμερα.
____________
Αγαπητή Ρένα
είμαι 31 και μόλις χώρισα από μια σχέση 7,5 χρόνων. Νιωθω ότι ένα κομμάτι μου πέθανε με αυτή τη σχέση.
Ήταν ένας σύντροφος που στην αρχή με έκανε να νιωθω ότι ήμουν ο πιο σημαντικός άνθρωπος στον κόσμο. Ήταν εκδηλωτικός, τρυφερός, ρομαντικός γεμάτος πάθος έρωτα και λαχτάρα για μένα. Έτσι με κέρδισε στην αρχή. Κι ύστερα ερωτεύτηκα τον αυθορμητισμό του, την εξωστρέφεια του, την τρελα του, τον ενθουσιασμό μικρού παιδιού που είχε για τα πάντα.
Τα πρώτα χρόνια κύλησαν σαν παραμύθι. Εννοείται υπήρχαν τσακωμοί και προβλήματα αλλά είμασταν τόσο ερωτευμένοι που ένιωθα το χαζό «it’s us against the world». Οι έξοδοι πολλοί, να τα εστιατόρια, να τα ντελίβερι. Άρχισα να παίρνω κιλά, καθώς πάντα είχα κακή σχέση με το φαγητό και τάση προς την παχυσαρκία. Στην αρχή δεν έδειχνε να τον νοιάζει καθόλου. Ένοιαζε βέβαια εμένα, πράγμα που κατανοώ ότι σίγουρα επικοινωνουσα στη σχέση ακόμα και ασυναίσθητα. Άρχισα λοιπόν να νιωθω μειονεκτικά. Τώρα πια ξέρω ότι μίκρυνα, κρύφτηκα προσπάθησα να είμαι περισσότερο αρεστή με τη συμπεριφορά μου για να μην «αντιληφθεί» το σώμα μου.
Φυσικά άρχισε και εκεινος να απομακρύνεται. Σε 5 χρόνια πήρα περίπου 30 κιλά από τη μέρα που με γνώρισε. Στην αρχή μου έλεγε ότι αυτό δεν κρίνει τη σχέση μας και ότι δε θα ήταν ποτε λόγος για να αλλάξει αυτό που ένιωθε για μένα.
Ύστερα ήρθε για εκείνον μια συνεργασία με μια παιδοψυχολογο. Στα πλαίσια της συνεργασίας τους, εκείνη αναγνώρισε συμπτώματα ΔΕΠΥ στη συμπεριφορά του. Του μίλησε γι αυτό και εκεί αποκαλύφθηκαν πολλά και στους δυο μας. Έλλειψη συγκέντρωσης, τρομερά λάθος αντίληψη του χρόνου, απόσπαση προσοχής, ανασφάλεια από αποτυχίες στην παιδική ηλικια. Όλα μας τα προβλήματα μπήκαν σε ένα πλαίσιο και απέκτησαν έναν τίτλο.
Σε όλα αυτά προϋπήρχε ένα οικογενειακό περιβάλλον απόν. Ένας πατέρας απών, χωρίς τρυφερότητα, χωρίς υπομονή χωρίς κατανόηση. Μια μητέρα με σύνδρομο κατωτερότητας και οικονομικης εξαρτησης από τον σύζυγο. Μια μητέρα που ένιωθε ότι δεν δικαιούται να μιλάει. Αυτό το παιδί στο σπίτι του ήταν, για όλους, ο άχρηστος. Ο κακός μαθητής, ο ξεχασιάρης, ο αιώνιος φοιτητής. Και για όλα αυτά τον τιμωρούσαν με περιθώριο. Δε θα κανεις αθλήματα. Δε θα σου δωσω το αμάξι γιατί θα το χαλάσεις. Δεν είσαι ικανός να οδηγήσεις μόνος σου.
Εγώ τον κοιτούσα, τον ζούσα και αναρωτιόμουν με τι μάτια βλέπανε αυτοί οι άνθρωποι; Εγώ έβλεπα (και βλέπω ακόμα) έναν καλόψυχο άνθρωπο, ευαισθητο, πληγωμένο, που το μόνο που είχε ανάγκη ήταν κάποιος να τον στηρίξει πραγματικά και να είναι δίπλα του.
Όταν πια ήρθε και αυτή η καινουρια λέξη, η ΔΕΠΥ, νιώσαμε, και εγώ και εκεινος, ότι όλα βγάζουν νόημα και όλα διορθώνονται. Αυτά που τον δυσκόλευαν στη ζωή του, στην καθημερινότητα του και στη σχεση μας, είχαν ονοματεπώνυμο. Οι συμπεριφορές που μας είχαν οδηγήσει μια φορά στο χωρισμό (3 μηνών) μπορούσαν πια να διαχειριστούν.
Το θέμα είναι ότι εγώ μέσα μου περίμενα εκεινος να κάνει τα βήματα που απαιτούνται σε αυτήν τη περίπτωση. Να ζητήσει καθοδήγηση από κάποιον ειδικό, να κάνει coaching και αν κρινόταν απαραίτητο να το αντιμετώπιζε και φαρμακευτικά.
Εκεινος ίσως ένιωσε τόση ανακούφιση που η μιζέρια της ζωής του είχε όνομα, που για καιρό του αρκούσε αυτό. Ότι γινόταν έλεγε «ρε γαμωτο, η ΔΕΠΥ είναι»
Σε όλα αυτά τα πλαίσια ήρθε και η συγκατοίκηση από δίκη του προτροπή με σκοπό η σχέση μας να προχωρήσει. Μείναμε μαζί και ο πρώτος χρόνος ηταν όμορφος.
Ή έτσι νόμιζα εγώ. Εκεινος σιγά σιγά άρχισε να χάνεται. Τσακωνόμασταν για την ακαταστασία, για τις δουλειές του σπιτιού, για το πόση σημασία δίνει στο σπίτι και στη σχέση μας.
Εγώ ένιωθα παραμελημένη. Κι εκεινος για να αποφύγει να το αντιμετωπίσει, άρχισε να δουλεύει όλη μέρα. Κι όταν τελείωνε απέφευγε να γυρισει σπίτι, απέφευγε να γυρισει σε μένα. Όποτε τον έψαχνα το βράδυ, ήταν με κάποιο φίλο του. Έκλεινα το μαγαζί και έκανα μια βόλτα περιμένοντας να τελειώσει τη δουλειά του. Και τον έβλεπα με τα ρούχα της δουλειάς να πίνει ποτά με τους κολλητούς του.
Ένιωθα ότι έχει αρχίσει να με βαριέται. Εγώ το ερμηνευα ως πρόβλημα της εμφάνισης μου. Έλεγα δεν είμαι ποθητή πια και με βαρέθηκε. Το σεξουαλικο είχε πάρει την κατηφόρα τα τελευταία 2-3 χρόνια.
Και φτάνουμε στο 2020. Οι τσακωμοί όλο πιο πολλοί. Εκεινος να κάνει λάθη, να με ξεχνάει, να με αγνοεί, να με παραμελεί, και μετά να ορκίζεται ότι δεν το θέλει. Εγώ να επιμένω ότι αν θες έναν άνθρωπο, και αν τον αγαπάς, δε γίνεται να τον αποφεύγεις και να τον ξεχνάς. Κάθε τσακωμός, όλο και χειρότερος. Εγώ, βγαίνοντας από ένα πολύ σοβαρό οικογενειακό πρόβλημα υγείας και μια καραντίνα, είχα κατακόρυφη πτώση αντοχής, ανοχής, υπομονής και ελπίδας. Μέχρι το Μάρτιο ότι συνέβαινε, εκεινος μου έλεγε καρδούλα μου θα το παλέψουμε, θα τα καταφέρουμε, αφού σε αγαπάω και με αγαπας. Και εγώ τον λάτρευα και (τον λατρεύω) πίστευα στην καλή του θέληση (ή τέλος πάντων στο ότι έλεγε ότι έχει καλή θέληση). Έκανα πίσω, μαλακωνα, τον πλησίαζα. Όλα έφτιαχναν για μια βδομάδα. Μετά ξανά τα ίδια.
Όταν έφτανα στα όρια μου και έλεγα δεν παει άλλο, άρχιζε να μου λέει «το ξέρω ότι δεν παω καλά. Νιωθω δυστυχισμένος και μίζερος με όλα. Δεν κάνω όνειρα για τίποτα. Νιωθω ότι τίποτα δεν έχει νόημα. Εσυ δε μου φταις. Από μέσα μου ξεκινάει. Εσυ είσαι ότι καλύτερο μου έχει συμβεί ποτε. Δεν το κάνω επίτηδες. Κολλάει το μυαλό μου. Δεν ξέρω τι έχει φταίξει.»
Κι απτό Μάρτιο λοιπόν άρχισε να ξεθωριάζει από τη σχέση. Όλο και πιο απών. Ο ίδιος που μου υπόσχονταν ότι όλα θα τα παλέψουμε, με άφηνε να τα παλεύω μόνη μου. Με απέφευγε. Τον άγγιζα, ερεθίζονταν αλλά επέλεγε να μου γυρισει την πλάτη. Σαν να μην ήθελε να με ακουμπήσει.
Και το επόμενο βήμα, έγινε παρελθόν. Από εκεί που έκανε όνειρα παλιά, άρχιζε να αποφεύγει τη συζήτηση, να βρίσκει λόγους που δεν ήταν ώρα να συζητήσουμε το επόμενο βήμα.
Πριν 20 μέρες και ενώ σχεδόν δυο μήνες είμασταν σαν δυο ξένοι στο ίδιο σπίτι, τον ρώτησα αν θέλει να χωρίσουμε. Μου είπε ότι θεωρεί πως αυτό πρέπει να γίνει, γιατί όσο κι αν δεν το βλέπω, εκεινος προσπαθεί να βρει τη λύση και δεν τη βρίσκει. Μου είπε ότι δεν ξέρει γιατί φέρεται έτσι, αλλά δεν το κάνει συνειδητά. Και μου είπε ότι όσο κι αν έχει προσπαθήσει μέσα του να βρει τη λύση, πάντα με πληγώνει και δεν βρίσκει τον τρόπο να με κάνει ευτυχισμένη.
Ποναω. Νιωθω ότι η καρδιά μου είναι ζμπαραλια. Δεν ξέρω. Είναι απλά ένας μαλακας που του τελείωσε πριν δυο χρόνια και δεν είχε τα κότσια να το πει; Και με άφησε να φτάσω στο έσχατο σημείο; Και γιατί δε με άφησε να το κάνω νωρίτερα; Γιατί μου υπόσχονταν ότι θα βρεθεί η λύση και ότι μπορούμε να τα καταφέρουμε; Ή ειναι μια χαμένη πληγωμένη ψυχή που απλά την κατάπιε το τέρας που την πλήγωνε;
Ξέρω ότι αυτή η συμπεριφορά δε μου άξιζε. Αλλά ξέρω ότι υπήρχε αγάπη. Ήμουν εκεί την είδα. Την ένιωσα. Ήμουν τόσο αφελής; Τι έφταιξε; Αν με αγαπούσε τόσο όσο έλεγε τί έφταιξε και απλά παραιτήθηκε; Γιατί δεν έκανε τα πάντα;
– από την Jola
____________
Ας οργανώσουμε τη συζήτηση.
Κατ’αρχάς ας διευκρινίσουμε τι είναι αυτή η περιβόητη ΔΕΠΥ: Διαταραχή Ελειμματικής Προσοχής και Υπερκινητικότητας. (ADHD) Πρόκειται για νευρολογική διαταραχή εκ γενετής και δεν “θεραπεύεται”, απλώς την διαχειρίζεται κανείς. Για να είμαι εντελώς ειλικρινής, προσωπικά θεωρώ ότι είναι ένας εναλλακτικός τρόπος ύπαρξης (μάλιστα με διαφοροποιήσεις μέσα στο φάσμα του) κι ότι οι μη νευροτυπικοί άνθρωποι δεν είναι ούτε ανάπηροι (κι ας λαμβάνουν ποσοστό αναπηρίας από τα ασφαλιστικά ταμεία), ούτε μειωμένων δυνατοτήτων. Ο εγκέφαλος τους στροφάρει διαφορετικά.
Η ταμπέλα σε ένα άτομο που διαφέρει από την νόρμα έχει διπλή βαρύτητα. Από την μία πλευρά, απαντά μέσα τους σε ό,τι τους δυσκόλευε και δεν είχε όνομα. Τώρα το αναγνωρίζουν. Από την άλλη, μπορεί να λειτουργήσει ως απαλή, ανακουφιστική κουβερτούλα που θα μπορούσε να κάνει το άτομο να εφησυχάσει. Αφού Χ, τότε Ψ, και κάπως έτσι να μην δοκιμάζει τίποτα που το δυσκολεύει.
Στην δική σας περίπτωση, θα έλεγα αρχικά ότι μια διαπίστωση ότι υπάρχουν κάποια συμπτώματα ΔΕΠΥ, από μια παιδοψυχολόγο στο πόδι, δεν συνιστά επίσημη διάγνωση. Χρειάζεται διεπιστημονική επιτροπή και απαραιτήτως ψυχίατρος. Μπορεί κάποιος να έχει συμπτώματα από μια σειρά διαταραχών, όμως χρειάζεται να απαντούν σε συγκεκριμένη ποσόστωση και κλίμακα ώστε να αποφανθεί ο ειδικός ότι συντρέχει λόγος επίσημης διάγνωσης. Δεν σχολιάζω καν την φαρμακευτική πρόταση, καθώς ούτε αυτό είναι πανάκεια.
Όπως όμως φαίνεται ο σύντροφός σου “πιάστηκε” από την ανεπίσημη αυτή διάγνωση για να την φορτώσει μια σειρά προβλημάτων που ξεκινούν από την οικογένειά του. Η οποία, παρεμπιπτόντως, αν όντως έχει ΔΕΠΥ και δεν το αναγνώρισε ποτέ, είναι αναμενόμενο στην μη ευαισθητοποιημένη κοινωνία να τον αντιμετωπίζουν ως περίπου ζαβό. Αυτό κλιμακώνεται σε συμπεριφορές που ομοιάζουν με κατάθλιψη. Η φυγή, το escapism, η ανηδονία, η έλλεψη ερωτικής διάθεσης, η κατηγορία του εαυτού μοιάζουν να κραυγάζουν ότι ο άνθρωπος αυτός χρειάζεται θεραπεία. Θεραπεία με ειδικό ψυχολόγο που θα τον βοηθήσει να αντιμετωπίσει τις προκλήσεις και να βρει το κουράγιο να τις διαχειριστεί, έχει, δεν έχει ΔΕΠΥ τελικά. Χωρίς αυτήν, ήταν προδεδικασμένο ότι θα χωρίζατε και θα είχατε συγκρούσεις στην καθημερινότητα. Εδώ είναι νευροτυπικός ο άλλος και συγκρούεσαι για τα άπλυτα πιάτα ή τα ρούχα στο πάτωμα… Μπορεί να πάει ως ένα σημείο, δεν μπορεί να κάνει τα πάντα χάρις στην αγάπη.
Η αγάπη είναι καλή, πολύ καλή, όμως δεν είναι η βάση μιας σχέσης. Η βάση μιας σχέσης είναι η επικοινωνία κοινών αναγκών κι ο τρόπος να τις ικανοποιούμε μέσα σε αυτήν. Κι εσύ δεν ικανοποιούσες τις ανάγκες σου μέσα σε αυτή τη σχέση. Γι’αυτό πάχυνες, μάλιστα. Δες το χωρισμό ως μια νέα αρχή στη ζωή σου. Γιατί αυτό είναι.
Ακολουθήστε την Α,ΜΠΑ; στο Google News

Για την ΔΕΠΥ δεν γνωρίζω λεπτομέρειες αλλά τα για όλα τα άλλα έχω να πω ότι τα κιλά τα παίρνουμε όταν κάτι μας φταίει. Νομίζω ότι κανένας δεν αφήνεται όταν όλα πάνε καλά. Φροντίζει τον εαυτό του και το κάνει με χαρά. Στην έκβαση της ιστορίας βλέπω μια τεράστια ευκαιρία για στροφή και αναδιοργάνωση. Ποτέ δεν ξέρεις τι υπέροχο κρύβει το μέλλον! Ακόμα και αν κάποτε υπήρξε αγάπη δεν είσαι υποχρεωμένη να ανεχτείς την δυστυχία που υφίστασαι τώρα. Μην αναλώνεσαι στα γιατί, καμιά φορά απλά έτσι είναι η κατάληξη. Δε βαριέσαι… υπάρχει σίγουρα κάποιος εκεί έξω που περιμένει. Προχώρα.