lost daughter scaled
in , ,

Η χαμένη κόρη: Μια μέτρια ταινία για το τέλος της ιδανικής μητέρας

Το σενάριο ζορίζεται γιατί η Φεράντε θέλει άλλα ντεσιμπέλ για να μεταφερθεί στον κινηματογράφο, όμως, η ιστορία ανοίγει μια συζήτηση για ένα θέμα ταμπού: τα σκοτάδια της μητρότητας

Για να μπούμε κατευθείαν στο ψητό, η «Χαμένη Κόρη» της Μάγκι Τζίλενχαλ είναι μία μέτρια προς κακή ταινία, με μία Οσκαρική ερμηνεία –αυτή της Ολίβια Κόλμαν-, και μία σημαντική αποστολή: να μιλήσει ανοιχτά και αναπολογητικά για ένα τεράστιο ταμπού, που είναι τα σκοτάδια της μητρότητας, σκοτάδια που βιώνουν οι περισσότερες μητέρες, τα ομολογούν πολύ λίγες και σίγουρα καμία σχέση δεν έχουν με το πατριαρχικό περί μητρότητας αφήγημα.

Γιατί, όμως, είναι μέτρια (προς κακή) η ταινία; Το βασικό πρόβλημα έχει να κάνει με τη Φεράντε, στης οποίας το μυθιστόρημα βασίζεται το σενάριο. Η Φεράντε διαβάζεται με την καρδιά και «χτυπάει» απευθείας στις αναμνήσεις, για να ακολουθήσουν όλες οι διεργασίες ερμηνείας και απόσταξης του αναγνώσματος.

Όσα αφηγείται, ασχέτως αν έχουν να κάνουν με διαφορετική από τη δική μας εποχή –όπως στην «Υπέροχη φίλη μου», βρίσκουν στόχο και τόπο κοινό στις αναγνώστριες: η κάθε μια αναγνωρίζει τον εαυτό της ή κάποια που κάποτε γνώρισε και σχετίστηκε. Η Φεράντε μιλάει για σχέσεις πολύ συγκεκριμένων συναισθηματικών αποχρώσεων και ντεσιμπέλ που δύσκολα μπορούν να περάσουν στο σελιλόιντ επακριβώς.

Ωστόσο, είναι σπουδαίο που κάποια –η Τζίλενχαλ εν προκειμένω- έκανε την αρχή σε ένα «τζιζ» θέμα. Μια μητέρα που εγκαταλείπει τα παιδιά της και μάλιστα ομολογεί ότι πέρασε «καταπληκτικά» αυτά τα τρία χρόνια της μποεμίας της μακριά τους, δεν είναι κάτι που συμβαίνει κάθε μέρα και επίσης δεν είναι κάτι που βλέπουμε κάθε μέρα στον κινηματογράφο ή τη mainstream τηλεόραση.

(Τα λέει εξαιρετικά και η Τζούλη Αγοράκη στον Χρήστο Παρίδη, εδώ)

Έτσι ακόμα κι αν το σενάριο ζορίζεται και κάποτε κάνει κοιλιά, ακόμα κι αν η σκηνοθεσία είναι κάπως άπειρη και μουδιασμένη και κάποτε την καταπίνει η μεγαλειώδης ερμηνεία της Κόλμαν, ωστόσο, κάποια μίλησε επιτέλους για την απόγνωση της μητρότητας, για τα παράξενα και καθόλου μητρικά αισθήματα που μπορεί να προκαλούν τα παιδικά τάντρουμ, για τη μοναξιά και κάτι που μοιάζει με μετάνιωμα, αλλά ποτέ δεν θα σου επιτραπεί να το ομολογήσεις, χωρίς να βρεθείς στο πυρ το εξώτερον.

Είναι μια κουβέντα σκληρή, ανυπόφορη, αμαρτωλή σχεδόν, που κάποτε όμως έπρεπε να γίνει γιατί και οι μητέρες είναι άνθρωποι και χωρίς σοβαρές βοήθειες, παρά μόνο με υποχρεώσεις, καταρρέουν, πολύ συχνά χωρίς να τολμούν καν να το ομολογήσουν.

Στην ταινία, αν δεν πεθάνει πρώτα η υπομονή, πεθαίνει ένα πολύ προβληματικό ιδανικό που για χρόνια ξεπάστρεψε πολλές γυναίκες, αυτό της αγίας μητέρας, που όλα τα αντέχει και όλα τα συγχωρεί και γίνεται θυσία. Εδώ, η μάνα μπορεί να είναι κάποια (κάποιες πολλές, δηλαδή) που παραπαίει ανάμεσα στην αγάπη για τα παιδιά της και την αγάπη για τον χαμένο εαυτό της. Έναν εαυτό που πρέπει να ξεχάσει, επειδή έγινε μάνα και σύζυγος.

Ο εσωτερικός διάλογος της Κόλμαν, όλο αυτό το σιγανό κουβεντολόι και όλο αυτό το μεταχρονολογημένο μάλωμα για το πόσο ανάξια μητέρα υπήρξε ξετυλίγεται χωρίς περιστροφές και μισόλογα.

Όσα έπνιγε για χρόνια, κάποια στιγμή πνίγουν την ίδια και απλά αρπάζει το σακάκι της και φεύγει. Να μια φαντασίωση που το παλιό ιδανικό της μητρότητας θα έπνιγε στον νεροχύτη, πριν καν σχηματιστεί!

Ωστόσο, η ταινία αυτή τη φαντασίωση την κάνει εικόνα, της δίνει φωνή και την αφήνει να εκφραστεί ακόμα και μέσα από τους πιο σκοτεινούς λαρυγγισμούς.

Είναι αυτό που συμβαίνει τώρα, τα τελευταία χρόνια, με  όλο και περισσότερες γυναίκες να μιλούν ανοιχτά για τα αβάσταχτα της μητρότητας, ειδικά όταν αυτή είναι μοναχική, δεν συνοδεύεται από καμία βοήθεια και πρέπει να υπομένει μαζί με όλα τα άλλα τους ανύπαρκτους συζύγους, τη σιγουριά τους ότι μπορούν να κυνηγάνε ανενόχλητοι τα «θέλω» τους με μόνη υποχρέωση να φιλάνε τα παιδιά τους για καληνύχτα το βράδυ.

Η Γιορτή της Μητέρας και οι αλήθειες που δεν λέμε

Είναι η σκληρή διατύπωση, που για καιρό οι γυναίκες απέφευγαν, ότι καριέρα και μητρότητα πολύ συχνά σημαίνει ψυχικό θάνατο και πνευματικό μαρασμό, στρόφιγγες οξυγόνου που κλείνουν στην προσπάθεια όλα να είναι τέλεια, όλα να λειτουργούν και όλοι να είναι ευχαριστημένοι –και κυρίως η κοινωνία- από τη μάνα – μηχανή που δουλεύει παντού και πάντα ρολόι.

Είναι μια κουβέντα σκληρή, ανυπόφορη, αμαρτωλή σχεδόν, που κάποτε όμως έπρεπε να γίνει γιατί και οι μητέρες είναι άνθρωποι και χωρίς σοβαρές βοήθειες, παρά μόνο με υποχρεώσεις, καταρρέουν, πολύ συχνά χωρίς να τολμούν καν να το ομολογήσουν.

Υπό αυτή την έννοια, η ταινία άνοιξε το Κουτί της Πανδώρας και σχεδόν ελπίζουμε στην επόμενη που θα μιλήσει, με λίγο πιο πλήρες σενάριο και λίγο πιο τολμηρή σκηνοθεσία για όλα αυτά.

Ακολουθήστε την Α,ΜΠΑ; στο Google News

0 Comments
δημοφιλέστερα
νεότερα παλαιότερα
Ενσωματωμένα σχόλια
Δείτε όλα τα σχόλια