Όταν η βρετανίδα ηθοποιός Mischa Barton ανακάλυψε ότι ιδιωτικές της στιγμές είχαν διαρρεύσει στο διαδίκτυο δεν υπήρχε #MeToo ή “Time’sUp” δεν υπήρχε καν ο όρος “εκδικητικό πορνό”, όχι τουλάχιστον στην έκταση που γνωρίζουμε σήμερα τον τρόπο με τον οποίο μπορεί να καταστρέψει το θύμα, να το εξοντώσει ψυχολογικά και οικονομικά και να το οδηγήσει ακόμη και στην αυτοκτονία.
Επίσης, για την ηθοποιό τα έτη μετά το 2014 δεν ήταν και τα καλύτερα για τη σχέση της με τα media. Σε καθημερινή βάση είχε να αντιμετωπίσει τα tabloids που κάποτε ασχολούνταν με την κυτταρίτιδά της, κάποτε με το αν είναι “κακό κορίτσι” και κάνει χρήση ψυχοτρόπων και γενικώς η εικόνα που είχε δημιουργηθεί για εκείνην στην κοινή γνώμη δεν ήταν ακριβώς κολακευτική.
Έτσι, όταν διαπίστωσε ότι ένας πρώην της είχε “σπρώξει” στο διαδίκτυο ιδιωτικές τους στιγμές, με σκοπό να τις πουλήσει πολύ πολύ ακριβά, η απόφασή της να τον κυνηγήσει νομικά, χωρίς να υπολογίζει την έκταση που θα έπαιρνε η υπόθεσή της, στην αρχή σόκαρε και στη συνέχεια προκάλεσε κύμα επικριτικών σχολίων, εναντίον της, φυσικά.
Στο μεταξύ, ο Ο Jon Zacharias, ο πρώην της, είχε ήδη ανεβάσει την τιμή των ιδιωτικών τους στιγμών, ζητώντας μισό εκατομμύριο δολάρια για όποιον θα επιθυμούσε να αποκτήσει τα βίντεο της νεαρής ηθοποιού.
Η μόνη που πίστεψε εξ αρχής την ιστορία της Barton και ήταν αποφασισμένη να το φτάσει μέχρι τέλους -δημιουργώντας προηγούμενο, μάλιστα- ήταν η δικηγόρος της ηθοποιού, Lisa Bloom που με επιμονή και θάρρος τον Ιούνιο του 2017 πέτυχε δύο μεγάλες δικαστικές νίκες. Η πρώτη ήταν να απαγορεύσει τη διάδοση του επίμαχου υλικού και να χρίζει αυτομάτως συνένοχο του Zacharias, όποιον το αποκτούσε και αποφάσιζε να το διακινήσει.
Με την κίνηση αυτή πρακτικά αχρηστευόταν ο αρχικός χθόνιος στόχος του διασυρμού από τον δράστη. Η δεύτερη νίκη ήταν η απαγόρευση στο Zacharias να πλησιάζει την ηθοποιό σε απόσταση μικρότερη από 100 γιάρδες.
Η νίκη της Barton -παρά την κακοποίηση από τα tabloids και τη μηδενική στήριξη μέχρι εκείνη τη στιγμή από τον χώρο του θεάματος- την “ξεκλείδωσε” και της έδωσε θάρρος να μιλήσει ανοιχτά για την ιστορία της, δίνοντας κουράγιο και σε άλλες γυναίκες που είχαν βιώσει μία παρόμοια εμπειρία.
«Νιώθω πιο δυνατή, νιώθω νικήτρια. Είναι πολύ σημαντικό και οι άλλες γυναίκες να ξέρουν τα δικαιώματά τους. Είμαστε τυχερές που ζούμε σε μια εποχή στην οποία μπορούμε να επαναφέρουμε τη συζήτηση περί φεμινισμού και ενδυνάμωσης. Το τεράστιο πρόβλημα είναι ντροπιάζουμε τις γυναίκες των οποίων κοινοποιείται η ερωτική τους ζωή, είτε αυτό είναι κάτι που συμβαίνει με τη θέλησή τους είτε όχι», είχε δηλώσει η Barton σε μία από τις πολλές συνεντεύξεις που έδωσε μετά τη δικαστική νίκη της.
Το ελπιδοφόρο, όπως σχολίαζαν τότε αρκετές φεμινιστικές οργανώσεις, ήταν ότι όλο αυτό το είχε πετύχει μια γυναίκα που καθ’ όλη τη διάρκεια των προηγούμενων ετών είχε πέσει θύμα body shaming, slut shaming, mental health shaming, ωστόσο όταν κλήθηκε να υπερασπιστεί την ιδιωτικότητά της, βρήκε τη δύναμη να ακυρώσει τα σχέδια του διώκτη της.
Ακολουθήστε την Α,ΜΠΑ; στο Google News
