Είναι κοντά πέντε μήνες τώρα που εξελίσσεται στο Μικτό Ορκωτό Δικαστήριο Αθηνών, ενίοτε σε αντίξοες και ηλεκτρισμένες συνθήκες, η δίκη Λιγνάδη. Ο πρώην καλλιτεχνικός διευθυντής του Εθνικού Θεάτρου κατηγορείται για κατά συρροή βιασμούς τριών ανηλίκων και ενός ενήλικα. Ασφαλώς πρόκειται για μια εμβληματική δίκη με διαστάσεις ιστορικότητας για πολλούς λόγους, γιατί ο κατηγορούμενος ήταν ένα γνωστό πρόσωπο που κατείχε θέσεις ευθύνης, ενώ οι καταγγέλλοντες προέρχονται από τα πλέον αποκλεισμένα περιβάλλοντα και άρα η απόσταση ισχύος μεταξύ τους είναι απροσμέτρητη, γιατί είναι μια υπόθεση που αναδείχθηκε μέσα από το ελληνικό metoo και άρα η έκβαση της θα επιδράσει στη δυναμική του κινήματος κατά της σεξουαλικής κακοποίησης αλλά και γιατί θα είναι καθοριστική ως προς την πρόσληψη του εγκλήματος του βιασμού από τον θεσμό της δικαιοσύνης και την απόκριση του στα θύματα.
Έχοντας παρακολουθήσει σχεδόν όλες τις συνεδριάσεις της συγκεκριμένης δίκης, μπορώ να διαβεβαιώσω – αποτυπώνεται άλλωστε και στις καταγραφές του Παρατηρητηρίου για τη δίκη Λιγνάδη- πως ένα τμήμα του λόγου που αρθρώθηκε συγκροτεί αυτό που στην κοινωνιολογία και την εγκληματολογία κωδικοποιείται ως «μύθοι περί βιασμού». Οι μύθοι για τον βιασμό έχουν οριστεί ήδη από την δεκαετία του 80 από τον Burt ως «προκαταλήψεις, στερεότυπα ή ψευδείς πεποιθήσεις για τον βιασμό, τα θύματα βιασμού και τους βιαστές», συνιστούν ευρέως διαδεδομένες αντιλήψεις στην κοινωνία που διαπερνούν τον κρατικό μηχανισμό και τους θεσμούς και αποτελούν το λίπασμα για την κουλτούρα βιασμού.
Πέρα λοιπόν από επικοινωνιακές τακτικές που μόνο παρελκυστικό θόρυβο θέλουν να προκαλέσουν, η ουσία της υπόθεσης είναι οι καταγγελλόμενοι βιασμοί και βασικό διακύβευμα το αν θα ευθυγραμμιστεί το δικαστήριο με τις σύγχρονες επιστημονικές αναλύσεις για τον βιασμό και τη συλλογική εμπειρία των επιζώντων της σεξουαλικής βίας, δυακύβευμα ιδιαίτερα κρίσιμο όχι μόνο για τους καταγγέλλοντες αλλά και για την συνομιλία με την κοινωνία. Γι’ αυτόν τον λόγο και καθώς φτάνουμε προς την τελική ευθεία, σταχυολογώ παρακάτω μια σειρά από ερωτήματα, υπαινιγμούς ή ρητές αναφορές που τέθηκαν από παράγοντες της δίκης αλλά ανήκουν στη σφαίρα των μύθων περί βιασμού.
*Οι καταγγελίες είναι ψευδείς
Δεν υπάρχουν στοιχεία που να επιβεβαιώνουν ότι έχουμε ψευδείς καταγγελίες βιασμού με κάποια αξιοσημείωτη συχνότητα. Αντίθετα όλες οι διεθνείς μελέτες συμφωνούν πως το ποσοστό των μη καταγγελλόμενων βιασμών είναι αρκετά μεγάλο, εξαιτίας της δυσπιστίας των θυμάτων προς τη δικαιοσύνη ή εξαιτίας του φόβου ότι δεν θα γίνουν πιστευτά και θα διαπομπευτούν. Σύμφωνα με τις εκτιμήσεις του FBI μόλις το 2% των καταγγελιών για βιασμό είναι ψευδείς. Γι’ αυτό η σύσταση είναι κάθε καταγγελία για σεξουαλική κακοποίηση να λαμβάνεται σοβαρά υπόψη από τις αρχές και να πλαισιώνεται με προσοχή. Στη συγκεκριμένη περίπτωση μάλιστα έχουμε καταγγελίες από έξι διαφορετικά άτομα (οι δύο έχουν παραγραφεί αλλά αυτό δεν αφαιρεί την αξία της καταγγελίας τους) που χωρίς κατά βάση να γνωρίζονται μεταξύ τους, καταγγέλλουν τον κατηγορούμενο για βιασμό. Το να κάνεις ένα τέτοιο διάβημα γνωρίζοντας πως η διαδικασία που θα ακολουθήσει θα είναι επανατραυματική προϋποθέτει μεγάλα αποθέματα θάρρους.
*Δεν αντιστάθηκαν
Σε συνθήκη αιχμαλωσίας, όπως είναι ο βιασμός, το ίδιο το σώμα θα αναπτύξει το πάγωμα ως έσχατη στρατηγική επιβίωσης γιατί αποτρέπει τον πόνο εξαιτίας της αποσύνδεσης. Αυτή η αντίδραση του οργανισμού χρησιμοποιείται για να ενοχοποιηθεί το θύμα. Σύμφωνα με τη Διεθνή Αμνηστία: «Δεν πρέπει να υπάρχει καμία υπόθεση, στο νομικό ή το πρακτικό επίπεδο, ότι ένα άτομο έχει δώσει τη συναίνεσή του επειδή δεν έχει αντισταθεί σωματικά. Ακριβώς επειδή μια γυναίκα δεν έχει ορατά τραύματα, δεν είπε «ΟΧΙ» ή δεν έδειξε αντίσταση, δεν σημαίνει ότι δεν βιάστηκε. Παρά την προσδοκία ότι ένα «πρότυπο» θύματος βιασμού θα αντισταθεί στον επιτιθέμενο, έχει αναγνωριστεί ότι το πάγωμα στην αντιμετώπιση σεξουαλικής επίθεσης αποτελεί μια κοινή φυσιολογική και ψυχολογική αντίδραση, αφήνοντας το θύμα αδύνατο να αντισταθεί στην επίθεση, συχνά σε σημείο ακινησίας. Για παράδειγμα, μια σουηδική κλινική μελέτη του 2017 διαπίστωσε ότι το 70% των 298 γυναικών που συμμετείχαν, που επιβίωσαν από βιασμούς, παρουσίασαν «ακούσια παράλυση» κατά τη διάρκεια της επίθεσης». Επιπρόσθετα, στη συγκεκριμένη υπόθεση, δύο από τους καταγγέλλοντες υποστηρίζουν ότι βιάστηκαν σε συνθήκη απώλειας αισθήσεων λόγω αλκοόλ και ουσιών, με αποτέλεσμα να έχει ακυρωθεί εκ των προτέρων η δυνατότητα έκφρασης συναίνεσης και αντίδρασης. Στις άλλες δύο εξεταζόμενες καταγγελίες, οι καταγγέλλοντες υποστηρίζουν ότι αιφνιδιάστηκαν και ακινητοποιήθηκαν από τον δράστη σε συγκεκριμένη στάση σώματος χωρίς δυνατότητα απεγκλωβισμού.
*Δεν κατήγγειλαν όταν συνέβη ο βιασμός
Σύμφωνα με το Home Office Data του Ηνωμένου Βασιλείου στο 46% των καταγεγραμμένων βιασμών η καταγγελία έγινε την ίδια μέρα. Εάν πρόκειται για ανήλικο θύμα, το ποσοστό πέφτει στο 28%. Τα υπόλοιπα θύματα κατήγγειλαν αργότερα, ενώ αρκετά δεν μίλησαν ποτέ – για τις ΗΠΑ οι σχετικές μελέτες υπολογίζουν πως δύο στα τρία περιστατικά σεξουαλικής κακοποίησης δεν καταγγέλλονται καν. Πέρα από αυτά, αρκετά άτομα που έχουν υποστεί βιασμό, δε συνειδητοποιούν αμέσως τι τους έχει συμβεί. Αυτό προϋποθέτει την κατοχή εργαλείων επεξεργασίας που ειδικά για άτομα σε εφηβικό ή μετεφηβικό στάδιο με ελάχιστες αναπαραστάσεις για τις σεξουαλικές σχέσεις, δεν είναι δυνατό να υφίστανται. Η ντροπή που εσωτερικεύουν τα άτομα που έχουν υποστεί σεξουαλική βία, δρα ανασταλτικά ως προς την παραδοχή. Το να αναγνωρίσεις τον εαυτό σου ως θύμα βιασμού είναι κάτι πολύ βαρύ που διαρρηγνύει μηχανισμούς αυτοπροστασίας. Όταν συμβαίνει είναι το πρώτο βήμα. Το να κατανοήσεις ότι δεν έφταιγες κι ούτε σου άξιζε είναι το επόμενο. Όλα αυτά θέλουν χρόνο και επώδυνες εσωτερικές διεργασίες. Το κοινωνικό πλαίσιο αναμφισβήτητα βαραίνει, το αν η κοινωνία ακούει τα θύματα ή τα αμφισβητεί είναι κρίσιμο, εξου και πολλά πράγματα που σοβούσαν για χρόνια, ήταν πιο εφικτό να εκδηλωθούν στο πλαίσιο του metoo. Εν προκειμένω, πρέπει να συνυπολογιστεί πως οι τρεις καταγγελίες που αναπτύχθηκαν στο ακροατήριο αφορούσαν σε παιδιά που όταν βιάστηκαν ήταν ανήλικα, είχαν μεταναστευτική καταγωγή, προέρχονταν από φτωχά και αποκλεισμένα περιβάλλοντα, είχαν υποστεί βία και στο παρελθόν στις δύο από τις περιπτώσεις, είχαν απορριφθεί από τις οικογένειες τους, δηλαδή ήταν απολύτως ξεκρέμαστα στον κόσμο.
*Ο κατηγορούμενος είναι γνωστός ηθοποιός και σκηνοθέτης
Το κοινωνικό κύρος που απολάμβανε ο κατηγορούμενος έχει υπογραμμιστεί ως επιχείρημα της αθωότητας του, υπονοώντας ότι ένας άνθρωπος με τέτοιο εκπαιδευτικό και καλλιτεχνικό προφίλ, δεν θα μπορούσε να είναι βιαστής. Ωστόσο, είναι κοινός τόπος διεθνώς πως οι βιαστές δεν ανήκουν σε κάποια ειδική ράτσα. Είναι άτομα που μπορεί να προέρχονται από οποιοδήποτε ταξικό, εκπαιδευτικό, εθνοτικό, θρησκευτικό, ηλικιακό και κοινωνικό στρώμα.
Θα παραθέσω εδώ τη διαφωτιστική ανάλυση της Αγγελικής Καρδαρά, επιστημονικής συνεργάτιδας του Κέντρου Μελέτης του Εγκλήματος: «Είναι μύθος ότι ο βιασμός είναι ένα έγκλημα που απασχολεί τις χαμηλότερες κοινωνικο- οικονομικές τάξεις. Έχει παρατηρηθεί ότι υπάρχει μια έντονη υπερ- εκπροσώπηση των χαμηλότερων κοινωνικό – οικονομικών τάξεων στις δικαστικές και σωφρονιστικές στατιστικές του βιασμού, η οποία είναι μυθοπλαστική και οφείλεται στο γεγονός ότι η εγκληματικότητα αυτών των τάξεων είναι περισσότερο ορατή στις διωκτικές αρχές (…) Μύθος, επίσης, για το προφίλ του δράστη στην ελληνική πραγματικότητα αποτελεί ότι ο βιασμός διαπράττεται από άτομα χαμηλού εκπαιδευτικού προφίλ. Η θυματολογική έρευνα έχει αποδείξει ότι δεν υπάρχει καμία απολύτως συσχέτιση ανάμεσα στο βιασμό και το εκπαιδευτικό επίπεδο του δράστη (…) Ένα επιπρόσθετο σημείο που προκύπτει από την έρευνα, είναι ότι δράστες με υψηλό εκπαιδευτικό επίπεδο έχουν μεγαλύτερη διαπραγματευτική ικανότητα, καθώς και τις ανάλογες δυνατότητες για νε επιτύχουν έναν εξωποινικό συμβιβασμό με το θύμα τους. Συνεπώς, εμπλέκονται σπανιότερα στους μηχανισμούς απονομής ποινικής δικαιοσύνης»
*Είχαν «προκλητικές», γυμνές ή ημίγυμνες φωτογραφίες στα social media
Το τι φοράει ή δε φοράει ένα άτομο, η δημόσια εικόνα του, ο τρόπος που επιθυμεί να απεικονίσει το σώμα του, δεν υποδηλώνει ευθύνη για τη σεξουαλική παραβίαση ή βία που μπορεί να υποστεί. Δεν είναι πρόσκληση για σεξ, ούτε εκφράζει συναίνεση. Πρόκειται για ισχυρισμούς που τοποθετούνται στη σφαίρα του slut shaming, που επιδιώκει να διαπομπεύσει τα θύματα με ηθικοπλαστικό περίβλημα και να αντιστρέψει την ευθύνη. Τα θύματα για να αναγνωριστούν ως θύματα δε χρειάζεται να εφάπτονται με θρησκόληπτες και συντηρητικές εννοιολογήσεις της ηθικής, ώστε να θεωρούνται «άσπιλα» και «αμόλυντα». Σε προηγμένα δικαιικά συστήματα μάλιστα τέτοιου είδους επιχειρηματολογία δεν είναι αποδεκτή.
*Είναι «βίζιτες»
Δεν είναι. Έχουν δηλώσει αναλυτικά τις επαγγελματικές τους δραστηριότητες παρότι δεν χρειαζόταν, αφού δεν σχετίζεται με την ουσία των καταγγελιών. Το να τους προσάπτεται ο συγκεκριμένος προσδιορισμός (που είναι κακοποιητικός για τα άτομα που ασκούν σεξεργασία) δεν είναι μόνο ψέμα, είναι ένα εντυπωσιοθηρικού χαρακτήρα λεκτικό πυροτέχνημα που κανονικοποιεί τη σεξουαλική βία στις/στους εργαζόμενες/ους στο σεξ. Ο,τι ισχύει για τη συναίνεση ως μοναδικό όριο βιασμού ισχύει και για τους/τις sex workers και η αναπαραγωγή της εξωφρενικής αντίληψης ότι οι σεξεργάτες/τριες δε μπορεί να είναι θύματα βιασμού, μεγαλώνει τη δυσκολία των συγκεκριμένων ανθρώπων να μιλήσουν για περιστατικά σεξουαλικής βίας και συντηρεί την ατιμωρησία των κακοποιητών. Δηλαδή και να ήταν σεξεργάτες, δε θα μειώνονταν καθόλου η βαρύτητα των καταγγελιών τους. Δεν είναι, όμως.
*Δεν θυμούνται καλά, μπερδεύουν ημερομηνίες ή το χρώμα του αυτοκινήτου
Κατά τη διάρκεια της εξέτασης τους οι μάρτυρες κατηγορίας κλήθηκαν να περιγράψουν πολλές λεπτομέρειες για γεγονότα και καταστάσεις που έλαβαν χώρα αρκετά χρόνια πριν. Προφανώς υπήρχαν πράγματα που δε θυμούνταν ή ημερομηνίες που θυμούνταν λάθος. Βέβαια, αυτό δεν είναι καθόλου παράδοξο, καθώς ούτως ή άλλως ο οποιοσδήποτε και η οποιαδήποτε από εμάς είναι σχεδόν αδύνατο να προσδιορίσει με απόλυτη ακρίβεια ημερομηνίες συμβάντων πχ για εφτά χρόνια πριν. Πέρα από αυτό, όμως, διεθνείς μελέτες για τη συσχέτιση τραύματος και μνήμης πως είναι αρκετά συχνό για επιζώντα άτομα της σεξουαλικής βίας να μην είναι σε θέση να ανακαλέσουν το σύνολο των λεπτομερειών του τραυματικού βιώματος και ότι απαιτείται ιδιαίτερος κόπος να μπορέσουν να βάλουν την εμπειρία τους σε μια σωστή αλληλουχία. Περιγράφουν δύο τύπους μνήμης, την κεντρική που εντυπώνεται το συναίσθημα του ατόμου κατά τον βιασμό και την περιφερειακή που εμπεριέχει άλλες λεπτομέρειες όπως το χρώμα της μπλούζας του κακοποιητή. Τέτοιες πληροφορίες έχουν αυξημένη πιθανότητα να χαθούν. Αν οι αστυνομικοί, ανακριτικοί, δικαστικοί παράγοντες που εξετάζουν καταγγελίες βιασμών, δεν έχουν υπόψη τους τη νευροεπιστήμη του τραύματος, είναι πιθανό να εμφανίσουν δυσπιστία ως προς τα θύματα. «Υπάρχει κίνδυνος οι ερευνητές όταν ρωτούν για πληροφορίες που έχουν απωθηθεί, να προκαλέσουν στρες ή σύγχυση στα θύματα» επισημαίνει ο Jim Hopper, ψυχολόγος στο Πανεπιστήμιο του Χαρβαρντ. «Διαπιστώνεται μια τραγική ασυμφωνία μεταξύ των προσδοκιών που έχει το σύστημα ποινικής δικαιοσύνης και της φύσης των τραυματικών αναμνήσεων και του τρόπου που είναι πιθανό τα θύματα να τις αναφέρουν» υπερθεματίζει η Amy Hardy, ψυχολόγος στο Kings College
*Εμφανίζονται χαρούμενοι σε φωτογραφίες στα social media μετά τον καταγγελόμενο βιασμό
Το βιβλίο έρευνας και ανάλυσης Fanflik, P. (2007) « Victim Responses to Sexual Assault: Counterintuitive or Simply Adaptive?» όριζε ρητά πως ο καθένας και η καθεμία αντιδρά διαφορετικά στο τραύμα της σεξουαλικής κακοποίησης, κάποια άτομα μπορεί να κλαίνε, κάποια να γελούν, κάποια να μην εκφράζονται καθόλου συναισθηματικά. Σε εκτενές ρεπορτάζ των New York Times τον Σεπτέμβρη του 2018 με αφορμή την υπόθεση βιασμού μιας 18χρονης από δύο αστυνομικούς, οι δικηγόροι των κατηγορούμενων ισχυρίζονταν πως «η κοπέλα δεν είχε την εικόνα θύματος σε θλίψη μετά από βιασμό». Μια σειρά από εξειδικευμένοι επιστήμονες απαντούσαν στη συγκεκριμένη επίκριση ότι δεν υπάρχει αρμόζουσα εικόνα θύματος και ότι κάθε θύμα αναπτύσσει τις δικές του στρατηγικές διαχείρισης του τραύματος που μπορεί να περιλαμβάνουν από πρακτικές αυτοφροντίδας μέχρι σεξουαλικές συμπεριφορές «υψηλού ρίσκου». Ειδικά για τα άτομα σε εφηβικό ή νεανικό στάδιο η Veronique Valliere, ψυχολόγος και εκπαιδεύτρια για θέματα σεξουαλικής βίας σε δομές όπως ο στρατός και το δικαστικό σύστημα, υπογράμμιζε πως είναι πιθανό να έχουν μια ζωηρή δραστηριότητα στα social media, καθώς η αποδοχή μέσω like, τα βοηθά να ανακτήσουν την αυτό – εκτίμηση τους. «Δε σημαίνει πως δεν υποφέρουν από μετατραυματική διαταραχή. Ψάχνουν να βρουν τρόπο να ανακτήσουν τον έλεγχο στη ζωή τους» σημειώνει εμφατικά. Τα παραθέτω ενδεικτικά, γιατί θα έπρεπε να είναι αυτονόητο πως η αξιολόγηση του τρόπου που κάθε υποκείμενο επιτελεί την οδύνη του είναι από μόνη της εκτός από στρεβλή και αχρεία πρακτική. Επίσης, το ότι ένα άτομο έχει υπάρξει θύμα βιασμού δε συνεπάγεται ότι παραιτείται από το δικαίωμα του να ανασυγκροτήσει τη ζωή του, να διεκδικήσει επούλωση, χαρά και απόλαυση.
*Κράτησαν επαφές με τον δράστη ενώ είχε συμβεί ο καταγγελλόμενος βιασμός
Όταν ξέσπασαν οι καταγγελίες για τον Harvey Weinstein, η νομική ομάδα του παραγωγού ξεσκόνισε και ανέσυρε φωτογραφίες αρκετών από τις γυναίκες που τον κατήγγειλαν να είναι σε επαφή μαζί του και μετά τα καταγγελλόμενα γεγονότα. Δεν έπιασε τόπο, όμως το επιχείρημα. Ήταν έωλο. Είναι αυταπόδεικτο πως πολλά άτομα κρατούν σχέση με τους κακοποιητές τους για μικρότερο ή μεγαλύτερο διάστημα για πολλούς λόγους χωρίς κάτι τέτοιο να συνθέτει αιτία αμφισβήτησης της καταγγελίας τους. Μπορεί να είναι δεμένα συναισθηματικά μαζί του – πχ στη μια από τις τρεις περιπτώσεις που εξετάστηκαν στην ακροαματική διαδικασία ο καταγγέλλων ένιωθε ερωτευμένος με τον κατηγορούμενο (κι έγκειται η διαδικασία χειραγώγησης όταν μιλάμε για ανήλικα άτομα). Όταν ο βιασμός συμβαίνει από οικείο πρόσωπο που έχεις ερωτευτεί ή αγαπήσει η ψυχική αποδιοργάνωση είναι μεγαλύτερη απ’ ότι αν συνέβαινε από άγνωστο δράστη. Τα θύματα κλονίζονται, τείνουν να κατηγορούν τον εαυτό τους, δυσκολεύονται να αναγνωρίσουν πως έχουν υποστεί σεξουαλική βία ή ελπίζουν πως ήταν ένα μεμονωμένο κακό επεισόδιο και προσδοκούν επανόρθωση. Η μπορεί να είναι εξαρτώμενα από τον κακοποιητή τους, κάτι που είναι γνώριμο μοτίβο και στον κύκλο της ενδοοικογενειακής βίας, όπου τα θύματα διστάζουν να φύγουν γιατί εξαρτώνται οικονομικά ή βιοποριστικά από τον κακοποιητή. Πάλι σε μια από τις τρεις υποθέσεις που εξετάστηκαν στη δίκη, ο καταγγέλλων όταν συνέβη ο βιασμός του ήταν εξαρτώμενος από τον κατηγορούμενο, διότι τον φιλοξενούσε σπίτι του, ήταν ανήλικος, χωρίς νομιμοποιητικά έγγραφα και το οικογενειακό του περιβάλλον ήταν ρημαγμένο και επίσης κακοποιητικό.
*Επιδιώκουν προβολή
Το επιχείρημα πως τα πρόσωπα του metoo επιδιώκουν την προβολή τους και αντλούν τάχα κάποιο κοινωνικό, επαγγελματικό, πολιτισμικό κεφάλαιο από την έκθεση τους είναι βγαλμένο από την alt right και επιδιώκει μέσω την ταπείνωσης των θυμάτων, την περιφρούρηση του συστήματος της πατριαρχικής βίας και εξουσίας. Εν προκειμένω δύο από τα θύματα και δη αυτά των οποίων οι υποθέσεις έχουν παραγραφεί έχουν δώσει από μια συνέντευξη ο καθένας που αποτέλεσαν και τη θρυαλλίδα για να αποκαλυφθεί η υπόθεση. Συνεντεύξεις επίσης έχει δώσει ο πρώτος μηνυτής χωρίς όμως να εκτεθούν τα προσωπικά του στοιχεία και η εικόνα του για να απαντήσει στις λοιδορίες που δέχτηκε από την υπεράσπιση του κατηγορουμένου. Τα άλλα δύο άτομα δεν έχουν τοποθετηθεί ποτέ δημόσια και όλοι όχι μόνο δεν επιδιώκουν τη δημοσιότητα αλλά προσπαθούν να την αποφύγουν με κάθε τρόπο. Αυτή είναι η πραγματικότητα των συγκεκριμένων προσώπων αλλά και να μην ήταν αυτή και να μιλούσαν δημόσια και να διεκδικούσαν πρόσβαση στη δημοσιότητα, δεν θα υπήρχε κανένα πρόβλημα. Ο καθένας και η καθεμία πρέπει να είναι ελεύθερος/η να αποφασίσει ποιες διαδικασίες τον/την ενδυναμώνουν και να τις ακολουθήσει αναπολογητικά.
*Κατέθεσαν και μετά εξαφανίστηκαν
Οι μηνυτές πέρασαν μια βασανιστική διαδικασία κατά την εξέταση τους που εμπίπτει στη δευτερογενή θυματοποίηση, έτσι όπως ορίζεται από την ευρωπαϊκή και εγχώρια νομολογία. Είναι απολύτως εύλογο να μην επιθυμούν να εκτεθούν άλλο στον άνθρωπο που καταγγέλλουν ως κακοποιητή τους και να θέλουν να πάρουν απόσταση από την τραυματική εμπειρία της κατάθεσης. Πέρα από αυτό, πρόκειται για άτομα που είναι στο φάσμα του αγώνα για επιβίωση, που εργάζονται (ο ένας εκτός Αθήνας) και είναι απολύτως εξαρτώμενοι από την εργασία τους. Δε θα μπορούσαν εκ των πραγμάτων να παρακολουθήσουν ενδελεχώς μια ιστορία που κρατάει πέντε μήνες.
*Είναι σκευωροί
Το αφήγημα της «σκευωρίας» που αναπαράγεται αφειδώς από την υπεράσπιση, στερείται κινήτρου και άρα υπόστασης. Δε μπορεί να εξηγήσει γιατί έξι άνθρωποι που δε γνωρίζονταν μεταξύ τους (πλην δύο που είχαν διασταυρωθεί στο σπίτι του κατηγορουμένου), από διαφορετικά μέρη του πλανήτη, χωρίς κανένα προνόμιο και καμία φιλοδοξία καταγγέλλουν το ίδιο αδίκημα. Αν ήταν σκευωροί θα είχαν προετοιμάσει και αποστηθίσει μια εκδοχή που να ανταποκρίνεται στα στερεότυπα περί βιασμού και θα μπορούσαν να τη διατυπώσουν με ακρίβεια και συνοχή. Τα χάσματα τους, οι αδυναμίες τους, οι περίπλοκες και μη στερεοτυπικές καταθέσεις τους, οι φόβοι τους και οι ταραχές τους επισφραγίζουν την αλήθεια τους.
Ακολουθήστε την Α,ΜΠΑ; στο Google News

Εξαιρετική ανάλυση. Μπράβο.
Απόλυτα εμπεριστατωμενο και καλογραμμένο άρθρο. Ευχαριστούμε!
Δύσκολο να αποδειχθεί ένας βιασμός μετά από τόσα χρόνια και ειδικά αν το θύμα δεν έχει ζητήσει να εξεταστεί από γιατρο η δεν έχει ανησυχήσει καν για σεξουαλικως μεταδιδόμενα νοσήματα έστω και σε ιδιωτικό γιατρο δικό του. Εδώ η Γεωργία Μπικα που το κατήγγειλε αμέσως και εξετάστηκε λένε οτι ψεύδεται ποσο μάλλον αυτοί που δεν έχουν πλέον δυνατότητα επαλήθευσης.
Υπέροχο άρθρο και επίσης μπορώ να επιβεβαιώσω τα όσα αναλύονται για δύο από τα ζητήματα/ενστάσεις. Η αλήθεια είναι ότι δεν έχω βιαστεί, όμως έχω παρενοχληθεί δύο φορές, η δεύτερη από οικογενειακό φιλικό πρόσωπο. Και στις δύο φορές η αντίδρασή μου ήταν παγωμάρα. Την πρώτη φορά (οδηγός ι.χ στον οποίο ζήτησα να με πάει στην τάδε στάση για να γυρίσω πιο γρήγορα σπίτι) αναγκάστηκα να μιλήσω πολύ ευγενικά, για την ακρίβεια να τον παρακαλέσω ώστε να σταματήσει το άγγιγμα (με χάιδευε στο αριστερό μπούτι με κατεύθυνση προς τα πάνω δηλ. στην ευαίσθητη περιοχή). Αυτό δεν σημαίνει σε καμία περίπτωση ότι ενδόμυχα… Διαβάστε περισσότερα »