Από τον πρώτο μου χρόνο στο επάγγελμα μέχρι σήμερα, δεν θυμάμαι ούτε μία φορά σε καινούρια (ή παλιά) παρέα, σε οικογενειακή συγκέντρωση ή κοντά σε άνθρωπο που θα μάθαινε ξαφνικά τι δουλειά κάνω και η επόμενη ατάκα να μην ήταν: και για πες κανά κουτσομπολιό τώρα – εσείς τα ξέρετε όλα!
Με κάποια ντροπή τα πρώτα χρόνια και μετά με ολοφάνερη δυσφορία προσπαθούσα να εξηγήσω ότι, όχι – δεν τα ξέρω όλα, αλλά και να τα ήξερα, ποιος ο λόγος να τα συζητάω σε μια χαλαρή στιγμή εκτός δουλειάς;
Από ένα σημείο και μετά, σταμάτησα να λέω τι δουλειά κάνω. Όσοι ήξεραν, καλώς. Οι υπόλοιποι άκουγαν “ιδιωτικός υπάλληλος” και πήγαινε η ζωή παρακάτω.
Όμως, μετά, όσο ο καιρός περνούσε, κι απ’ όσους ήδη γνώριζαν, άκουγα άλλα ωραία. “Έχεις καμιά καλή άκρη για να βρούμε εισιτήρια για την τάδε παράσταση; / Καλό τραπέζι στο τάδε μαγαζί; / Προτεραιότητα για την τάδε υπηρεσία; / Κινητό του Τάδε διάσημου;”. Και: “γυναίκα – πράμα πώς τα βγάζεις πέρα σ’ αυτή τη βρωμοδουλειά; Θα πρέπει να συμπεριφέρεσαι κι εσύ σαν άντρας, γιατί με τις πολλές ευγένειες δεν σε βλέπω να αντέχεις. Κοίτα να σκληρύνεις λίγο”.
Ας συνδέσουμε τώρα τα παραπάνω -φαινομενικά- ασύνδετα. Ναι, η δημοσιογραφία ενδεχομένως να δίνει πρόσβαση σε έναν όγκο πληροφοριών και μία σειρά από γνωριμίες και προνόμια. Η διαχείρισή τους σε κάθε περίπτωση, εξαρτάται από το άτομο και το δημοσιογραφικό περιβάλλον. Το φύλο δεν έχει σημασία.
Οι “Σάσες”, ωστόσο, είναι το σύμπτωμα. Η ασθένεια είναι το σύστημα που θρέφει αυτού του είδους τον media-κό πολιτισμό, υποβιβάζοντας τη δημοσιογραφία σε υπόθεση γιγαντονάνων που νομίζουν ότι η Αθήνα είναι μικροτσιφλίκι, που κάνουν χάρες και δέχονται δωράκια, τραμπουκίζουν μη αρεστούς και γλείφουν φίλους, φοβερίζουν με ξένες πλάτες, αλλά ξεφτιλίζονται με τις δικές τους.

Πάμε πιο ειδικά: υπάρχει το lifestyle και το gossip κομμάτι της δουλειάς, στο οποίο αναπτύσσονται μία σειρά από σχέσεις και συμπεριφορές, απολύτως τοξικές και για τα άτομα που τις συντηρούν και για το δημοσιογραφικό λειτούργημα, ειδικά. Πολλές δημόσιες σχέσεις, πολλές λυκοφιλίες, πολλές αμφίδρομες εξυπηρετήσεις, πολλές στρεβλώσεις.
Όλα αυτά (μαζί) δημιουργούν μία συνθήκη εξαιρετικά δυσάρεστη (στο να ακούει ο κόσμος “δημοσιογράφος” και αυτομάτως να εξοργίζεται και να βρίζει, παρά το ότι δεν μιλάμε για δημοσιογράφους, αλλά για “εξυπηρετητές” και “δουλοπάροικους” με προνόμια. Επίσης, στο να πιστεύει ότι οι γυναίκες δημοσιογράφοι πολιτεύονται με έναν συγκεκριμένο τρόπο που, ωστόσο, δεν έχει καμία σχέση με το αντικείμενο).
Αστερίσκος – δεν είναι ότι όλα αυτά δεν εντοπίζονται σε άλλα ρεπορτάζ, ωστόσο, το λεγόμενο lifestyle/celebrity/gossip φαντάζει σχετικά ευκολότερο, πιο δοξασμένο, πιο κάτω από τους προβολείς. Η συναναστροφή με τους “διάσημους” είναι μεγάλο ναρκωτικό και είναι πολλές φορές η δική τους ανασφάλεια που ταΐζει το δημοσιογραφικό τέρας.
Και πάμε στον παράγοντα φύλο. Όπως σε όλα τα επαγγέλματα σε ελληνικό έδαφος, έτσι και στη δημοσιογραφία το “καπέλωμα”, η υποτίμηση, η μισθολογική ανισότητα και όλο το φάσμα των παρενοχλήσεων και των αδικιών, καλά κρατεί. Όσο πρέπει να σκληρύνεις σε ένα σουβλατζίδικο, σε ένα μικροβιολογικό εργαστήριο, στο τιμόνι του ταξί ή στη θεατρική σκηνή, άλλο τόσο πρέπει να σκληρύνεις και στη δημοσιογραφία.
Τα στερεότυπα περί γυναίκας – νταλίκας που πρέπει να συμπεριφέρεται με αγένεια και ψευτοτσαμπουκά, προκειμένου να επιβληθεί και να επιβιώσει στον χώρο είναι παγίδα της πατριαρχίας, αντίστοιχη με εκείνη που προωθεί το πρότυπο της γυναίκας που “ανεβαίνει” επαγγελματικά μετερχόμενη μέσων πέραν των επαγγελματικών προσόντων της.
Οι “Σάσες”, ωστόσο, είναι το σύμπτωμα. Η ασθένεια είναι το σύστημα που θρέφει αυτού του είδους τον media-κό πολιτισμό, υποβιβάζοντας τη δημοσιογραφία σε υπόθεση γιγαντονάνων που νομίζουν ότι η Αθήνα είναι μικροτσιφλίκι, που κάνουν χάρες και δέχονται δωράκια, τραμπουκίζουν μη αρεστούς και γλείφουν φίλους, φοβερίζουν με ξένες πλάτες, αλλά ξεφτιλίζονται με τις δικές τους.
Ακολουθήστε την Α,ΜΠΑ; στο Google News

Οσον αφορά τα μεγάλα, mainstream μέσα ενημέρωσης στην Ελλάδα (και με τις λιγοστές φυσικά εξαιρέσεις που επιβεβαιώνουν απλώς τον κανόνα), το να μιλάει κανείς για μηντιακό πολιτισμό αποτελεί απλά αντίφαση εν τοις όροις.