Ζω για τη μέρα της ελευθερίας μου

Μία στιγμή αρκεί. Ένα δευτερόλεπτο. Όχι, μισό δευτερόλεπτο. Αρκεί για να ξανακυλήσεις στο χάος, στην παράνοια. Αρκεί για να ανοίξει ένα μαύρο πηγάδι, χωρίς πάτο, και να σε καταπιεί. Τουλάχιστον τώρα το ξέρεις. Εκεί που νόμιζες ότι τα άφησες πίσω σου, εκεί που νόμιζες ότι έσπασε το γκρίζο, σταμάτησε η βροχή, εκεί που μία ηλιαχτίδα σου ζέσταινε το πρόσωπο, ενώ περπατούσες αμέριμνη. Αρκούσε μία φευγαλέα σκιά, μία υποψία ότι τον είδες, μισό δευτερόλεπτο πραγματικά, για να γίνει πάλι ο κόσμος σου κομμάτια. Και έγινες κομμάτια. Όπως τότε. Έχεις μείνει παγωμένη, ακινητοποιημένη, μουδιασμένη. Για ακόμη μία φορά. Ο τρόμος, ο φόβος, η φρίκη, παλιοί σου γνώριμοι, πάλι εδώ. Ένας βράχος έπεσε πάνω σου με φόρα και σε διέλυσε, σκόρπισες. Και πώς να μαζέψεις πάλι τα κομμάτια σου; Πώς θα μαζέψεις από το πάτωμα πάλι, ένα ένα, λίγο λίγο, όλα τα μικρά σου θραύσματα που σκόρπισαν, τα δικά σου κομματάκια, όλα αυτά που κάνουν εσένα. Ενάμιση χρόνο μετά, πάλι στην ίδια θέση. Χωρίς φωνή, χωρίς μυαλό, χωρίς δύναμη, χωρίς λογική, χωρίς υπόσταση, χωρίς εαυτό. Αρκούσε μία στιγμή και μία εντύπωση, μία εντύπωση ότι τον είδες, για να βρεθείς πάλι στην ίδια θέση: του θύματος.

Ξαναπέφτεις μέσα στην μαύρη, κατάμαυρη άβυσσο, σε καταπίνει. Δεν τελειώνει, λοιπόν, ποτέ; Ξυπνάς, κοιμάσαι, τρως, μιλάς, όλα ίδια, όλα επίπεδα, μονότονα, όλα αυτόματα. Δε νιώθεις, έχεις βγει απ’ έξω απ’ τη ζωή σου και παρακολουθείς μία παράσταση, ένα θέατρο. Η ζωή σου είναι η παράσταση. Η ψυχολόγος σού είπε τη λέξη: αποσύνδεση. Χιλιάδες σκέψεις περνάνε από το μυαλό σου κάθε δευτερόλεπτο, το μυαλό σου δεν μπορεί να σταματήσει, το συναίσθημα πάσχει, δε νιώθεις τίποτα, έβαλες τοίχο, να μη νιώσεις, όχι πάλι, όχι πάλι. Ήταν όντως αυτός; Γιατί το έβαλα στα πόδια; Είναι εδώ; Ήταν πάντα εδώ; Γύρισε; Γιατί γύρισε; Τι θέλει; Γιατί τον είδα κοντά στο σπίτι μου; Από ποιο στενό να στρίψω; Να μην αργήσω να γυρίσω το βράδυ. Να μην ξεχάσω να αφήσω το φως της εξώπορτας αναμμένο. Μπορείς να έρθεις μαζί μου μέχρι το σπίτι, φοβάμαι να γυρίσω μόνη. Ευχαριστώ.

Κοιτάς το ταβάνι και ονειρεύεσαι τη μέρα που ο ήλιος θα λάμπει, και κανένα σύννεφο δε θα σκιάζει τον ουρανό. Κι οι σκιές δε θα μπορούν να σταθούν μέσα στο φως και θα διαλύονται. Και ονειρεύεσαι ότι όταν τον ξαναδείς, αν τον ξαναδείς, θα του ουρλιάξεις μες στη μούρη: την κέρδισα την ελευθερία μου ρε μαλάκα, την κέρδισα με κόπο και δάκρυ και αίμα και πόνο, κάθε ώρα, κάθε μέρα, κάθε νύχτα μακριά από σένα, κομμάτι κομμάτι, ανάσα την ανάσα, με πήρα πίσω, μάτωσα, πέθανα και ξαναγύρισα χίλιες φορές, δεν το περίμενες, πίστευες ότι με είχες σκοτώσει οριστικά, αλλά για δες με, είμαι εδώ, και είμαι εγώ, ολόκληρη εγώ, ζωντανή, και είμαι δικιά μου, μόνο δικιά μου, ελεύθερη, δε με αγγίζεις πια. Και η ψυχή σου θα γελάει και θα φτερουγίζει ελεύθερη και θα πετάει μακριά, μακριά, μακριά. Και δε θα φοβάται σκότος, φυλακές και μαύρα πηγάδια. Γιατί θα ξέρει ότι είναι ελεύθερη. Ελεύθερη.

Ζω για τη μέρα της ελευθερίας μου.

in

Αξιολογήστε το άρθρο

59 points
Upvote Downvote