Προσωπική ιστορία: Υπάρχει ζωή μετά την κόλαση;

Ήρθε η ώρα να μάθω το μεγαλύτερο μάθημα της ζωής, που ποτέ κανείς δε μου έμαθε

Καλησπέρα. Αυτή είναι η ιστορία μου. Είμαι 30 ετών. Πριν τέσσερις μήνες χώρισα μετά από 10 χρόνια σχέσης με έναν άνθρωπο που με κακοποιούσε. Μετά από 8 μήνες που το φαντασιωνόμουν, βρήκα τη δύναμη να το κάνω. Μετά από 8 μήνες που κοιμόμουν και ξυπνούσα με αυτήν τη σκέψη, βρήκα τη δύναμη. Μετά από 8 μήνες αγωνίας να οργανώσω το σχέδιο της φυγής μου.  Πώς θα πάρω τα πράγματά μου χωρίς να το καταλάβει. Τι ώρα θα ξυπνήσει , τι ώρα θα προλάβω να φύγω. Να φύγω. Να ανοίξω την πόρτα και να χαθώ. Και πού να πάω; Πού να πάω. Δεν είχα πού να πάω. Δεν είχα κανέναν, γιατί φρόντισα (φρόντισε) γι’ αυτό. Αργά και σταθερά.  Έτσι σηκώνεται μία γυάλα γύρω σου κι εσύ ούτε που το παίρνεις χαμπάρι, μέχρι να έρθει η στιγμή που κουτουλάς σαν πεταλούδα στα τοιχώματα και ασφυκτιάς για μία ανάσα. Αργά και σταθερά. Έτσι ξεκόβεις από τους άντρες που τους κοίταξες κάπως (“σε είδα εγώ πώς τον κοίταξες”), τους γουστάρεις, θέλουν να σε πηδήξουν. Έτσι ξεκόβεις από τις γυναίκες που δεν τον συμπαθούν, μας ζηλεύουν, βάζουν λόγια, είναι πουτάνες και ψάχνονται μόνο για άντρες όταν βγαίνουν και… “θα σε παρασύρουν κι εσένα, πολύ θέλει?”. Έτσι ξεκόβεις από τους γονείς σου που δεν τον θέλουν και είναι παράξενοι και κολλημένοι και ούτως ή άλλως ποτέ δε σου φέρθηκαν καλά όταν ήσουνα μικρή. Τι τους θέλεις τώρα στην ενήλικη ζωή σου? Έτσι ξεκόβεις και από τις αδερφές σου, οι οποίες ζηλεύουν εσένα ως μεγαλύτερη αδερφή, γιατί είσαι καλύτερη από αυτές και έχεις καταφέρει ό,τι αυτές θα ήθελαν αλλά δεν μπορούν γιατί δεν σε φτάνουν ούτε στο μικρό σου δαχτυλάκι. Και θέλει να ξέρει τα πάντα, κυριολεκτικά τα πάντα για σένα, οτιδήποτε σε αφορά, όσο άχρηστη πληροφορία και να είναι. Και θέλει να ξέρει την κάθε σου σκέψη, κάθε δευτερόλεπτο. Και κάθε σου στιγμή όταν δεν είστε μαζί. Κι εσύ είσαι εκεί, να βρίσκεις χαριτωμένα στην αρχή αυτά τα κολλήματα “αχ, είναι πολύ ερωτευμένος μαζί μου”, πόσο με προσέχει, και αγάπη δίχως πείσματα δεν έχει νοστιμάδα. Με νοιάζεται, θυμάται ό,τι του είπα για τους γονείς μου και τα αδέρφια μου, ό,τι μοιράστηκα για το παρελθόν μου, θυμάται όποια σκέψη μου μοιράστηκα μαζί του, όποια επιθυμία μου. Δεν είναι πολύ γλυκό; -Ροζ συννεφάκι.

Μέχρι τη στιγμή που το παρελθόν σου στο γυρνάει χειριστικά για να σε αποκόψει (οι γονείς σου, ένας τυχαίος συμφοιτητής που τον γούσταρες τρεις μέρες στο πρώτο έτος και θα βρίσκεται στο πάρτι της ορκωμοσίας του έτους σας). Και δε μιλάς πια με τους γονείς, και δεν πας στο πάρτι της ορκωμοσίας του έτους σας, την ημέρα που παρεμπιπτόντως έπαιρνες κι εσύ πτυχίο, αλλά αυτός δεν είναι εκεί γιατί δεν τους γουστάρει όλους αυτούς τους μαλάκες και το σόι σου, αλλά εσύ τι ώρα θα γυρίσεις σπίτι είπαμε;

Μέχρι τη στιγμή που κάθε σου σκέψη θα στη γυρίσει από την ανάποδη. Όχι, δεν είναι άσπρο αυτό που λες, είναι μαύρο. Είναι μαύρο. Είναι μαύρο. Ε. Κουράζεσαι στο τέλος και λες κι εσύ απνευστί “είναι μαύρο”.

Μέχρι τη στιγμή που θα σου τσακίσει κάθε σου επιθυμία και κάθε σου χαρά. Θες να μάθεις τρίτη γλώσσα; Σε τέτοια ηλικία; Τι θα σου προσφέρει; Θες να πας χορό; Πώς θα χορέψεις έτσι που είσαι; Θες να πας εράσμους; Όσοι πάνε εράσμους είναι για να βρούνε γκόμενο, αν πας, αυτόν να τον ξεχάσεις. Σου είπε η τάδε να πάτε μαζί για καφέ; Κι εσύ τι είπες; Γιατί να πας για καφέ με αυτήν, που πριν τρία χρόνια δε σου είχε απαντήσει στο τάδε μήνυμα; Και τελικά; Δεν πας χορό. Και δεν πας γλώσσα. Και δεν πας για καφέ. Και δεν πας ερασμους, γιατί ΑΥΤΟΣ, ο ένας και μοναδικός αυτός, δε θα είναι εκεί να σε περιμένει, εσένα, μία σαν κι εσένα, μία άχρηστη, που ποιος θα γύριζε να σε κοιτάξει εκτός από αυτόν, που κι αυτός στραβώθηκε κι έπεσε στο διάβα σου, μαύρη η μέρα, τι το θελε κι έμπλεξε μαζί σου, που τόσο τον έχεις ταλαιπωρήσει και του έχεις κάνει μαύρη τη ζωή.

Κι ενώ στην αρχή ξεκινάς με τις καλύτερες διαθέσεις να συζητήσεις (ΧΑ!), σιγά σιγά οι αντιστάσεις σου κάμπτονται. Ποτέ δεν θα τον κερδίσεις στα λόγια. Άκουσέ με. ΠΟΤΕ. Στην αρχή θα σε ζαλίσει, θα σου φέρει γύρω γύρω το θέμα, δε θα σε αφήνει να μιλήσεις, θα παρεμβάλλει άσχετες ερωτήσεις, δε θα σε αφήνει να αρθρώσεις 2 λέξεις σε σειρά, δε θα σε αφήνει να βάλεις 2 σκέψεις στη σειρά, θα σε εξαντλήσει. Και τελικά, με ένα κεφάλι φραπέ, χωρίς να θυμάσαι από πού αρχίσατε και για ποιο λόγο, θα παραδοθείς κατάκοπη. “Ναι, με συγχωρείς, έχεις δίκιο”. Χα! Λάθος σου! Δεύτερος γύρος. Γιατί είσαι τόσο εγωίστρια και δεν το είπες από την αρχή ότι έχει δίκιο ο αλάνθαστος; Γιατί είσαι τόσο χειριστική; Γιατί θέλεις μόνο να τον κάνεις χάλια; Που έχει και το κεφάλι του; Και ποιος φταίει τώρα που αυτόν τον έπιασε το κεφάλι του; Και άμα δε σε αφήσει τώρα να κοιμηθείς όλο το βράδυ όπως δε θα κοιμηθεί αυτός από τον πονοκέφαλο, ποιος θα φταίει; ΕΣΥ θα φταις. ΕΣΥ. Γι’ αυτό πάρε και αναμμένα φώτα όταν πας να κοιμηθείς, πάρε και μπουγέλωμα με ένα ολόκληρο μπουκάλι νερό, πάρε και φτύσιμο στη μούρη. Κι έτσι μαθαίνεις, υποσυνείδητα, σαν να είσαι σκυλί του Παβλόφ σε ένα αρρωστημένο πείραμα, την επόμενη φορά να το σκεφτείς χίλιες φορές πριν διαφωνήσεις μαζί του.

Αλλά είπαμε. Εσύ εκεί. Την πρώτη φορά που πάνω στον καυγά θα σε πληγώσει με τα λόγια, θα σε μειώσει, θα σε πει τρελή, σαλεμένη, θα σου κάνει το άσπρο μαύρο, δεν έχεις πλέον κανέναν να σου δώσει ένα λογικό feedback, γιατί αυτός φρόντισε να μην έχεις. Όλη σου η σύγκριση και όλο σου το καθρέφτισμα θα είναι τα λόγια του. Και κάπου εκεί τελειώνει η λογική σου. Σύντομα δε θα χρειάζεται πλέον να λέει και πολύ μπλα μπλα για να σε πείσει. Κι εσύ θα το βρίσκεις ανώφελο και απείρως κουραστικό να προσπαθήσεις. Και όταν, με τον καιρό, θα προσπαθήσεις να προβάλεις εκ νέου αντιστάσεις, αυτός θα είναι εκεί για να τις κάμψει. Αλλά όχι με τα λόγια πλέον. Ξέρει ότι χρειάζονται πιο δραστικά μέτρα. Αρχικά θα σφίξει τα δόντια και τις γροθιές και θα έρθει κατά πάνω σου με την παραμικρή διαφωνία σου. Δεν είναι απειλητική πράξη αυτή, προς θεού, ήταν ο τρόπος του να δείξει ότι νευρίασε, εξάλλου δε σε ακούμπησε. Δώσε βάση σε αυτό που σου λέω. ΔΕΝ σε ακούμπησε. Αν εσένα πάγωσε το αίμα σου, είναι δικό σου πρόβλημα. Αλλά και πάλι δεν ακούς τον εαυτό σου. Δεν ακούς το παιδάκι που σπαράζει στο κλάμα μέσα σου, δεν ακούς την ψυχή σου. Και την επόμενη φορά κολλάει το κούτελό του στο δικό σου. Την μεθεπόμενη σου δίνει κουτουλιά. Την παραμεθεπόμενη έρχεται κατά πάνω σου και εσύ οπισθοχωρώντας κολλάς στον τοίχο. Και νιώθεις τα σάλια του να πετάγονται στο πρόσωπό σου καθώς ουρλιάζει, και σε πιάνει από το πρόσωπο γιατί “όταν σου μιλάει θα τον κοιτάς”.

Μάτωσαν τα χείλη σου όπως σε πιάνει, αλλά δε σε χτύπησε. Έτσι δεν είναι; ΔΕ σε χτύπησε. Και όσο αυτό κλιμακώνεται, σου ρίχνει μία μπουνιά στο μπράτσο. Και μια κλωτσιά στο μπούτι. Και σε πιάνει από το λαιμό. Και σε σπρώχνει και πέφτεις με την πλάτη στο τραπέζι και σωριάζεσαι. Και σου πετάει ένα μαρμάρινο τασάκι που σε βρίσκει ξυστά στο μάγουλο. Και σε κλειδώνει έξω από το σπίτι. Και σε βγάζει έξω με το βρακί. Αλλά, τελικά, τι μένει ρε συ; Ότι εσύ φταις. Που τον προκάλεσες, που είσαι τρελή και άρρωστη και θες βοήθεια (αλλά όταν του λες εσύ ότι  θες να πας σε ψυχολόγο, σου πιπιλάει το μυαλό ότι θα σε κάνουν φυτό με τα ψυχοφάρμακα και ότι αν πάρεις φάρμακα θα σε παρατήσει και ότι πιστεύει σε σένα ότι έχεις τη δύναμη να γίνεις μόνη σου καλά). Που θα σου κάνει εισαγγελικό για ακούσια νοσηλεία. Που θα πάρει στη δουλειά σου να πει ότι είσαι ψυχικά ασταθής για να ξέρουν με τι τρελή έχουν να κάνουν. Γιατί είσαι. Κοίτα σε τι σημείο τον έφερες. Κοίτα τι τον ανάγκασες να κάνει. Και σου αξίζουν και χειρότερα. Σου αξίζει κάποιος που όντως θα σε δέρνει. Γιατί αυτός δε σε δέρνει. Σε έχει χτυπήσει ποτέ στο πρόσωπο; Όχι. Έχεις σπάσει τίποτα; Όχι. Σε έχει στείλει στο νοσοκομείο; Όχι. Λοιπόν; Γιατί ζητάς και τα ρέστα; Πάλι καλά που καταφέρνει να συγκρατεί τον εαυτό του τέτοια που είσαι. Ξέρεις με τι κόπο το κάνει; Ξέρεις τι αυτοσυγκράτηση επιδεικνύει που δε σου σπάει τα μούτρα; Λες λοιπόν κι ευχαριστώ, κι ευχαριστείς την τύχη σου που ένας άγιος άνθρωπος σε ανέχεται και χαραμίζει τη ζωή του με ένα τέρας σαν κι εσένα.

Κι είσαι εκεί. Ένα κουβάρι ανθρώπου. Μία σκιά, ένα φάντασμα. Να μην τρως. Ή να τρως πολύ. Να μη βγαίνεις από το σπίτι. Να μη θες να πας στη δουλειά. Και όταν πηγαίνεις, να αρπάζεσαι με όλους και με όλα και να μη σου μιλάει άνθρωπος. Να μην έχεις τίποτα να κάνεις, με κανέναν να βγεις. Αλλά πάρε ένα ψίχουλο ελεημοσύνης: “τι μούτρα είν’ αυτά, όλα μαύρα τα βλέπεις, γιατί δεν παίρνεις την τάδε φίλη σου να πας για έναν καφέ;” Γιατί με την τάδε φίλη σου έχεις να μιλήσεις δύο χρόνια, να γιατί. Και φρόντισε αυτός γι’ αυτό. Αλλά όχι. Είπαμε φταις εσύ. Πάμε άλλη μία φορά για να το εμπεδώσεις. ΕΣΥ ΦΤΑΙΣ. Φταις που τρως κι “έχεις γίνει τόφαλος”, φταις που δεν τρως κι “έχεις γίνει σκιάχτρο και πιάνει μόνο κόκκαλα”, φταις που δεν έχεις τη δύναμη ούτε να λούσεις τα μαλλιά σου κι “έχεις γίνει αποκρουστική”. Φταις που δεν έχεις άποψη, που δεν έχεις προσωπικότητα, που δεν έχεις φίλους. Που είσαι μόνη σου μέσα σ’ ένα σπίτι, είσαι ένα μίζερο άχρηστο τιποτένιο πλάσμα που δε βρίσκει ευχαρίστηση σε τίποτα. Αλλά έτσι ήσουν πάντα, έτσι ήσουν και όταν σε γνώρισε, έτσι δεν είναι; Και συμφωνείς. Γιατί αδυνατείς να θυμηθείς τον εαυτό σου πριν απ’ αυτόν. Αυτός τώρα τι να κάνει; Πώς μπορεί να θέλει να είναι μαζί σου; Πώς μπορεί να θέλει να κάνει σεξ μαζί σου; Πώς μπορεί να θέλει να σε βλέπει μέσα στο σπίτι; Πώς να αντέξει να είναι φυλακισμένος με σένα που είναι αναγκασμένος να σε νταντεύει; Γι’ αυτό, “πήγαινε να αυτοκτονήσεις καλύτερα, να απαλλάξεις τον κόσμο από την ύπαρξή σου παλιοκαταθλιπτικό”.

Κι έρχεται μία ακαθόριστη στιγμή που γυρνάει ένας διακόπτης στο κεφάλι σου. Και λες, χωρίς να ξέρεις το γιατί: δε θέλω να ζω άλλο έτσι. Και λες χωρίζω. Αλλά καταλαβαίνεις ότι δε θα σε αφήσει τόσο εύκολα. Οπότε δε χωρίζεις. Ούτε με την πρώτη ούτε με τη δεύτερη απόπειρα. Γιατί κλαίει και οδύρεται ότι δεν τα εννοούσε αυτά που σου είπε, ότι θα αλλάξει, ότι δεν ήθελε να σε ακουμπήσει. Ωστόσο, με κάθε σου απόπειρα χωρισμού η βία κλιμακώνεται. Γιατί οι δυνάστες δε θέλουν να χάνουν τα “κεκτημένα” τους. Και δεν μπορεί να είναι όσο μεθοδικός υπήρξε πριν. Και δρα σπασμωδικά. Και τότε, πολλές γυναίκες, αν δεν έχει γίνει ήδη, καταλήγουν στο νοσοκομείο ή και στο χώμα. Ή πίσω μόνιμα στη φυλακή τους, νομίζοντας ότι είναι οριστικά ανήμπορες να αποδράσουν. Αλλά, ευτυχώς για σένα, κάτι απροσδιόριστο έχει ήδη σπάσει μέσα σου και αρχίζει να μπαίνει μια ηλιαχτίδα που σου δίνει δύναμη. Κι εκεί που φαντασιωνόσουν επί μήνες με μίσος κι ενοχές ταυτόχρονα ότι του πετάς εσύ το μαρμάρινο τασάκι και τον αφήνεις στον τόπο, τώρα ονειρεύεσαι (στην αρχή ενοχικά, μετά με πάθος) ότι ανοίγεις την πόρτα και πετάς. Πετάς προς το φως. Και μία μέρα το κάνεις πράξη. Χωρίς πράγματα, χωρίς να έχεις κάπου να πας, χωρίς λεφτά, χωρίς τίποτα. Αλλά το κάνεις πράξη. Και όντως πετάς. Και ΑΝΑΣΑΙΝΕΙΣ.

Θυμάμαι την πρώτη φορά που γέλασα αυθόρμητα σε αστείο (άντρα) συναδέλφου. Μαζεύτηκα αμέσως, ενοχικά, ενστικτωδώς φοβήθηκα ότι με βλέπει από κάπου. Θυμάμαι την πρώτη φορά που ξέχασα το κινητό μου και πανικοβλήθηκα. Μετά θυμήθηκα ότι δεν είναι πια εδώ για να μου βάλει φασαρία που δεν το σήκωσα με την πρώτη. Την πρώτη φορά που είπα καλημέρα με χαμόγελο στη συνάδελφο, μετά θυμήθηκα ότι αυτός δεν ήταν εκεί να μου πει ότι όλοι θέλουν το κακό μου εκεί μέσα και να μην έχω σχέσεις. Την πρώτη φορά που έβαλα ξανά καφέ στο στόμα μου μετά από τρία χρόνια διακοπής “γιατί ο καφές μού κάνει κακό και με κάνει νευρική”. Την πρώτη φορά που έφαγα πατατάκια χωρίς να με κρίνει ότι μου κάνουν κακό. Όλα για το καλό μου. Γιατί αυτός ήξερε καλύτερα από μένα πριν από μένα και χωρίς εμένα τι είναι καλό για μένα.

Και ξαφνικά, στα 30 μου, βρέθηκα να είμαι σαν το μωρό. Ένα μωρό που έχει ξεχάσει να περπατάει, να γελάει, να χαίρεται, ένα μωρό που έχει ξεχάσει να εκφράζει ανάγκες κι επιθυμίες. Να κάνω τα πρώτα μου βήματα, σαν να μην τα έμαθα ποτέ. Να βγαίνω από το σπίτι για πρώτη φορά. Να πηγαίνω για καφέ για πρώτη φορά. Να μιλάω σε άνθρωπο με παραπάνω από δύο λέξεις. Να παίρνω ένα ρούχο ή ένα βιβλίο, χωρίς να πρέπει να αναλύσω το γιατί ΘΕΛΩ να πάρω αυτό το ρούχο και αυτό το βιβλίο.

Και ταυτόχρονα να φοβάμαι. Και να πονάω. Και να κλαίω κάθε μέρα. Για μένα να κλαίω. Γι’ αυτό το παιδάκι μέσα μου που δεν το άκουσα όταν έκλαιγε στριμωγμένο σε μια γωνιά, όταν με κοίταζε φοβισμένο, όταν πονούσε, όταν ζήταγε αγάπη και ασφάλεια. Αλλά, ευτυχώς, αποφάσισα να πάρω αυτό το παιδάκι από το χέρι και να το αγκαλιάσω. Και να του πω να μη φοβάται. Και να μην κλαίει. Γιατί δε φταίμε εμείς που ένας σαδιστής άρρωστος νάρκισσος μας κρατούσε φυλακισμένες 10 χρόνια. Κι ότι ποτέ δεν είναι αργά. Και ότι θα μάθουμε απ’την αρχή να περπατάμε. Και να μιλάμε. Και να αγαπάμε. Πρώτα ΕΜΑΣ.

Πήγα λοιπόν σε ψυχολόγο. Και ήρθε η ώρα να μάθω το μεγαλύτερο μάθημα της ζωής, που ποτέ κανείς δε μου έμαθε, και γι’ αυτό ήμουν περισσότερο ευάλωτη: να αγαπάω και να σέβομαι τον εαυτό μου. Και να ξέρω ότι ΑΞΙΖΩ.

Τελικά, υπάρχει ζωή μετά την κόλαση; Υπάρχει.

in

Αξιολογήστε το άρθρο

236 points
Upvote Downvote