Το τίμημα της Μαριάνθης

Το ήξερε βέβαια. Την είχε μάνα από τότε που γεννήθηκε. Έβλεπε τον κόσμο μέσα από τα δικά της μάτια, μέχρι που μια μέρα εφηβική κατάλαβε ότι αυτή, η Μαριάνθη, ήταν κάποια άλλη.
Η μητέρα της δεν συμμεριζόταν αυτή την άποψη. Από τα 17 ως τα 19 δεν μιλούσαν καν, μέχρι που το ατύχημα του πατέρα της, τις ανάγκασε σε εκεχειρία. Και αφού πέρασε ένας χρόνος από το θάνατό του έκοψαν πάλι επαφές, μέχρι τα 23.

Η δήθεν συμφιλίωση την αποσυντόνισε. Για λίγα χρόνια, δεκαπέντε για την ακρίβεια, ακροβατούσε μεταξύ αδιαφορίας, θυμού, λυσσώδους αντίδρασης, άνευ όρων παράδοσης στις μητρικές επιθυμίες, και πάλι από την αρχή. Πέρασε φάσεις ενδοσκόπησης, φυγής σε άλλη πόλη, σε άλλη χώρα, επιστροφής, παλινδρόμησης, ενδοθεραπείας, ψυχοθεραπείας ερασιτεχνικής (γκρίνιαζε στις φίλες της), ψυχοθεραπείας συναδελφικής (τα’ λεγε στους συναδέλφους), ψυχοθεραπείας ζευγαρικής (έπρηζε τον εκάστοτε φίλο) και -επιτέλους- κανονικής, βαρβάτης, ακριβής ψυχοθεραπείας, ώσπου κατάλαβε δύο πράγματα: Ο θυμός της δεν θα άλλαζε τη μάνα της. Ούτε η απόσταση, γεωγραφική, ψυχική ή άλλη. Έπρεπε να μάθει να ζει μαζί της. Έπρεπε να μάθει να επικοινωνεί μαζί της. Έπρεπε να της δείχνει με κάθε τρόπο ότι αυτή, η Μαριάνθη, ήταν κάποια άλλη.

Έτσι, μια ωραία μέρα, τη θυμάται σαν τώρα, Σάββατο 12 Οκτωβρίου 2013, τυχαία μέρα, μίλησε με την μητέρα της και συνεννοήθηκαν. Συνεννοήθηκαν, δηλαδή, ότι η μαμά της είχε αποφασίσει ότι η Μαριάνθη θα έβαφε το διαμέρισμά της. Παρόλο που η Μαριάνθη είχε πει ότι δεν τους περίσσευαν λεφτά, και τέλος πάντων θα το κανονίζε με τον Ανδρέα, η μαμά της είχε εμφανιστεί απρόσκλητη εκείνο το Σάββατο πρωί με μάστορες να μετρήσουν και να πάρουν προσφορά.

Ήταν μια περίπτωση όπως όλες οι άλλες. Ούτε η Μαριάνθη ξέρει γιατί εκείνη τη μέρα, 12 Οκτωβρίου 2013, έκανε αυτό που έκανε. Εκείνο το Σάββατο, έδιωξε ευγενικά τους μάστορες, λέγοντας ότι έχει ήδη κανονίσει, και ευχαρίστησε ακόμα πιο ευγενικά τη μητέρα της για τον κόπο που έκανε και το εκτίμησε πολύ, μπλα μπλα, αλλά τώρα πρέπει να κλείσει την πόρτα γιατί ο Ανδρέας κοιμήθηκε αργά και είναι κρίμα να ξυπνήσει μπλα μπλα. Έκλεισε την πόρτα, θυμάται και η μητέρα της ήταν από την άλλη πλευρά.

Μέσα σε πέντε λεπτά είχε τελειώσει, αλλά δυό μέρες τής πήρε να συνέλθει. Δευτέρα πρωί παλλινδρόμησε, βουτώντας σε ένα ποτάμι ενοχών και τύψεων. Ο Ανδρέας την άφησε να τα βγάλει από μέσα της και της είπε, «εντάξει καλή μου πάρ’ την τώρα τηλέφωνο να έρθει να βάψει». Η Μαριάνθη κατάλαβε. Δεν υπήρχε πισωγύρισμα, είχε φτάσει εκεί που επιθυμούσε χρόνια τώρα.

Τρόμαξε.

Ο ίδιος τρόμος υπάρχει και σήμερα μέσα της, δύο χρόνια μετά, κυριακάτικη επίσκεψη στο πατρικό της. Στην αρχή ήταν δύσκολα, αλλά έχει μάθει να ζει με τον τρόμο, να τον διακωμωδεί, να τον κοροϊδεύει, αν δεν έχει όρεξη για πολλά πολλά να τον σπρώχνει βίαια στο σκοτεινό του υπόγειο, αν είναι ευδιάθετη να τον συνοδεύει στη φωλιά του χτυπώντας τον ευγενικά στην πλάτη. Τον αγαπάει τον τρόμο της η Μαριάνθη. Κάθεται κι αυτός τώρα σε μια καρέκλα στο τραπέζι της κουζίνας, και παρακολουθεί τη συζήτηση.

«Μα κούκλα μου το ίδιο λέμε, το ίδιο δε λέμε;»

«Πως λέμε το ίδιο ρε μαμά; Εγώ σου λέω θα παντρευτούμε με πολιτικό γάμο και εσύ με ρωτάς τι ρούχο να ράψεις για την εκκλησία».

«Μα καλή μου, στο δημαρχείο δεν φοράνε καλά ρούχα. Δε γιορτάζουν. Τυπικό είναι, για όσους βιάζονται. Όταν όμως με το καλό γεννηθεί και το μωρό και κάνετε και βάπτιση και γάμο μαζί, να έρθω με τα ετοιματζίδικα; Δεν είναι σωστό…»

«Μαμά, δεν είμαι καν έγκυος, πώς θα κάνω βάπτιση και γάμο μαζί;»

«Μα, γι’αυτό δεν παντρεύεστε, επειδή είσαι έγκυος; Το ήξερα ότι δεν ήθελε να σε παντρευτεί ο Ανδρέας, έπρεπε να γκαστρωθείς για να αποφασίσει να αναλάβει τις ευθύνες του!»

«Βρε μαμά, μόλις τώρα σου είπα ότι δεν είμαι έγκυος!»

«Και πόσο ακόμα θα περιμένεις; Πάτησες τα σαράντα. Εγώ στην ηλικία σου….»

Μετά το «εγώ στην ηλικία σου» η Μαριάνθη δεν ακούει πια. Λέξεις κλειδιά όπως «θυσίες», «ξενύχτια», «η καλύτερη μάνα», «μάνα και πατέρας εγώ» την καθοδηγούν με ασφάλεια στο βουητό του μονολόγου που έχει ακούσει και ξανακούσει και ξανακούσει και θα ξανάκουσει, πολλές φορές ακόμη. Μαζεύοντας την κούπα του καφέ στο νεροχύτη, πρόσταζει το μυαλό της να βρει μια θετική σκέψη και να τη σκεφτεί. Αναπολεί το ταξίδι με τον Αντρέα στη Ρώμη. Το μαγαζάκι με τα τιραμισού. Τα είχαν φάει μες τα χάρτινα κουτάκια τους στα σκαλάκια της Πιάτσα ντι Σπάνια, γεύση κλασσική και γεύση φράουλα.

«Δεν απαντάς ε;»

«Τι να απαντήσω, μαμά;»

«Πότε λοιπόν θα κάνεις παιδί;»

Ποια είναι η σωστή τακτική είπαμε; Α, ναι. Pick your battles.

«Φεύγω μαμά. Θα περάσετε πολύ ωραία σήμερα με τις φιλενάδες σου. Να φορέσεις το κραγιόν που σου έκανα δώρο τα Χριστούγεννα, ναι;»

Ο τρόμος είναι πάντα εκεί, όταν η Μαριάνθη φιλά τη μητέρα της και βγαίνει από το πατρικό της. Δεν την ενοχλεί πλέον, τον αγαπάει τον τρόμο της η Μαριάνθη. Της θυμίζει ότι είναι ελεύθερη.

Ακολουθήστε την Α,ΜΠΑ; στο Google News

in

Αξιολογήστε το άρθρο

34 points
Upvote Downvote