στόμαστομαστό

Μια ιστορία σε συνέχειες…

Πέρασαν έτσι τρία μερόνυχτα. Κατέβαινα στο μωρό κάθε τρεις ώρες, το τάιζα, το άλλαζα και μετά γυρνούσα στο σπίτι μου. Τότε νόμιζα ότι ήταν από διακριτικότητα, μην είμαι όλη την ώρα στα πόδια του ξένου ανθρώπου, μα τώρα ξέρω ότι ήταν από ενοχή: αναγνώρισα τη νέα μου εξάρτηση και προσπάθησα να την κρύψω πίσω από μια κάλπικη άνεση, από τον πατέρα κι από εμένα την ίδια. Και το μωρό είχε δεθεί μαζί μου, με έβλεπε και κουνούσε τα χεράκια και τα ποδαράκια του είχα γίνει η μαμά του. Το θήλαστρο φυσικά το παράτησα, οι κλήσεις από την κλινική έμειναν αναπάντητες.

Την τέταρτη μέρα ήταν που, όπως ετοιμαζόμουν να κατέβω, άκουσα και πάλι το κλάμα του από τον φωταγωγό. «Γιατί δεν με πήρε ο Γιάννης στο κινητό;» αναρωτήθηκα κι έτρεξα στον δεύτερο. Στην πόρτα εμφανίστηκε μια γυναίκα άγρια σαν λέαινα. Η μητέρα τού παιδιού με περίμενε. Αν είχα κοιμηθεί με τον άντρα της, η οργή της θα ήταν μικρότερη. Γύρισε από το νοσοκομείο και βρήκε το μωρό να την κοιτά σαν ξένη. Τώρα ούτε κι αυτή μπορούσε να το ηρεμήσει, της είχε κοπεί το γάλα. Το γάλα μου, ξένο κι αυτό, είχε κλέψει το παιδί της. «Μην τολμήσεις να μας ξαναπλησιάσεις!» Οι λέξεις, πλαισιωμένες από τις απελπισμένες του τσιρίδες, έσταζαν όλο το μίσος του κόσμου. Η πόρτα έκλεισε με δύναμη στα μούτρα μου, σαν νοερό χαστούκι.

Το γάλα έτρεχε στη μπλούζα μου και τα δάκρυα στα μάγουλά μου. Τον άκουγα να σπαράζει και σπάραζα κι εγώ μαζί του. Το στήθος μου άρχισε να πονάει. Έβαλα αναγκαστικά το θήλαστρο στην πρίζα και κόλλησα τη ρώγα μου στη χοάνη. Αυτή άρχισε να μου ρίχνει δυνατές, χαιρέκακες τσιμπιές, σα να με τιμωρούσε για το ξεστράτισμά μου, όπως ο νταβατζής αρχίζει στις σφαλιάρες την πόρνη που λιγοψυχά και γυρίζει πίσω. Το γάλα το έχυσα στο νεροχύτη. Το μωρό δεν σταματούσε να με γυρεύει. Μαζί ξενυχτήσαμε, βασανισμένοι από την ίδια ανάγκη, σαν ένα σώμα χωρισμένο στα δύο.

Το κουδούνι με τίναξε από τον ύπνο, που με είχε πάρει στον καναπέ τα ξημερώματα. Το κλάμα συνέχιζε να ακούγεται από το παράθυρο. Πετάχτηκα όρθια κι έτρεξα στην πόρτα. Ο Γιάννης με κοιτούσε κατάχλομος, δεν χρειάστηκε να πει κουβέντα. Κατεβήκαμε μαζί τις σκάλες, τη μπλούζα την ξεκούμπωσα με το που πέρασα το κατώφλι. Έφτασα στην κούνια κι έσκυψα από πάνω του. Άρπαξε το στήθος μου με μανία, το στόμα του ακουγόταν να ρουφά σαν τη βεντούζα. Ο πατέρας του σωριάστηκε στον καναπέ, ανακουφισμένος και πανικόβλητος. Το κλάμα τον μούρλανε και δεν άντεξε, παραβίασε τις –ολόσωστες– εντολές της γυναίκας του. Δεν χρειάστηκαν παρά μόνο λίγα λεπτά για να τον πάρει ο ύπνος έτσι όπως καθόταν.

 

Για το 5ο μέρος :

στόμαστομαστό

in ,

Αξιολογήστε το άρθρο

22 points
Upvote Downvote

Total votes: 44

Upvotes: 33

Upvotes percentage: 75.000000%

Downvotes: 11

Downvotes percentage: 25.000000%

4
ΣΧΟΛΙΑΣΤΕ

Παρακαλούμε Συνδεθείτε για να σχολιάσετε
2 Θέματα σχολίων
2 Απαντήσεις θεμάτων
1 Ακόλουθοι
 
Με τις περισσότερες αντιδράσεις
Δημοφιλέστερο θέμα σχολίου
2 Συντάκτες σχολίων
mumuNee Teg Πρόσφατοι συντάκτες σχολίων
  Εγγραφείτε  
νεότερα παλαιότερα δημοφιλέστερα
Ειδοποίηση για
mumu
Μέλος
Χρόνια συμμετοχής
Συμμετέχων

ε?

Nee Teg
Μέλος
Χρόνια συμμετοχής
Up/Down Voter
Εθισμένος στα Lenoji
Συμμετέχων

Είπα κατι κακό;

mumu
Μέλος
Χρόνια συμμετοχής
Συμμετέχων

Δεν σχολιασα σε σένα

Nee Teg
Μέλος
Χρόνια συμμετοχής
Up/Down Voter
Εθισμένος στα Lenoji
Συμμετέχων

Πολυ συγκλονιστική η συγκεκριμένη ιστορία… Ανυπομονώ για τη συνέχεια..