στόμαστομαστό

Μια ιστορία σε συνέχειες…

Ο αποχωρισμός ωστόσο δεν σταμάτησε τη λειτουργία του κορμιού μου, που δούλευε στον αυτόματο: το στήθος μου είχε τουμπανιάσει, το γάλα κατέβαινε για να ταΐσει το ανύπαρκτο πια παιδί μου. Όταν ζήτησα το χάπι, η νοσοκόμα, αφού έκλεισε την πόρτα, μου είπε ότι, αντί να το σταματήσω, μπορούσα να το βγάζω και να τους το πουλάω. Θα μου έδιναν μέχρι και πεντακόσια ευρώ το μήνα, για όσο θα είχα γάλα. Ήταν μια παράνομη μπίζνα μητρικού γάλατος: το έπαιρναν από λεχώνες που τους περίσσευε, είτε γιατί δεν είχαν μωρό είτε γιατί έβγαζαν μπόλικο, και το μοσχοπουλούσαν σε μητέρες που δεν θήλαζαν, γιατί δεν είχαν γεννήσει οι ίδιες ή γιατί δεν είχαν γάλα.

Και λέω και πάλι, γιατί όχι; Και το γάλα μου δεν θα πάει χαμένο και θα τη βγάλω για λίγο ακόμα με τα χρήματα. Ήταν μια ακόμα λύση στο τίποτα, που με περίμενε στημένο στη γωνία. Μου έδωσαν, λοιπόν, ένα μηχάνημα για το σπίτι, θήλαστρο το λένε, για να αρμέγομαι μόνη μου. Είχε ένα πλαστικό εξάρτημα σαν χωνί, όπου έχωνα μέσα τη ρώγα κι αυτό τη ρουφούσε μέσα έξω, είχε κι ένα κουμπί για να ρυθμίζω την ταχύτητα. Στην αρχή δεν είχα πολύ γάλα, μετά όμως από λίγες ημέρες οι πίδακες έβαφαν άσπρο το σακουλάκι. Το έβαζα στην κατάψυξη και το πήγαινα κάθε τρεις μέρες μαζεμένο στο κέντρο που μου είχαν κάνει την εξωσωματική.

Στην αρχή πονούσε λίγο, μα δεν δυσκολεύτηκα. Μόνο που έπρεπε να το κάνω κάθε δυο τρεις ώρες, για να μην κοπεί το γάλα. Έτσι, πάλι κλείστηκα μέσα: φαΐ, άρμεγμα και ύπνος. Όπως έβλεπα τα μπουκάλια να γεμίζουν με το ζωογόνο –έτσι διάβαζα– υγρό μου, γέμιζα περηφάνια. Κοίτα να δεις, σκεφτόμουν, που ένας άνθρωπος μεγαλώνει από το δικό μου μακρινό σώμα. Κι άρχιζα να φαντάζομαι ότι το γάλα που τους πήγαινα το έδιναν στο μωρό το δικό μου – σα να έβαζα στο μπουκάλι μηνύματα αγάπης και να τα έριχνα στη θάλασσα των πεινασμένων βρεφών, για να φτάσουν σε αυτόν. Γιατί, δεν σας είπα, αγόρι ήταν το παιδί που γέννησα. Έκλεινα ώρες ώρες τα μάτια κι έλεγα: δεν είναι η μηχανή που ρουφάει το βυζί σου, είναι το μωρό που πίνει το γάλα από το στήθος σου, είναι το στόμα του στο μαστό σου.

Την κυρία την είδα για πρώτη φορά στην είσοδο ένα πρωί, με το μωρό στο καρότσι. Όταν το αντίκρισα, το κορμί μου πόνεσε από τη στέρηση, που με χτύπησε σαν ηλεκτρικό ρεύμα. Μην πάει ο νους σας στο κακό· δεν ήταν αυτό το μωρό που λαχτάρησα, μα το δικό μου. Έτσι όπως τους είδα μαζί, τη μητέρα με το παιδί, κατάλαβα πόσο αφύσικη ήταν η ζωή μου.

Κι άρχισε να μου λείπει το μωρό, για πρώτη φορά τόσο. Διάβαζα για τις μητέρες που δεν μπορούσαν να θηλάσουν και τρελαίνονται, κι εγώ ένιωθα το ίδιο από την ανάποδη, σαν το αρνητικό του φιλμ: εγώ είχα το γάλα, δεν είχα όμως το βρέφος. Κι όσο περισσότερο έβγαζα –είχα φτάσει το ένα λίτρο τη μέρα– τόσο συννέφιαζε το μυαλό μου. Μέχρι που ένα βράδυ η θολούρα διαλύθηκε σε ένα ξεκαθάρισμα οδυνηρό: όλη μου τη ζωή την είχα περάσει περισσότερο σαν πράγμα παρά σαν άνθρωπος. Στην αρχή δόθηκα σαν σκεύος αγάπης στους άτεκνους γονείς μου, που όμως δεν μπόρεσαν να με αγαπήσουν στ’ αλήθεια. Μετά έγινα σκεύος χημικό· χύνονταν μέσα μου οι ουσίες και πάλευαν ποια θα νικήσει. Ήμουν και σκεύος ηδονής μαζί, σαν μπαινόβγαιναν μέσα μου τα πέη και τα στόματα έγλυφαν τους μαστούς μου, κι ύστερα εξαφανίζονταν το ένα μετά το άλλο. Στη συνέχεια, αφού καθάρισα το κορμί μου, έγινα σκεύος που κάνει παιδιά. Μόνη στο γκάστρωμα, μόνη και στη γέννα – σαν τη μάνα μου, έδωσα κι εγώ το παιδί που γέννησα σε άλλα χέρια. Και να ’μαι σήμερα, σκεύος παραγωγής γάλακτος, να αρμέγομαι στην κουζίνα. Χωρίς μωρό στη ρώγα, μόνο αυτή την άψυχη χοάνη, που μια τη ζουλά και μια την αφήνει, καμωνόμενη στόμα βρεφικό, για να την ξεγελάσει και να στάξει το γάλα.

Στο μυαλό μου ήρθε πάλι ο Λάσκος· μια άψυχη μηχανή ήμουν κι εγώ όταν τον παράτησα, την ώρα που το έσκαγα από το σπίτι. Τον κλωτσούσα να σταματήσει να γαβγίζει μέσα στα πόδια μου, μην ξυπνήσει η μάνα μου, κι αυτός με κοιτούσε με τα υγρά, ικετευτικά του μάτια. Αργότερα στην κλινική μού είπαν ότι η εγκατάλειψη γεννά εγκατάλειψη, κι εγώ αυτό ήταν το πρώτο πράγμα που διδάχθηκα, από τη γυναίκα που με γέννησε και από τις κατοπινές, βιαστικές και ξένες αγκαλιές. Τον Λάσκο δεν τον ξανάδα. Η μάνα μου τον έδωσε σε έναν άγνωστο, από αγγελία στην εφημερίδα. Έτσι γέρος που ήταν, δεν θα τον πήραν για την ομορφιά του σκεύος θα κατέληξε κι αυτός, σε κάποιο παράνομο εργαστήριο.

 

Για το 3ο μέρος:

στόμαστομαστό

Ακολουθήστε την Α,ΜΠΑ; στο Google News

in ,

Αξιολογήστε το άρθρο

38 points
Upvote Downvote

6
ΣΧΟΛΙΑΣΤΕ

Παρακαλούμε Συνδεθείτε για να σχολιάσετε
6 Θέματα σχολίων
0 Απαντήσεις θεμάτων
0 Ακόλουθοι
 
Με τις περισσότερες αντιδράσεις
Δημοφιλέστερο θέμα σχολίου
6 Συντάκτες σχολίων
Σκιάς όναρ άνθρωποςKritikothessalonikiaΕντελβάις Πρόσφατοι συντάκτες σχολίων
  Εγγραφείτε  
νεότερα παλαιότερα δημοφιλέστερα
Ειδοποίηση για
Εντελβάις
Μέλος
Εθισμένος στα Lenoji
Up/Down Voter
Χρόνια συμμετοχής
Δημιουργός Κειμένων
Μέντορας

Πολύ ενδιαφέρον φαίνεται! Περιμένω τη συνέχεια!!

Matryoshka
Μέλος
Χρόνια συμμετοχής
Ενθουσιώδης

Υπέροχο διήγημα

Kritikothessalonikia
Μέλος
Up/Down Voter
Εθισμένος στα Lenoji
Χρόνια συμμετοχής
Συνεργάτης

Η εγκατάλειψη γεννά εγκατάλειψη! Έτσι ακριβώς!!

Μέλος
Εθισμένος στα Lenoji
Χρόνια συμμετοχής
Ενθουσιώδης

Πολύ ενδιαφέρον και αβίαστα φυσική η γλωσσα,νιώθεις την ανάσα του ανθρώπου που διηγείται.

Σκιάς όναρ άνθρωπος
Μέλος
Εθισμένος στα Lenoji
Χρόνια συμμετοχής
Up/Down Voter
Ειδικός

Θέλω να πω τόσα αλλά φαίνονται λίγα.

Μέλος
Εθισμένος στα Lenoji
Χρόνια συμμετοχής
Up/Down Voter
Ειδικός

ωραιο, ροζιτα! συνεχισε..