Ρομαντισμός: reality clash

Ταυτιζόμουν με τον Κατακουζηνό

Από τότε που θυμάμαι τον εαυτό μου, ήμουν ρομαντικός. Όταν προβλήθηκε το Κων/νου κι Ελένης για πρώτη φορά, πήγαινα Δ’ Δημοτικού. Αν και εξωτερικά ταυτιζόμουν με τον Κατακουζηνό (γιατί τότε ήμουν γενικώς στριμμένος και δύσκολα προσεγγίσιμος- μετάφραση: ντροπαλός και πιεσμένος), μού άρεσε η Ματίνα. Πολύ αργότερα κατάλαβα, πως αυτοί οι χαρακτήρες αποτελούσαν επιτηδευμένες καρικατούρες ανθρώπων με συγκεκριμένα χαρακτηριστικά, προκειμένου να καυτηριαστεί η τάση μας να παθαίνουμε εμμονές με κάποια πράγματα (τον ναρκισσισμό μας με την έκδοση τού πολυπόθητου συγγράμματος ή την ανασφάλεια με την εξασφαλιση τού ακριβοθώρητου γαμπρού). Ωστόσο, την πετριά με τον ρομαντισμό δεν θυμάμαι πώς ή πότε την απέκτησα.

Αργότερα, στο Γυμνάσιο, με τράβηξε ο Κοέλιο. Ένστικτο; Προαίσθημα; Πνεύματα που συναντώνται; Πρώτη φορά πάντως που αναμιγνύεται ο ρομαντισμός με τον αισθησιασμό και το θρησκευτικό συναίσθημα. Νομίζω πως εκεί εντοπίζω την τάση μου να συνδέω αυτά τα τρία στοιχεία στην ζωή μου σήμερα: το ανάλαφρο σκίρτημα τής καρδιάς, τον έντονο πόθο και την έλξη μου προς το θεϊκό στοιχείο (ό,τι κι αν είναι αυτό).  Ευτυχώς, ο Γκάαρντερ με τον Κόσμο τής Σοφίας ήλθε κι έβαλε ένα αντίβαρο με την φιλοσοφική έρευνα, την ενδοσκόπηση και την λογική εξέταση. Ήταν όμως ακόμα πολύ νωρίς για να τα ισορροπήσω όλα κι ο ρομαντισμός είχε πάρει τα ηνία.

Λύκειο. Στην δίνη τής εφηβείας. Ριζοσπαστκές αλλαγές. Με τον Νοβάλις στο χέρι και τους My Dying Bride στ’αυτιά. Θυμάμαι να δακρύζω πάνω από ένα τεράστιο κομμένο δένδρο, που ξεπάστρεψαν στην γειτονιά μου, για να χτίσουν μια πολυκατοικία. Εκεί εντοπίζω την αρχή τού αντικαπιταλισμού μου και τώρα πλεόν τού να υποστηρίζω accelerationism, έστω και σαρκαστικά. Σε κάθε περίπτωση, η επαφή με την πραγματικότητα είχε χαθεί σχεδόν παντελώς.

Πανεπιστήμιο. Ulver. Σονέτα της Μπράουνινγκ. “Ο,τι δεν αγγίζει το ιδανικό μου, δεν αξίζει”. Μέγα σφάλμα. Αποτέλεσμα; Σχεδόν ολική απώλεια σύνδεσης με την πραγματικότητα. Απώλεια δυνατότητας ΑΠΟΛΑΥΣΗΣ τής πραγματικότητας. Απώλεια δυνατότητας κατανόησης τής πραγματικότητας. Δράμα.

Η “Γυναίκα” ως έννοια δεμένη ψηλά στο βάθρο, χωρίς να μού το ζητά και υποχρεωμένη να ανταποκρίνεται σε ιδανικά, στα οποία ουδέποτε  συνήνεσε. Μια μορφή ψυχολογικού καλουπιού που εν τέλει λειτουργεί σαν κινέζικο πόδι Λωτού (η γνωστή παραμόρφωση πέλματος, εφηρμοσμένη στη γυναικεία ταυτότητα).  Κι όλα αυτά στο μυαλό μου φυσικά. Διότι, αδυνατώντας ν’αντιληφθώ, ότι τα ιδανικά, με τα οποία είχα ψυχαναγκαστικά γαλουχήσει τον εαυτό μου, ήταν τελείως δυσπροσαρμοστικά (καθώς τελούσα υπό το κράτος τους), είχα απομείνει τελείως μόνος μου. Χωρίς την δυνατότητα να δω παραπέρα και να εξετάσω αν όντως είχαν βάση αυτά που πίστευα (π.χ. στο πλαίσιο ενός φλερτ ή σχέσης). Η ισχύς τών συναισθημάτων είχε υπερνικήσει τη λογική μου και κατέτρωγε την δυνατότητά μου να κοινωνικοποιηθώ χαλαρά και φυσιολογικά.

Η έλλειψη ικανοποίησης με τον κόσμο μεγάλωνε. Θυμός, κυνισμός, μισανθρωπισμός κι εν τέλει ξεφούσκωμα και κατάρρευση: κατάθλιψη. Ένας θυμός που δεν βρήκε την “ικανοποίησή” του, ένας ιδεαλισμός που ζεύτηκε σε λάθος μονοπάτια.

Ευτυχώς, έκανα ψυχανάλυση. Και μάλιστα περατωμένη. Κι αυτό που την περάτωσε ήταν η αγάπη μιας κοπέλας, που με επανέφερε στο παρόν, στο σώμα μου και την απλή, σωματική πραγματικότητα, ΜΕΣΩ τής οποίας φθάνεις ν’αγγίζεις όλα αυτά τα πνευματικά που ποθούσε ο ιδεαλισμός μου. Πρέπει να βρεις την ισορροπία μεταξύ ρομαντισμού και ερωτισμού. Η ηθικίστικη λογική που περιδιαβαίνει τον ρομαντισμό οδηγεί αναπόφευκτα στην στέρηση τής χαράς και στην αποκοπή προς την αδάμαστη και απόλυτα ΘΕΡΑΠΕΥΤΙΚΗ σεξουαλικότητα. Τα χριστιανικά undertones, που κυλούν υπογείως τού κλασσικού ρομαντισμού, δηλητηριάζουν την διάθεση με μελαγχολία, παραίτηση κι αναμονή ενός ιδανικού “τέλους”- κάτι σαν μια συναισθηματική Αποκάλυψη, που θα σε λυτρώσει απ’όλες σου τις “αμαρτίες” τής ανθρώπινης ύπαρξης. Μεγάλη παγίδα. Η ευτυχία κι ο έρωτας είναι ωραία πράγματα και δεν πρέπει να νιώθουμε ένοχοι ή εξαναγκασμένοι να τα ζήσουμε με ΕΝΑΝ συγκεκριμένο τρόπο- πόσο μάλλον να θυμώνουμε με την πραγματικότητα, όταν αυτή δεν λειτουργεί βάσει τών ΔΙΚΩΝ μας προσδοκιών.

Κι εκεί εντοπίζω την δομική αδυναμία τού Ρομαντισμού να λειτουργήσει ως φάρος για έναν νέο άνθρωπο. Δεν πρέπει να βασιστείς ΜΟΝΟ σ’αυτόν. Επιβάλλει πολύ συγκεκριμένα πρότυπα συμπεριφοράς, τα οποία, μπορεί μεν να διέπονται από μία πολύ όμορφη ποικιλία εικόνων και πολύτιμων αισθημάτων, ΑΛΛΑ, μπορείς να τα “βιώσεις”, ΜΟΝΟ εάν έχεις ταυτόχρονα και συνείδηση τού πού ζεις, πότε ζεις και πάνω απ’όλα, αν ο άνθρωπος απέναντί σου ΘΕΛΕΙ να ζήσει ή να σκεφθεί έτσι. Αν όχι, τότε εσύ χάνεις κι εσύ χάνεσαι. Ο “Άλλος” δεν έχει υποχρέωση να συμμορφωθεί με τα δικά σου προκατασκευασμένα πρότυπα, ασχέτως τού πόσο λεπτομερώς τα έχεις οικοδομήσει και δικαιολογήσει στο μυαλό σου. Ειδάλλως και στραβός θα’ναι ο γυαλός και στραβά θα αρμενίζουμε.

Κάπου εκεί παύει αυτός ο εγωκεντρικός ιδεαλισμός λοιπόν και μαθαίνεις να δίνεις την ευκαιρία στον άλλον να εκφράσει αυτό που είναι, όπως πραγματικά είναι- και διαπιστώνεις με έκπληξη, πως δεν νιώθεις πλέον την ανάγκη να μιλάς, αλλά, ν’ακούς. Ν’ανακαλύπτεις και να εξερευνάς έναν νέο κόσμο: τον κόσμο τού άλλου ανθρώπου (κι εν προκειμένω π.χ. τον κόσμο μιας γυναίκας που ερωτεύθηκες). Αυτός ο κόσμος είναι πιο μυστηριώδης, πιο συναρπαστικός, γιατί δεν είναι ο δικός σου. Αναπόφευκτα, θα “απο-εξιδανικευτεί” κι αυτός (διότι το κάνει αυτό η καθημερινότητα), αλλά, τότε είναι που πραγματικά διαπιστώνεις πως μπορείς να αγαπάς και να εκτιμήσεις κάποιον άνθρωπο: όταν κατακάτσει ο ονειρικός κουρνιαχτός και νιώθεις πως θέλεις ακόμη να είσαι μ’αυτόν τον άνθρωπο και τις ατέλειές του, τις ανάγκες του και τις πληγές του. Όταν διαπιστώσεις πως κι εσύ δεν είσαι τέλειος, αλλά, έχεις ανάγκη την μεταμορφωτική δύναμη τού έρωτα και τής αγάπης, προκειμένου να εξελιχθείς και να μοιραστείς την εξέλιξή σου αυτή με αυτόν/αυτήν που αγαπάς και που σού έδωσε αυτήν την ευκαιρία/δυνατότητα ΝΑ ΑΓΑΠΑΣ εν γένει.

Άρα, ο άκρατος ρομαντισμός, τί ακριβώς ξόρκιζε άραγε; Τον φόβο ή/και τη άγνοια για την γυναίκα όπως πραγματικά είναι κι όχι όπως την καλουπώνει πολύ βολικά η φαντασία; Την τότε απροθυμία μου να παραδεχθώ πως ίσως έκανα λαθος; Ισως και την ανάγκη μου να δικαιολογήσω την απόρριψη, πιστεύοντας πως “Δεν φταίνε αυτές…αν ήξεραν καλύτερα, θα ήθελαν εμένα”; Μήπως το ότι πολλοί πατεράδες δεν ξέρουν (για τους δικούς τους λόγους), πώς να μιλήσουν στους γιους τους για τις σχέσεις και το σεξ κι έτσι τα αγόρια γίνονται έρμαια τής άγνοιας, τής πορνοκουλτούρας, τής peer pressure και τού σεξουαλικού καταναλωτισμού; Και τού άκρατου ρομαντισμού, perhaps;

Θ’αποτολμήσω μάλιστα να πω: μήπως ο στείρος ρομαντισμός είναι ένας σεξισμός με αγγελικό πρόσωπο; Ίσως. Για έναν νέο άνδρα πάντως, παρά τις δυνητικά άριστες προθέσεις, αν ο ρομαντισμός/ιδεαλισμός δεν συνοδευθεί από επαφή και τριβή με τον ΠΡΑΓΜΑΤΙΚΟ κόσμο, από διαθεση για υποχώρηση και ΑΚΟΥΣΜΑ, από την καλλιέργεια μιας υγιούς σχέσης με και κατανόησης για το σώμα σου και το σώμα/φύση/ψυχή/επιθυμίες τής γυναίκας, τότε, όχι μόνο δεν θα προσφέρει κάτι, αλλ’αντιθέτως, θα λειτουργήσει κι ως τροχοπέδη. Ο,τιδήποτε δεν ενισχύει την αληθινή επαφή κι αληθινή γνωριμία με τον άνθρωπο που ερωτεύτηκες, στην πραγματική του διάσταση (ψυχική και σωματική), θα προκαλέσει, αργά ή γρήγορα, το αναπόφευκτο disillusionment.

Don’t delude yourselves, λοιπόν. Η καλύτερη αίσθηση είναι η αληθινή κι η μοιρασμένη: να σού φιλάν’ τα μάτια, να σπαρταράνε οι καρδιές και οι ψυχές ν’ανθίζουν. ΤΟΤΕ είσαι πραγματικά ρομαντικός: μ’εκείνον ή εκείνη που το θέλει.

Abstract: Μού πήρε δύο χρόνια να διαβάσω το “Αναζητώντας τον Χαμένο Χρόνο”. Έπρεπε όμως να  τον συνδυάσω με Mantak Chia. Ευτυχώς, μετά από μερικά χρόνια, το έκανα κι ο χρόνος δεν πήγε τελείως χαμένος. Τώρα, λοιπόν, το ξέρετε κι εσείς. Μην το πάθετε. Απαντήστε σ’αυτόν τον στίχο τών Pooma. Εγώ απάντησα “Ναι”.

“Would you be frightened for my sake? And would you keep me safe? Would you?”

https://www.youtube.com/watch?v=L6MmrK6KTw8

in

Αξιολογήστε το άρθρο

2 points
Upvote Downvote