Γράφει η Π., φίλη του Α,μπα
“Πες μας τι θα γίνει αν κάποτε θ΄αγγίξεις το κορμί σου
και το βρεις τσακισμένο απ’ τις πληγές;
Και γύρω σου κούκλες χλωμές ανίκανες να ακούσουν τη φωνή σου.
Κι οι αλήθειες σου να σέρνονται στο πάτωμα γυμνές”
Το αγαπούσα πολύ αυτό τραγούδι όταν ήμουν έφηβη. Το άκουγα σε επανάληψη, το κουβέντιαζα με τις φίλες μου με τις ώρες (“δε θα ήταν πιο εύστοχο οι χλωμές κούκλες γύρω σου να είναι ανίκανες να ακούσουν τη σιωπή σου;” -δεν ξέραμε ακόμη πόσο εύκολα αγνοούνται οι φωνές, πόσο μάλλον οι σιωπές). Το αγαπούσα το τραγούδι γιατί έμοιαζε με προειδοποίηση, με ένα φιλικό “Πρόσεχε, μπορεί να συμβεί και σε εσένα”, από κάποιον που σίγουρα τον ξύπνησε ένα βράδυ “απότομα η κραυγή” του. Και ήταν ένα ενδεχόμενο τρομακτικό.
Έτσι λοιπόν, έμαθα να μετράω τις πληγές μου, δε θα με έπιαναν στον ύπνο, δε θα ξυπνούσα ένα βράδυ για να με βρω τσακισμένη, θα κατέγραφα και θα φρόντιζα τις πληγές μου μετά από κάθε μάχη. Δεν είχα προβλέψει -δε θα μπορούσα όσο και αν μου αρέσει να προσπαθώ να προλάβω μελλοντικές ήττες, γιατί σε σχέση με τους εφιάλτες συνήθως η πραγματικότητα είναι πολύ χειρότερη από τη φαντασία- ούτε πόσες μάχες θα χρειαζόταν να δώσω, ούτε πόσο βαθιές θα ήταν οι πληγές. Ούτε βέβαια θα μπορούσα τότε να προβλέψω ότι τη βαθύτερη από αυτές θα την προκαλούσε μέσα στο σπίτι μου κάποιος που αγαπούσα.
Όσο μετρούσα τραύματα σφυρηλατούσα την πανοπλία μου.
Μια πανοπλία φτιαγμένη από θλίψη, νόμιζα. Φτιαγμένη από ατσάλινα μοιρολόγια -για όσα, μάχη με τη μάχη χάνονταν- και από δάκρυα. Προβλέπεται, επιτρέπεται εμείς οι γυναίκες να κλαίμε.
Δεν έγινε ξαφνικά, όπως στο τραγούδι, όμως κάποτε κατάλαβα πως η αστραφτερή μου πανοπλία δεν ήταν τελικά φτιαγμένη από πόνο, αλλά από θυμό. Από ατόφιο, συχνά ανεξέλεγκτο θυμό, αυτόν το θυμό που σε κάνει να νιώθεις ικανή για τα πάντα. Και όταν λέω “για τα πάντα” εννοώ ικανή για βία.
“Η βία φέρνει βία” ακούμε συχνά. Όμως αυτή η ιστορία δεν είναι μία από αυτές τις ιστορίες, η βία φέρνει βία που στρέφεται εκτός και όχι εντός σου, εκτός των άλλων όταν προβλέπεται από τον κοινωνικό σου ρόλο.
Άρχισα λοιπόν να ανησυχώ, μου ήταν ξένο το υλικό αυτό, δεν ήξερα τι πρέπει να τον κάνω το θυμό μου. Είναι γνωστό άλλωστε, πως είναι καταστροφικός και κάτι πρέπει να τον κάνεις αλλιώς σου τρώει τα σωθικά.
-Να τον καταπιώ;
-Προβλέπεται.
-Να κάνω σα να μην είναι εκεί;
-Ναι, γιατί όχι, ωραιότατη ιδεά.
-Να τον ξεπεράσω;
-Ενθαρρύνεται.
-Χμ, μήπως να τον εκδήλωνα;
-Λυπάμαι χάσατε, ο κοινωνικός σας ρόλος δεν προβλέπει την έκφραση θυμού. Απεναντίας, έχουμε προβλέψει να αποθαρρύνουμε προκαταβολικά τέτοιες εκδηλώσεις συναισθήματος με ταμπέλες όπως “μίσανδρη φεμινίστρια”, “υστερική”, “τρελή”, “σκύλα”, “παρανοϊκή”.
-Μα γιατρέ μου, εγώ νιώθω πως δεν μπορώ να ηρεμίσω.
-Το γεγονός ότι στέκεστε όρθια και προχωράτε είναι η εκδίκησή σας.
-Μα εγώ δε θέλω εκδίκηση. Δικαίωση θέλω.
-Νομίζω πως θα πρέπει να δουλέψουμε με την αντίληψή σας για την πραγματικότητα.
Συνεχίσα λοιπόν να επιζώ με την ατσάλινη πανοπλία μου και έμαθα περισσότερα για το θυμό ως αντίδραση στο τραύμα. Έμαθα πως είναι αναμενόμενος, φυσιολογικός, πωςείναι εξελικτικός μηχανισμός που σε θέτει σε εγρήγορση για να αντιδράσεις σε δυνητικό κίνδυνο, σε δυνητική απειλή. Κατάλαβα πως είναι μέρος της θεραπείας, πως σημαίνει ένα βήμα μπροστά: δεν μπορείς να θυμώσεις όσο ακόμη πιστεύεις πως η ίδια είσαι υπεύθυνη για τη βία που υπέστης, ούτε όσο ακόμη ενδόμυχα πιστεύεις πως σου άξιζε. Δεν μπορείς να θυμώσεις αν δεν πιστεύεις ότι αδικείσαι. Όμως ακόμη δεν ήξερα τι τελικά υποτίθεται ότι πρέπει να τον κάνω το θυμό μου.
Και μετά κάτι πάλι αλλάξε. Οι χλωμές κούκλες εξακολουθούσαν να με περιτριγυρίζουν, όμως σιγά σιγά γνώρισα τις υπόλοιπες γυναίκες με τις πανοπλίες. Και είναι πολλές, είναι μία στις τρεις. Καθόλου δε μοιάζουν τσακισμένες, αν τις συναντήσεις στο δρόμο δε θα καταλάβεις πως είναι λαβωμένες, συχνά ακρωτηριασμένες, ότι πολλές από αυτές ανήκουν στις παραλίγο νεκρές, στους άνθρωπους “που είδαν το κακό και το ‘χουν στο όνομά τους κεντημένο”. Ούτε την πανοπλία τους βλέπεις, κρύβεται καλά κάτω από λουλουδάτα φορέματα.
“Έχουμε πόλεμο, είμαστε τραυματίες πολέμου,” μου λέει μία από αυτές. Μου θυμίζει το “Μας σκοτώνουν” και έχει δίκιο. Ένας αόρατος πόλεμος με θύματα μία στις τρεις. Ένας πόλεμος που αυτοί που τον διεξάγουν επιμένουν πως δεν υπάρχει, πως είναι στη φαντασία μας. Εδώ δε δικαιούσαι να θυμώσεις, εσύ τώρα θες να θυμώσεις με κάτι που δεν υφίσταται;
Η δολοφονία της Κάρολαϊν μου κλέβει τον ύπνο. Πυροδοτεί αναμνήσεις από χέρια που σφίγγουν το δικό μου λαιμό. Και τώρα που σιγά σιγά γνωρίζω τις γυναίκες με τις πανοπλίες αναρωτιέμαι πόσες από αυτές είμαστε εκείνες που τη γλυτώσαμε για κάποια δευτερόλεπτα; Που φωνάζαμε βοήθεια εκείνη την ώρα και δεν ήρθε κανείς; Πού ματώσαμε τόσο από αυτό που είδαμε στα μάτια του θύτη, που δεν καταγράψαμε την ανακούφιση όταν καταφέραμε και πάλι να ανασάνουμε; Που μάθαμε να λέμε “ευτυχώς που δεν” αντί για “δικαίωση θέλω”. Πόσες είμαστε εμείς που δε δικαιούμαστε ούτε το θυμό μας;
Ούτε οι υπόλοιπες γυναίκες με τις πανοπλίες κοιμούνται πολύ αυτές τις νύχτες. Κουβεντιάζουν και εκείνες για φόβο, για λύπη, για πένθος, για παγωμάρα. Κι εκείνες θυμούνται τα χέρια που έσφιξαν το δικό τους λαιμό, ή αυτά που έσφιξαν το λαιμό της φίλης, της αδερφής, της μητέρας τους, ή αυτά που ξορκίζουν να μη συναντήσουν στο δρόμο τους. Και μιλάνε και εκείνες πολύ για θυμό και οργή, για διεκδίκηση, για δικαίωση.
Κάποιες άκομη νιώθουν ενοχές για το μαξιλάρι που εκτόξευσαν προς άγνωστη κατεύθυνση χωρίς συγκεκριμένο στόχο εξαιτίας του θυμού αυτού. Άραγε αυτοί που τόσους αιώνες κερδίζουν τον αόρατο πόλεμο, που αρνούνται ότι διεξάγουν να νιώθουν ενοχές;
Είναι τόσο έντονα κοινές οι αντιδράσεις μας, που με κάνουν και εμένα να σκέφτομαι, μήπως τώρα που βρισκoμαστε σιγά σιγά οι γυναίκες με τις αιματοβαμμένες πανοπλίες, μήπως τώρα συνειδητοποιούμε ότι τα τραυματά μας είναι πολύ μεγαλύτερα από όσο νομίζαμε μέχρι τώρα, γιατί ξεπερνούν κατα πολύ την κάθεμια μας ξεχωριστά; Μήπως οι κοινές μας αντιδράσεις φανερώνουν πράγματι ένα συλλογικό PTSD που τελικά ακουμπάει σε συλλογικές μνήμες;
Μήπως ο συλλογικός μας θυμός που τόσο καιρό σιγοβράζει, έρχεται τώρα να εκδηλωθεί λεκτικά, γιατί τώρα, μέσα από το σμίξιμο κοιτάξαμε κατάματα και αγγίξαμε το συλλογικό μας κορμί και το βρήκαμε τσακισμένο απ’ τις πληγές; Και αν είναι όντως έτσι, πείτε μου, “τι θα γίνει;” τι προβλέπεται να τον κάνουμε το θυμό μας;
Την απάντηση στο “τι θα γίνει” δεν την έχω. Ξέρω όμως, πως η κραυγή που μας ξύπνησε (απότομα;) είναι κραυγή οργής. Και δε θα απολογηθούμε και για αυτή.
Ακολουθήστε την Α,ΜΠΑ; στο Google News

Μια μεγαλη αγκαλια απο μενα, για ολες τις γυναικες που εχουν υποφερει στα χερια συντροφου τους και για εκεινες που υποφερουν αυτη τη στιγμη που μιλαμε. Σε τετοιες απανθρωπες εμπειριες κρυβεται και η δυναμη μας. Δεν πρεπει να ξεχναμε, ποτε, οσο κι αν μας ποναει. Συνηθως οι ομαδες που υποφερουν ειναι αυτες που ‘ξυπνανε’ σιγα σιγα την κοινωνια. Ας κανουμε οτι μπορουμε λοιπον, οσο μικρο κι αν ειναι. Απο μια συμβουλη και μια αγκαλια σε μια φιλη και μια κουβεντα σε μια αγνωστη, μεχρι δινοντας αρχες στους γιους μας… Οτι μπορει η καθεμια. Ολη μου την αγαπη.
Τι υπέροχο κείμενο, με άγγιξε σε ένα σημείο πολύ βαθύ και προσωπικό.
Σε ευχαριστώ ❤🥰
Ένα κείμενο διαμάντι, πολύτιμο, ειλικρινές, ελεύθερο και γενναίο, σαν κι εσένα. Υπέροχη γυναίκα, πολύτιμη φίλη.
Αυτό που με θυμώνει περισσότερο είναι ότι ακόμα αδιαφορούν για τις πληγές μας, ακόμα μας φιμώνουν, ακόμα υπερασπίζονται τους βασανιστές μας. Γιατί “είναι καλό παιδι”, γιατί “εμείς τον συμπαθούμε πολύ”, γιατί “εντάξει, εσείς χωρίσατε, λογικό είναι να τον αντιπαθείς, αλλά μην το δείχνεις τόσο βρε παιδί μου”, και γιατί “δεν θέλω να ακούσω, με φέρνεις σε δυσκολη θέση”. Οπότε ακόμα και μετά απο καιρό δεν θέλουν να σε αφήσουν να εκφράσεις το τραύμα σου, δεν θέλουν να ακούσουν, γιατί θα γκρεμιστεί η εικόνα που τόσο βολικά έχουν χτίσει για το βασανιστή σου.
Τα νευραααα μου!