Προσωπική ιστορία: Η λεκτική κακοποίηση από τον αδερφό μου

Μεγάλωσα σε ένα μικρό νησί του Βορείου Αιγαίου. Η οικογένεια μου ήταν μία φυσιολογική οικογένεια. Δεν είχα ποτέ με κανέναν από αυτή πρόβλημα, τους αγαπούσα όλους, και με όλους είχα και καλές σχέσεις. Εκτός από τον αδερφό μου.

Θυμάμαι σε πολύ μικρή ηλικία να περνάω καλά μαζί του. Να παίζουμε διάφορα παιχνίδια τα οποία δεν ξέρω κατά πόσο αθώα ήταν, γιατί δεν θυμάμαι. Πάντα κατέληγαν στη βία, πάντα.

Αργότερα από την προεφηβεία και μετά άρχισαν τα όργανα. Ακόμη, μέχρι και σήμερα, προσπαθώ να βρω λέξεις να περιγράψω την σχέση μου μαζί του. Και μέχρι και σήμερα με τρώει αυτό το “γιατί”; Γιατί μου φερόταν έτσι; Αλλά θα σας πω αργότερα το που τελικά, μετά από χρόνια θεραπείας, κατέληξα.

Πάντα μου έκανε τη ζωή μου δύσκολη. Μου έπαιρνε πράγματα ή έκανε πράγματα που ήξερε πως με εκνεύριζαν. Πάντα αν προσπαθούσα να κάνω κάτι κρυφά από τους γονείς μου (όχι κανένα εμπόριο ναρκωτικών, π.χ. να φέρω μέσα στο σπίτι τον σκύλο) με κάρφωνε. Αλλά αυτό ήταν το λιγότερο, η λεκτική βία ήταν η χειρότερη. Ήταν γενικά από αυτούς τους ανθρώπους που έκριναν τους πάντες και τα πάντα εκτός από τον εαυτό τους. Με τη καλημέρα είχε μία καλή κουβέντα να πει για εμένα. “Κοίτα πάλι την γύφτισσα πως άφησε τα πιάτα”. “Κάντε λίγο αέρα στην πριγκίπισσα της Αγγλίας”. “Πιο ηλίθιο πλάσμα δεν έχω συναντήσει στη ζωή μου”. “Εσύ παιδί μου θέλεις γιατρό, που σε βρήκαμε;”

Μπορώ να θυμηθώ κι άλλες τέτοιες εκατοντάδες προτάσεις με βρισιές μέσα. Κάθε μέρα. Υποτίμηση. Εξευτελισμός. Ταπείνωση. Δεν θυμάμαι να με έκανε ποτέ κάποιος άλλος να νιώθω τόσο σκουπίδι σε όλη μου τη ζωή εκτός από κάτι συμμαθήτριες μου στο Γυμνάσιο (το οποίο και ευτυχώς άλλαξα). Μα κανένας. Τα έλεγε ειδικά σε εμένα. Και δεν τολμούσα να αντιμιλήσω γιατί ήταν πολύ μεγαλόσωμος. Και ήξερα ότι άνετα θα μπορούσε να με δείρει, αφού συνέχεια μου το υπενθύμιζε. Κι αν το έλεγα στους γονείς μου θα μου έλεγαν “απλώς κάνει πλάκα”. Όχι, δεν ήταν πλάκα. Καθόλου.

Δεν ήμουν σε καμία περίπτωση τέλεια. Δεν μπορώ να πω ότι δεν είχαν βάση όλες αυτές οι βρισιές και τα υποτιμητικά σχόλια. Αλλά καταλάβαινα ότι ό, τι κι αν έκανα ποτέ δεν θα ήμουν τέλεια. Και φυσικά δεν μπορούσα να κάνω ότι εκείνος, 9 χρόνια διαφορά δεν τα λες και λίγα.

Χριστέ μου, είχα γράψει για εκείνον σε αμέτρητα ημερολόγια. Τον μισούσα, πέρασε πολύς καιρός για να το παραδεχτώ μέσα μου, αλλά τον μισούσα. Και ακόμη περισσότερο μου πήρε να καταλάβω ότι αυτό που βίωνα ήταν βία. Αυτός ο καλοκάγαθος ψηλός νεαρός που όλες τις γοήτευε μου έκανε κόλαση την εφηβεία μου.

Φοβόμουν να ξυπνήσω για να μην με βρίσει. Πάλι. Όλη μέρα: “Έλα εδώ, να δεις τι έκανες πάλι!” Ναι, διέπραττα μεγάλα εγκλήματα στην ηλικία των 14 που έπεφταν λίγες σταγόνες περιόδου πάνω στο χαλί του μπάνιου. Ναι, διέπραττα ακόμη μεγαλύτερο έγκλημα που τολμούσα να αντιμιλήσω στον πασά. Γιατί ήταν ο πολυαγαπημένος, ο κανακάρης, το μοναδικό αγόρι ανάμεσα σε 3 κορίτσια. Εννοείται και τα είχε όλα στο χέρι.

Ναι, ήταν κακοποίηση. Κακοποίηση μπροστά σε όλους. Από αυτή την ύπουλη, υποχθόνια, αυτή που φαινομενικά δεν σε πληγώνει γιατί “έλα μωρέ, επειδή σου λέει κάνα δυο κουβέντες, τι έγινε, πλάκα κάνει”. Ναι, δεν με χτύπαγε, ούτε προσπαθούσε να με σκοτώσει, ούτε με βίαζε, ναι, τίποτα από όλα αυτά τα τραγικά δεν ήταν. Αλλά ήταν βία. Γιατί πονάει όταν όλη μέρα σου τριβελίζουν ότι είσαι άχρηστη. Ηλίθια. Ότι δεν είσαι ικανή για τίποτα. Γιατί πως υποτίθεται ότι πρέπει να πιστέψεις στον εαυτό σου όταν έχεις έστω κι έναν άνθρωπο από πάνω σου όλη μέρα επί πόσα χρόνια να σου φωνάζει ότι δεν αξίζεις τίποτα; Πού θα βρεις αυτή τη δύναμη να πεις στον εαυτό σου “αξίζω κάτι” όταν δεν σε αφήνει καν να το φανταστείς, αυτός ο άνθρωπος, ότι θα μπορούσες ποτέ να αξίζεις οτιδήποτε;

Δεν ντρέπομαι να πω ότι τον μισούσα. Δεν ντρέπομαι να πω ότι ακόμη δεν τον έχω συγχωρήσει, ούτε ντρέπομαι να πω πως τον θεωρώ υπεύθυνο για την χαμηλή μου αυτοεκτίμηση η οποία σε μικρή ηλικία με οδήγησε σε απόπειρα αυτοκτονίας. Αυτό κάνει η θεραπεία, ο ψυχίατρος, σε απελευθερώνει από τις τύψεις που σε τρώνε. Όχι, δεν είμαι εγώ σε αυτή την υπόθεση που θα έπρεπε να ντρέπεται. Δεν είμαι εγώ σε αυτή την υπόθεση που θα έπρεπε να νιώθει ενοχές.

Αυτός θα έπρεπε να νιώθει. Αυτός και μόνο αυτός.

Με την θεραπεία κατέληξα στο συμπέρασμα ότι με κακοποιούσε λόγω του ότι ένιωθε παραμελημένος και ζήλευε. Ζήλευε το ότι ήμουν η μικρότερη και η αδυναμία η μπαμπά, και ήξερε πως αν δεν ήμουν εγώ όλη η προσοχή θα ήταν πάνω του γιατί αυτός θα ήταν ο μικρότερος συν του ότι θα ήταν ο μονάκριβος ανάμεσα στα κορίτσια, οπότε η δουλεία της γιαγιάς και της μητέρας μου θα ήταν διπλάσια.

Δεν ήμουν υποχρεωμένη να σταθώ στα πόδια μου. Να πω ξανά και ξανά ότι, ναι, “αξίζεις”. Γιατί να ήμουν; Υπάρχουν πολλοί τους οποίους δεν θα κατέβαλε αυτό για μία ζωή; Αλλά όχι. Εγώ στάθηκα. Γιατί ήθελα. Γιατί μπόρεσα. Όχι για να μην του κάνω την χάρη. Όχι από πείσμα για να μην πραγματοποιήσω την επιθυμία του και γίνω αυτό το άχρηστο κορμί που θα ήθελε να γίνω.

Στάθηκα για εμένα. Πάλεψα για εμένα. Είμαι εδώ, για εμένα.

Και αξίζω. Αξίζω πολλά περισσότερα απ’ όσα μπόρεσα ποτέ να ονειρευτώ.

Και η κάθε μια από εσάς εκεί έξω που βιώνει την οποιαδήποτε κακοποίηση από τον οποιονδήποτε αξίζει.

Όλες μας αξίζουμε.

in

Αξιολογήστε το άρθρο

113 points
Upvote Downvote