Παιδί: ο ρόλος των γονέων στο διάβασμα

Η εκπαιδευτικός Κωνσταντίνα Τσαγκρίδου απαντάει σε δύο ερωτήματα

Πως μπορεί ένας εκπαιδευτικός να εμπνεύσει το παιδί να αγαπήσει το διάβασμα και τα σχολικά μαθήματα;

Όσοι ασχολούνται με τη διαπαιδαγώγησή των παιδιών ας μην αυταπατώνται ότι υπάρχουν εύκολες λύσεις, για να υποχρεώσουν και να κατευθύνουν τα παιδιά σε συνήθειες που οι σύγχρονες συνθήκες της ζωής έχουν υποβαθμίσει, όπως είναι το διάβασμα.

Άλλωστε, μιλάμε για δύο διαφορετικά θέματα. Άλλο είναι ν’ αγαπήσει ένα παιδί το διάβασμα γενικά, δηλαδή να αποκτήσει μια συνήθεια ζωής, τη φιλαναγνωσία και άλλο ν΄αγαπήσει τα σχολικά μαθήματα, γεγονός μάλλον σπάνιο έως αφύσικο πλέον. Η αγάπη για το διάβασμα όντως, μπορεί να εμπνευστεί σ’ ένα παιδί από ενήλικες που θαυμάζει και εμπιστεύεται, άρα θέλει και να τους μιμηθεί. Σε αυτούς μπορεί να συμπεριλαμβάνεται και ένας δάσκαλός του αλλά η βασική έμπνευση προκαλείται κυρίως από το σπίτι. Όταν ένα παιδί ζει σ’ ένα περιβάλλον με αναγνώστες, θα εξοικειωθεί αβίαστα, εφόσον όμως έχει την προδιάθεση γι’ αυτήν τη συνήθεια. Δεν επιβάλλεται με κανένα τρόπο η αγάπη στο διάβασμα, δεν εξαναγκάζεται με υποχρεωτική ανάγνωση αλλά σίγουρα καλλιεργείται.

Αλλά και η έννοια της «έμπνευσης», είναι μεγάλη κουβέντα. Πραγματικά, είναι η απάντηση σε όλες τις αγωνίες γονιών και εκπαιδευτικών σχετικά με τα θέματα που σχετίζονται με τα παιδιά. Αυτά έχουν αλάνθαστο αισθητήριο που τα ελκύει σε εκείνα τα πρόσωπα στον πραγματικό και τον ψηφιακό κόσμο που τα περιβάλλει πλέον, τα οποίοι γοητεύουν την ψυχή τους και καλύπτουν την ψυχολογική ανάγκη τους για αναζήτηση προτύπων. Αυτή θα συντελέσει, ώστε ο δάσκαλός τους να γίνει πρότυπο έμπνευσης και παράδειγμα ζωής σε τόσους τομείς που δεν το φαντάζεται, άρα και στη συνήθεια του διαβάσματος. Το ερώτημα είναι «πόσοι γονιοί και εκπαιδευτικοί μπορούν και θέλουν να ανταπεξέλθουν σε αυτές τις προκλήσεις;».

Στο σχολείο όμως υπάρχουν σημαντικοί ανασταλτικοί παράγοντες γι’ αυτό που λέμε «έμπνευση» και αναφερόμαστε κυρίως στον υποχρεωτικό, ανταγωνιστικό και βαθμοκεντρικό χαρακτήρα του. Αν θέλουμε να αντιπαθήσει ένα παιδί κάποιο θέμα, ας το κάνουμε σχολικό μάθημα. Αυτομάτως, τα χαρακτηριστικά που θα αποκτήσει του αφαιρούν κάθε ομορφιά και ενδιαφέρον. Έτσι, το πρόγραμμα σπουδών συνιστά την καλλιέργεια της φιλαναγνωσίας με μηχανιστικές μεθόδους αντιμετωπίζοντάς την ως μάθημα, έστω και σε πιο χαλαρά πλαίσια. Συνήθως οι εκπαιδευτικοί βάζουν μελέτη εξωσχολικού βιβλίου και σχετικές εργασίες αλλά δε φαίνεται να έχει αυξηθεί το ποσοστό των μαθητών που αγαπάνε το διάβασμα, μάλλον μειώνεται. Aρα στα πλαίσια της τυπικής εκπαίδευσης ας μην περιμένουμε ότι είναι δυνατό να εμπνευστεί ένα παιδί για φιλαναγνωσία παρά μόνο μέσα από άλλα προγράμματα ημιτυπικής ή άτυπης εκπαίδευσης που κάνουν εκπαιδευτικοί με μεράκι και καλή σχέση με τους μαθητές τους.

Πολύ περισσότερο δεν μπορεί να περιμένουμε να υπάρξει με κάποιον τρόπο έμπνευση για τα σχολικά μαθήματα. Στην Ελλάδα αυτός ο ρομαντισμός χαρακτήριζε παλαιότερες εποχές φτώχειας και στέρησης, που συναντάμε πλέον μόνο σε ταινίες και βιβλία. Κι εγώ αναρωτιέμαι πώς στην εποχή μας μπορεί ένας εκπαιδευτικός να εμπνεύσει τους μαθητές του. Εννοώ ότι, ενώ παλιότερα το σχολείο ήταν ο βασικός θεσμός που κοινωνικοποιούσε τα παιδιά, τα έφερνε σε επαφή με τον κόσμο, τις εξελίξεις, τη γνώση, τώρα, το σχολείο είναι πίσω και έξω από τις εξελίξεις στην κοινωνία, έχει ξεπεραστεί ως θεσμός κοινωνικοποίησης. Η διαπίστωση αυτή απογοητεύει τους εκπαιδευτικούς που μαζί με τους γονείς παρακολουθούν χωρίς να ξέρουν πώς ν’ αντιδράσουν διαπιστώνοντας πως τα παιδιά δεν αναγνωρίζουν τόσο σημαντικό ρόλο στη διαδικασία της σχολικής εκπαίδευσής τους όσο παλιότερα. Το σχολείο είναι για τα παιδιά ένα τυπικό καθήκον, έξι- εφτά ώρες που υπομένουν στωικά να τελειώσουν χωρίς να τους κινεί πραγματικά το ενδιαφέρον η δομή και η νοοτροπία που έχει. Οι «καλοί» μαθητές, πρόθυμοι να προσαρμοστούν ή ν’ αντέξουν να συμβιβαστούν με την παρωχημένη αντίληψη περί μάθησης, όλο και λιγοστεύουν ενώ οι περισσότεροι δεν έχουν πειστεί ότι είναι σημαντικό για το μέλλον τους ούτε το διάβασμα ούτε το σχολείο.

Οι πηγές έμπνευσης, τα ερεθίσματα, η γνώση βρίσκονται οπουδήποτε γύρω τους: πρωτίστως στο κινητό τους τηλέφωνο, στα ηλεκτρονικά παιχνίδια που παίζουν, στα μέσα κοινωνικής δικτύωσης, τους influencers και παραγωγούς του youtube και ακολούθως στις αθλητικές ομάδες που συμμετέχουν, στο σκέητμπορντ και τα πατίνια που κάνουν στους δημόσιους χώρους, στα γκράφιτι που φτιάχνουν από αντίδραση, ακόμα και στην τηλεόραση. Η εικόνα, τα πολυμέσα, η πρόωρη ενηλικίωση που βιώνουν έχουν ξεπεράσει τη διδακτική και παιδαγωγική αξία του σχολείου.

Οι φορείς της εκπαίδευσης ( ΥΠΑΙΘ, καθηγητές και δάσκαλοι, οικογένεια) ας μην αυταπατώνται ότι τα σύγχρονα μέσα που έχουν εξοπλιστεί τα περισσότερα σχολεία ( Η/Υ, Διαδίκτυο) η αλλαγή στην ώρα προσέλευσης, οι ομαδοσυνεργατικές μέθοδοι, η χαλάρωση των ποινών, η επιμόρφωση και τα επιπλέον τυπικά προσόντα των διδασκόντων είναι που θα εμπνεύσουν τους μαθητές. Τα παιδιά δεν κοροϊδεύονται με αυτά. Ζητούν αληθινές σχέσεις με όσους έρχονται σε επαφή μαζί τους. Να είναι αληθινοί και ειλικρινείς απέναντί τους, να έχουν κάτι ουσιαστικό να τους πουν και να μπορέσουν με την προσωπικότητά τους να κερδίσουν την εμπιστοσύνη τους.

 

Ποια γνωρίσματα έχει ο σύγχρονος Έλληνας γονιός; Έχει αλλάξει ο παραδοσιακός ρόλος του γονιού και πόσο καλύτερος είναι στη σχέση του με το παιδί του και το σχολείο;

Δεν ξέρω τους λόγους, ίσως λόγω κρίσης ίσως λόγω αλλαγής των αντιλήψεων, διαπιστώνουμε ότι οι σημερινοί γονείς μαθητών της υποχρεωτικής εκπαίδευσης είναι πολύ διαφορετικοί από τους γονείς πριν δέκα χρόνια, τουλάχιστον στα αστικά κέντρα. Φυσικά, έχουν αλλάξει στον τρόπο σκέψης και συμπεριφοράς, συνήθως προς πιο ανεκτικές συμπεριφορές και χρήση λιγότερης σωματικής βίας. Ευτυχώς, παρά την αύξηση των μονογονεϊκών οικογενειών, γενικά, υπάρχει συνεργασία μεταξύ τους και αυξημένο ενδιαφέρον των πατεράδων για τα παιδιά τους, όχι μόνο για τις επιδόσεις αλλά και για τους άλλους τομείς ανάπτυξης και σχέσεων των παιδιών τους. Το κακό είναι πως δε μιλάμε μόνο για θετικές αλλαγές, όπως για γονείς πιο ευαισθητοποιημένους, που φροντίζουν τα παιδιά, όταν έχουν μαθησιακές δυσκολίες χωρίς να τους βάζουν την ταμπέλα «τεμπέλης» ή «χαζός» αλλά πολλές φορές για ανθρώπους που δε συμπεριφέρονται ως ώριμοι ενήλικες.

Μη σας φανεί παράξενο ότι τα τελευταία χρόνια οι εκπαιδευτικοί διαπιστώνουμε όλο και περισσότερες περιπτώσεις που είναι καλύτερο να συνεννοηθούμε με τα παιδιά και αποφεύγουμε τους γονείς, που αποδεικνύονται πιο δύσκολοι, ανώριμοι ή και ανεπίδεκτοι συνεννόησης για θέματα των παιδιών τους. Συχνά, οι γονείς δεν είναι σε θέση ν’ αναλάβουν τις ευθύνες τους και συμπεριφέρονται ακόμα σα να είναι εκείνοι τα παιδιά. Διαπιστώνουμε ότι νοιάζονται τόσο για τον εαυτό τους και την προσωπική τους ζωή, που δεν αντέχουν ν’ ακούσουν ότι το παιδί τους θέλει βοήθεια και συχνά αντιστρέφουν τους ρόλους κάνοντας εκείνοι το παιδί και το παιδί τους γίνεται ο φίλος τους, το παρεάκι τους, ακόμα κι ο γονιός τους που θα αναλάβει πρωτοβουλίες, και θα ασχοληθεί με θέματα που δεν είναι για την ηλικία του (συνήθειες όπως το κάπνισμα, τατουάζ, pearcing, ουσίες). Πολλοί επίσης, δεν μπορούν να επιβληθούν και να βάλουν όρια, που τα έχουν ανάγκη οι έφηβοι.

Επίσης, έχουν αυξηθεί οι γονείς που επενδύουν υπερβολικές φιλοδοξίες στα παιδιά τους, με αποτέλεσμα αυτά να χάνουν την παιδική και εφηβική ηλικία τους, για να ανταπεξέλθουν στα απραγματοποίητα όνειρα των γονιών τους. Η πίεση που υφίστανται, για να εκπληρώσουν ό,τι απωθημένο δεν κατάφεραν να πραγματοποιήσουν οι γονείς είναι απίστευτη. Πάντα υπήρχε αυτή η πίεση αλλά η εποχή μας έχει εντατικοποιήσει τη γονεϊκή φιλοδοξία για διάκριση και δημοσιότητα με τα εξωπραγματικά ρεκόρ, την επιδίωξη της αριστείας, τα βραβεία πάσης φύσεως και γενικά την καλλιέργεια ενός πνεύματος ατομικής υπεροχής εις βάρος των υπόλοιπων. Πολύ συχνά, τα παιδιά που ασχολούνται με κάποιο άθλημα πιέζονται να κάνουν ρεκόρ. Αν σε κάποιο τομέα έχουν ταλέντο, πρέπει να κερδίσουν σε διαγωνισμούς κάθε είδους, για ν’ αποδείξουν ότι είναι διάνοιες. Έτσι, τα παιδιά σωματοποιούν αυτήν την πίεση σε αυτοάνοσα νοσήματα, παίρνουν ακόμα και ψυχοφάρμακα ή παρακολουθούνται από ειδικούς, έχουν πληθύνει οι ασθένειες που παλιότερα ήταν για ενήλικες (κρίσεις άγχους, φοβίες, διαβήτης, βουλημία, νευρική ανορεξία).

Άλλο θέμα προκύπτει επειδή στην Ελλάδα, υπάρχει μια γενικευμένη αντίληψη ότι τα επαγγέλματα των άλλων είναι τόσο απλά, που κάθε Έλληνας μπορεί να είναι πιο καλός μηχανικός από τους μηχανικούς, πιο καλός γιατρός από τους γιατρούς κλπ. Έτσι και για τους εκπαιδευτικούς θεωρούν ότι, αφού κάποτε είχαν πάει σχολείο, μπορούν τώρα να είναι εκπαιδευτικοί και μάλιστα καλύτεροι από τους εκπαιδευτικούς. Δείχνουν με κάθε τρόπο ότι θεωρούν τη δουλειά του εκπαιδευτικού πολύ εύκολη και εκείνοι μπορούν να την υποκαταστήσουν, να την κάνουν στο σπίτι καλύτερα, να τον κατακρίνουν παίρνοντας το μέρος του παιδιού πριν ακούσουν τη γνώμη του δασκάλου.

Συχνό είναι το φαινόμενο να μιλάνε στον καθηγητή όταν αναφέρονται στο παιδί τους σε α΄ πληθυντικό: «διαβάζουμε την ιστορία», «έχουμε να δώσουμε για Lower», «κάναμε την εργασία για τη γεωγραφία», «έχουμε διαγώνισμα στα μαθηματικά». Δυστυχώς, πολλοί κάνουν τις εργασίες των παιδιών. Λες και δεν έχουν άλλα προβλήματα μεγιστοποιούν τα θέματα που είναι ευθύνη των παιδιών τους στερώντας τους τη διαδικασία της ενηλικίωσης και της ανάληψης των ευθυνών, για να αποφύγουν ν’ αντιμετωπίσουν τα δικά τους προβλήματα. Κρατούν τα παιδιά τους εξαρτημένα, ανάπηρα, καταπιεσμένα, για να μην αντικρίσουν τη δική τους ζωή.

Από τις πιο αστείες εικόνες είναι να συνοδεύουν τους έφηβους στο σχολείο κουβαλώντας την τσάντα τους! Πρόσφατα, είδα μια υπερπροστατευτική μαμά που άφησε το γιοκα της στο σχολείο και έφυγε, αφού τον φίλησε. Όμως είχε ξεχάσει να του δώσει την τσάντα του, που εκείνη κουβαλούσε στην πλάτη, με αποτέλεσμα να την κυνηγά το παιδί μέχρι τη γωνία γεμάτο αγωνία μην μπει στο αυτοκίνητο και φύγει.

in

Αξιολογήστε το άρθρο

9 points
Upvote Downvote

Total votes: 29

Upvotes: 19

Upvotes percentage: 65.517241%

Downvotes: 10

Downvotes percentage: 34.482759%

ΣΧΟΛΙΑΣΤΕ

Παρακαλούμε Συνδεθείτε για να σχολιάσετε
  Εγγραφείτε  
Ειδοποίηση για