Οι μάνες είναι σαν τις Χώρες και οι κόρες σαν τις Πόλεις (μέρος 5ο)

ένα απόσπασμα σε συνέχειες…

Από την Τήνο στην Πόλη και ξανά πίσω, στις αρχές του 20ου αιώνα, μια γυναίκα ξεπερνά τα στεγανά της εποχής κι αναλαμβάνει την ευθύνη της ζωής της. Μια ιστορία για τη γυναικεία μετανάστευση από τις Κυκλάδες, στα πλούσια αστικά κέντρα του Ελληνισμού της εποχής.

Η μικρή Ουρανία Αλβέρτη φεύγει από την Τήνο το 1887, για να δουλέψει ως υπηρέτρια στην Πόλη. Η κυρά της συνηθίζει να την αποκαλεί Σελέστ, γιατί είναι πιο comme il faut. Μετά από δέκα χρόνια, γυρνά πίσω στο νησί της, παντρεύεται και μετατρέπεται σε αξιότιμη κυρία Ουρανία Κοντοφρύδη.

(Από το μυθιστόρημα: «Αγαπημένη μου Ουρανία» Εκδόσεις Ωκεανίδα © 2017 της Νατάσσας Γεωργούλια)

Αφού η αδελφή της πήρε τη Ζοζεφίνα και έφυγαν, η Ουρανία, ήδη αναψοκοκκινισμένη από το ούζο, πήγε στην κουζίνα να βγάλει από τη φωτιά το λουκάνικο που τσιτσίριζε. Όσο την παρατηρούσε από την αυλή, ο Γιακουμής ένιωθε να τσιτσιρίζεται και ο ίδιος σε σιγανή φωτιά. Εκείνη, με το ένα χέρι στηριγμένο στη μέση και το άλλο να κουνάει το τηγάνι, έδινε την εντύπωση ότι χόρευε. Έτσι όπως γύριζε το κρέας στον αέρα, λίκνιζε όλο χάρη τις αρμονικές καμπύλες του κορμιού της και ήταν σκέτος πειρασμός. Όταν άδειασε το περιεχόμενο στην πιατέλα, η Ουρανία μάζεψε ένα κομμάτι που έπεσε στον πάγκο και έγλειψε τα δάχτυλά της. Σκούπισε χαριτωμένα τα λάδια στην ποδιά της και επέστρεψε κοντά του κουνιστή και λυγιστή.

Μόνοι τους πια, έπιασαν την κουβέντα από εκεί όπου την είχαν αφήσει. Ο Γιακουμής άρχισε να της μιλάει για την αντρική μετανάστευση. Οι άντρες μετανάστευαν είτε μόνοι τους είτε με τις οικογένειές τους. Οι ελεύθεροι πολλές φορές επέστρεφαν για να παντρευτούν γυναίκα απ’ την πατρίδα τους. Άλλοι, πάλι, παντρεύονταν στη Σμύρνη και έμεναν μόνιμα εκεί. «Ξέρεις…» της είπε γλυκά «ο παππούς μου ήταν Τηνιακός. Βρέθηκε στον Κουκλουτζά μετά τα Ορλωφικά». «Άμα αυτό είναι υπέροχο!» είπε έκπληκτη η Ουρανία. «Έχετε ντηνιακές ρίζες, δηλαδή…»

Της άρεσε που αυτός ο άντρας την είχε πλησιάσει χωρίς προκαταλήψεις και έδειχνε τόσο ενδιαφέρον. Θέλησε να μάθει την οικογενειακή κατάστασή του. Γρήγορα κατάλαβε ότι είχε κάποια δυσάρεστη εμπειρία στο παρελθόν, αλλά από διακριτικότητα δεν ζήτησε λεπτομέρειες. Άλλαξε κουβέντα και άφησε τις βαθύτερες εξομολογήσεις για αργότερα. Κάτι μέσα της τής έλεγε ότι υπήρχε μέλλον μπροστά τους. Ίσως, σκέφτηκε, επειδή το ήθελε πολύ. Έθιξε το ζήτημα των μεταναστών στη Σμύρνη από τις Κυκλάδες και επεσήμανε πόσο πολύ συνετέλεσε αυτό το γεγονός στην ανάπτυξη των εμπορικών σχέσεων μεταξύ των δύο τόπων. «Πολλοί Τηνιακοί δραστηριοποιούνται ως έμποροι στη Σμύρνη» είπε. Του μίλησε για ώρα για το εμπόριο μεταξωτών καλτσών, που κατασκευάζονταν από γυναίκες της Τήνου και πωλούνταν τόσο στη Σμύρνη όσο και σε άλλες πόλεις της Ανατολής και της Δύσης. «Μέχρι και στο Παρίσι!» τόνισε όλο περηφάνια.

Ο Γιακουμής, από τη μεριά του, υπογράμμισε ότι η μετανάστευση των Τηνίων δεν αποτελούσε αποκοπή από το παρελθόν. «Αντιθέτως, Ουρανία μου, τα εσνάφια των Τηνιακών εκεί βοηθούν πολύ την ομαλή ένταξη των νεόφερτων επαγγελματιών στο νέο περιβάλλον. Τους κάνουν να νιώθουν σαν στο σπίτι τους» εξήγησε.

Λίγο το ούζο, λίγο η κουβέντα, η Ουρανία είχε ξεθαρρέψει και άρχισε να αισθάνεται άνετα και με το «μου». Ύστερα μίλησαν για το ζεύγος Μοσχωνά. Ο Γιακουμής τής είπε ότι με τον Γιαννάκη γνωρίστηκαν σε μια λέσχη στη Σμύρνη και πως έκτοτε έγιναν καλοί φίλοι και επισκέπτονταν συχνά ο ένας τον άλλον. Η Ουρανία τού περιέγραψε πόσο πολύ την είχαν βοηθήσει η Αγγελική, αλλά και η μητέρα της, η κυρία Θάλεια Μεσσηνέζη, από τη μέρα που επέστρεψε στην Τήνο. Κάπως έτσι κατέληξαν να συζητούν για τη Ζοζεφίνα. Ο Γιακουμής δεν ήθελε να θίξει το θέμα του απόντα πατέρα, αλλά η ίδια η Ουρανία πήρε το θάρρος και του εκμυστηρεύτηκε τους προβληματισμούς της. Σε λίγο, η μικρή θα πήγαινε για πρώτη φορά σχολείο. Η Ουρανία είπε ότι σκεφτόταν να τη βάλει στις Ουρσουλίνες και πως η νεαρά Μεσσηνέζη, πρώην αριστούχος ουρσουλίνα, είχε μεσολαβήσει και σε αυτό, όπως και σε τόσα άλλα. Ο Γιακουμής συμφώνησε ότι εκεί η Ζοζεφίνα θα λάμβανε πρώτης τάξης μόρφωση και πως το κοσμοπολίτικο περιβάλλον του σχολείου θα τη βοηθούσε να κάνει καλές γνωριμίες. «Εκεί, το παιδί μου δεν θα κινδυνεύει από τη στενομυαλιά των ανθρώπων. Δεν θα είναι δακτυλοδεικτούμενη, ούτε θα την κοροϊδεύουν που δεν έχει πατέρα…» αναστέναξε η Ουρανία.

Στη σκιά της γέρικης μουσμουλιάς που στόλιζε τον μικρό κήπο, ο Γιακουμής, γερμένος αναπαυτικά στην καρέκλα του, την κοίταζε, την άκουγε και την ερωτευόταν. Η γοητευτική γυναίκα απέναντί του ανησυχούσε πολύ για την κόρη της. Την ίδια δεν την ένοιαζαν τα σχόλια και τα κουτσομπολιά, αλλά το παιδί της ήθελε πάση θυσία να το προφυλάξει. Φοβόταν μήπως, έξω από την ασφάλεια των υφαντών, η κόρη της ταλαιπωρούνταν. Άνοιγε τώρα την καρδιά της σ’ έναν άντρα σχεδόν άγνωστο, που όμως της δημιουργούσε ένα πρωτόγνωρο αίσθημα ασφάλειας, ίσως εξαιτίας της φιλίας του με την Αγγελική και τον Γιάννη Μοσχωνά, υπέθετε. Με κάποια ψήγματα ενοχής, του εξομολογούνταν τώρα ότι δεν ήθελε να κάνει εσωτερική την κόρη της και πως θα την έπαιρνε στη Χώρα κάθε Σαββατοκύριακο. «Η απόσταση Χώρας – Λουτρών δεν είναι δα και τόσο μεγάλη» δικαιολογήθηκε. Ο Γιακουμής την άκουγε γνέφοντας με κατανόηση. Η Ουρανία, μες στην αγωνία της και χωρίς να το πολυσκεφτεί, του απηύθυνε ξαφνικά μια ερώτηση που τον ικανοποίησε ιδιαιτέρως: «Εσείς θα μεταναστεύατε ποτέ; Στην Τήνο, ας πούμε;»

Ο Γιακουμής χαμήλωσε το βλέμμα, χαμογέλασε ντροπαλά, ύστερα το σήκωσε ξανά και την κοίταξε ίσια στα μάτια. Για χάρη της, όχι στην Τήνο, αλλά και στην άλλη άκρη του κόσμου θα πήγαινε! Με αναπτερωμένο ηθικό, τη γλυκοκοίταξε και της είπε: «Μίλα μου στον ενικό, Ουρανία μου. Ή μήπως προτιμάς να σε λέω “Σελέστ”, όπως σε φώναζαν στην Πόλη;» Αυτό ήταν! Από εκείνη την Κυριακή, η Ουρανία δεν του ξαναμίλησε ποτέ στον πληθυντικό. Ξεκίνησαν μια όμορφη σχέση, ευεργετική και για τους δύο, μια και μέσα στις ατυχίες τους ένιωσαν ευλογημένοι που τελικά βρήκαν ο ένας τον άλλον.

…συνεχίζεται

in ,

Αξιολογήστε το άρθρο

11 points
Upvote Downvote

Total votes: 21

Upvotes: 16

Upvotes percentage: 76.190476%

Downvotes: 5

Downvotes percentage: 23.809524%

6
ΣΧΟΛΙΑΣΤΕ

Παρακαλούμε Συνδεθείτε για να σχολιάσετε
5 Θέματα σχολίων
1 Απαντήσεις θεμάτων
0 Ακόλουθοι
 
Με τις περισσότερες αντιδράσεις
Δημοφιλέστερο θέμα σχολίου
5 Συντάκτες σχολίων
Νατάσσα Γ.acantholimonleasπόντια ιντερνάσιοναλMatryoshka Πρόσφατοι συντάκτες σχολίων
  Εγγραφείτε  
νεότερα παλαιότερα δημοφιλέστερα
Ειδοποίηση για
Matryoshka
Μέλος
Χρόνια συμμετοχής
Συμμετέχων

Τι κρίμα που θα πρέπει να περιμένουμε 2 μέρες για τη συνέχεια!

πόντια ιντερνάσιοναλ
Μέλος
Χρόνια συμμετοχής
Επιβεβαιωμένος Χρήστης
Ενθουσιώδης

Αγαπώ πολύ αυτή τη χώρα, γιατί κάθε τόπος της κρύβει έναν θησαυρό. Για μένα είναι θησαυρός οι ιστορίες, μπορείς να μάθεις τόσα πολλά, να σκεφτείς, να φανταστείς, να συγκρίνεις, να υιοθετήσεις, να απορρίψεις. Η Ιστορία είναι εκεί, δε φεύγει. Συχνά μας εκνευρίζει, όταν σκοντάφτουμε πάνω της ενώ τρέχουμε ως παιδιά, ενώ βιαζόμαστε ως νέοι. Μας ενοχλεί, μας διακόπτει το παρόν, μας καθυστερεί από το μέλλον. Αλλά δε φεύγει. Ούτε παλιώνει, πάντα κάτι απ’όλα γίνεται επίκαιρο, πότε το ένα πότε το άλλο. Και κάποτε, όταν δε βιαζόμαστε πια, της ρίχνουμε μια ματιά, από περιέργεια να δούμε τι στο καλό βρίσκεται εκεί.… Διαβάστε περισσότερα »

acantholimon
Μέλος
Χρόνια συμμετοχής
Up/Down Voter
Ενθουσιώδης

Ίσως είμαστε η τελευταία γενιά,που μεγαλώσαμε έτσι.Σε σπίτια ανοιχτά,που μπαινοβγαίναμε κι εμείς σε άλλα σπίτια,που καθόμασταν με τους μεγάλους και ακούγαμε τέτοιες ιστορίες.Προλάβαμε και ζήσαμε ανθρώπους,που είχαν να μεταφέρουν μνήμες από την ξενιτιά,που είναι άλλο πράγμα από τη σημερινή μετανάστευση,από την προσφυγιά,τις χαμένες πατρίδες.Και μπορεί να μην είχαμε τις εξωσχολικές δραστηριότητες,που θεωρούνται πολύ σημαντικές τώρα,αλλά ήταν κι αυτό μεγάλο σχολείο.Χαίρομαι να τα συναντάω αυτά σε προσεγμένες δουλειές.

leas
Μέλος
Συμμετέχων

Είναι καλογραμμένο, με ευχαριστεί και με χαλαρώνει. Νατάσσα ευχαριστούμε!