Οι μάνες είναι σαν τις Χώρες και οι κόρες σαν τις Πόλεις (μέρος 3ο)

ένα απόσπασμα σε συνέχειες…

Από την Τήνο στην Πόλη και ξανά πίσω, στις αρχές του 20ου αιώνα, μια γυναίκα ξεπερνά τα στεγανά της εποχής κι αναλαμβάνει την ευθύνη της ζωής της. Μια ιστορία για τη γυναικεία μετανάστευση από τις Κυκλάδες, στα πλούσια αστικά κέντρα του Ελληνισμού της εποχής.

Η μικρή Ουρανία Αλβέρτη φεύγει από την Τήνο το 1887, για να δουλέψει ως υπηρέτρια στην Πόλη. Η κυρά της συνηθίζει να την αποκαλεί Σελέστ, γιατί είναι πιο comme il faut. Μετά από δέκα χρόνια, γυρνά πίσω στο νησί της, παντρεύεται και μετατρέπεται σε αξιότιμη κυρία Ουρανία Κοντοφρύδη.

(Από το μυθιστόρημα: «Αγαπημένη μου Ουρανία» Εκδόσεις Ωκεανίδα © 2017 της Νατάσσας Γεωργούλια)

Ήταν ένα ηλιόλουστο αυγουστιάτικο πρωινό του 1903. Η Ζοζεφίνα είχε αισίως φτάσει τα έξι και οι τρεις τους, η Ουρανία, η κόρη της και η αδελφή της, απολάμβαναν τον ζεστό ήλιο του Αιγαίου στο ζαχαροπλαστείο στην πιάτσα . Η Ουρανία έτρεχε σαν τρελή για τη Βιοτεχνική Σχολή, αλλά τις Κυριακές τις αφιέρωνε πάντα στην κόρη της. Η Ζοζεφίνα έπαιζε με τις πάπιες εκεί κοντά. Δίπλα στα τραπεζάκια υπήρχε μια γλίστρα με πάπιες αλμυρού νερού, ντηνιακές. Το Ελεγκάκι διάβαζε –ως συνήθως, φωναχτά– στην Ουρανία ένα ενδιαφέρον άρθρο από το κυριακάτικο φύλλο της Προόδου , με αφορμή την αναχώρηση μιας συντοπίτισσάς τους για την Κωνσταντινούπολη, η οποία διένυε τον τρίτο μήνα του γάμου της. Όπως εξηγούσε η εφημερίδα, η Τήνια πήγαινε να εργαστεί ως υπηρέτρια.

«Καυτηριάζομεν τους ανοήτους γονείς, αδελφούς και συζύγους διά την ψευδαίσθησιν ότι αποκομίζουσιν όφελος τι εκ της τοιαύτης απομακρύνσεως των γυναικών των, μη λαμβάνοντας υπ’ όψιν τους κινδύνους εις ους εκθέτουσιν αυτάς, άνευ ουδενός υποστηρίγματος. Οι άνθρωποι ούτοι, αντί πινακίου φακής, διότι τι είναι εκατό ή πεντακόσιαι, έστω και χίλιαι δραχμαί, τας οποίας δυνατόν να κερδίσωσι το έτος, διατρέχουσι τον κίνδυνον της ατιμώσεως και της πλήρους σχεδόν διαλύσεως της οικογενείας των».

Γέλασαν και οι δύο. «Είμαι μια ατιμασμένη…» αυτοσαρκάστηκε η Ουρανία. «Και φτωχή!» συμπλήρωσε η αδελφή της. «Τι να πω… Ίσως τελικά να ’μουν από τις τυχερές…» συμπέρανε αναστενάζοντας η Σελέστ της Πόλης. Εκείνη την ώρα έτυχε να κάνει τον πρωινό περίπατό του ο Γιακουμής Κοντοφρύδης. Ήταν φίλος του Γιάννη Μοσχωνά, του συζύγου της Αγγελικής Μεσσηνέζη. Με την «Αγγέλα», όπως τη φώναζε χαϊδευτικά η Ουρανία, είχαν γίνει με τον καιρό καλές φίλες. Ο Γιακουμής ήταν οδοντίατρος στο επάγγελμα, γιος Σμυρνιού εκ Τήνου, επίσης οδοντιάτρου. Εκείνον τον Αύγουστο, όπως και το προηγούμενο καλοκαίρι, παραθέριζε στην Τήνο. Η Ουρανία τον είχε δει κι άλλες φορές, αλλά δεν έτυχε να συστηθούν. Ξάφνου, μια δυνατή ριπή του ανέμου παρέσυρε το τρικουδάκι της Ζοζεφίνας, που έπαιζε κοντά στη θάλασσα. Η Ουρανία σηκώθηκε για να το πιάσει πριν ο αέρας το ρίξει στο νερό. Όμως, την πρόλαβε εκείνος – έτρεξε κοντά στο παιδί, άρπαξε το ρουχαλάκι της μικρής κι έπειτα έστρεψε το βλέμμα του στην Ουρανία. Εκείνη χαμογέλασε σε ένδειξη ευγνωμοσύνης. Ο Γιακουμής πλησίασε, της έδωσε το ζιπουνάκι της Ζοζεφίνας και έβγαλε το καπέλο του με ευγένεια. Αποκαλύφθηκαν οι γκρίζοι κρόταφοι και τα σκούρα μάτια του, που προηγουμένως σκίαζε το ψαθάκι του. Ήταν αρκετά μεγαλύτερος από την Ουρανία, αλλά ιδιαίτερα κομψός, με το λινό ιβουάρ κοστούμι και τα υφασμάτινα ριγωτά σκαρπίνια του.

Κόντρα στα ήθη της εποχής, οι δύο αδελφές τον κάλεσαν στο τραπέζι τους για καφέ. Εκείνος, φανερά γοητευμένος, δέχθηκε και, αφού έγιναν οι απαραίτητες συστάσεις, στρογγυλοκάθισε μαζί τους. Η Ελένη συνέχιζε να σχολιάζει το άρθρο της εφημερίδας. Κάπως έτσι έπιασαν κουβέντα για τη σχολή, τις «άπορες κορασίδες» και τη γυναικεία μετανάστευση. Ο Γιακουμής από την αρχή ενέπνευσε εμπιστοσύνη στην Ουρανία· ένιωθε σαν να τον γνώριζε χρόνια.

Ίσως τελικά να μην ήταν και τόσο τυχαία αυτή η συνάντηση… Ο Γιακουμής είχε προσέξει την Ουρανία από καιρό και ο φίλος του, ο Γιάννης Μοσχωνάς, του μιλούσε για εκείνη με τα καλύτερα λόγια. Πίσω στην πατρίδα του, τη Σμύρνη, ο Γιακουμής είχε βιώσει μια τραγωδία άνευ προηγουμένου: ύστερα από τη δύσκολη γέννα της γυναίκας του, την είχε χάσει και αυτήν και το μωρό τους. Παρότι είχαν περάσει αρκετά χρόνια, το περιστατικό αυτό ακόμα τον στοίχειωνε. Όποτε ερχόταν στην Τήνο, ο φίλος του ο Γιαννάκης, που τον νοιαζόταν, προσπαθούσε να τον πείσει να ξαναφτιάξει τη ζωή του. Γι’ αυτό του μίλησε και για την Ουρανία, ένα μεσημεράκι που έπιναν ούζα στου Λεβαντή και την είδαν να περνάει από την προκυμαία αγκαλιά με την κόρη της. Σε αυτόν τον αυγουστιάτικο περίπατο, λοιπόν, ο Γιακουμής άδραξε την ευκαιρία που του έδωσε το καλοκαιρινό μελτέμι, σώζοντας το τρικουδάκι της Ζοζεφίνας. Είχε αποφασίσει να δώσει μια ευκαιρία στην όμορφη κοπέλα, την οποία με τόση θέρμη τού προξένευε ο φίλος του.

Όσην ώρα μιλούσαν, ο Γιακουμής την άκουγε με προσοχή, παρότι γνώριζε ήδη αρκετά για τις περιπέτειές της. Η αλήθεια είναι ότι οι ιστορίες που είχε ακούσει από τον Γιαννάκη τού είχαν κινήσει ακόμη περισσότερο το ενδιαφέρον να τη γνωρίσει, αλλά δεν ήθελε να τη φέρει σε δύσκολη θέση. Έτσι, έκανε τον ανήξερο και άφηνε την Ουρανία να του διηγηθεί τις εμπειρίες της από την Πόλη. «Πολλές νεαρές μανάδες του τόπου μας συχνά αφήνουν μωρά παιδιά με το γάλα της αγελάδας του σπιτιού και φεύγουν στην Ανατολή για παραμάνες» είπε η Ουρανία.

Η κουβέντα έφτασε γρήγορα στον Νικόλαο Ζαρίφη και στην εξαιρετική συμβολή του ίδιου και της συζύγου του στη σχολή. Η Ουρανία τού μίλησε και για τη Ρόζα και την πολυετή βοήθεια που προσέφερε η αγαπημένη φίλη της στους Ζαρίφηδες. Η ώρα όμως περνούσε και η Ζοζεφίνα άρχισε να παραπονιέται ότι πεινούσε. Έπρεπε να φύγουν. Η Ουρανία είχε ετοιμάσει από νωρίς ένα λαχταριστό ταψί με γεμιστά και το είχε δώσει στον φούρνο της Κάτω Βρύσης. «Θα μου ήταν ιδιαίτερα ευχάριστο να σας ξανασυναντήσω, κυρίες μου!» είπε ο Γιακουμής κάνοντας μια ελαφριά υπόκλιση. Κάπου εκεί ανέλαβε το Ελεγκάκι. «Γιατί δεν έρχεστε την άλλη Κυριακή από το σπίτι στη Μαλαματένια για ένα ουζάκι; Να γνωρίσετε την τηνιακή φιλοξενία όπως την ξέρουμε εμείς!» Ο τρόπος της δεν σήκωνε αντιρρήσεις…

Η πεινασμένη Ζοζεφίνα χοροπήδησε από τη χαρά της και ξεφώνισε: «Ναι, ναι, ναι!» Της άρεσε πολύ ο άγνωστος κύριος, που δεν σταματούσε να βγάζει καραμέλες απ’ τις τσέπες του. «Ε, αφού συμφωνεί και η μικρή δεσποσύνη, είναι αδύνατον να αρνηθώ!» είπε ο Γιακουμής και γονάτισε μπροστά της. Της έδωσε μια τελευταία καραμέλα για τον δρόμο και τη ρώτησε χαϊδεύοντας τα μαγουλάκια της: «Πώς σε λένε, γλυκιά μου; Δεν μου είπες…»

«Ζοζεφίνα Αλβέρτη, κύριε! Χαίρω πολύ!» απάντησε με στόμφο η μικρή και όλοι γέλασαν με τον χαριτωμένο αυθορμητισμό της.

…συνεχίζεται

in ,

Αξιολογήστε το άρθρο

12 points
Upvote Downvote

Total votes: 22

Upvotes: 17

Upvotes percentage: 77.272727%

Downvotes: 5

Downvotes percentage: 22.727273%

3
ΣΧΟΛΙΑΣΤΕ

Παρακαλούμε Συνδεθείτε για να σχολιάσετε
2 Θέματα σχολίων
1 Απαντήσεις θεμάτων
0 Ακόλουθοι
 
Με τις περισσότερες αντιδράσεις
Δημοφιλέστερο θέμα σχολίου
3 Συντάκτες σχολίων
Eleanor OliphantΝατάσσα Γ.Mitsi Πρόσφατοι συντάκτες σχολίων
  Εγγραφείτε  
νεότερα παλαιότερα δημοφιλέστερα
Ειδοποίηση για
Mitsi
Μέλος
Χρόνια συμμετοχής
Ενθουσιώδης

Πολύ ωραία τα αποσπάσματα,μου έχουν κινήσει το ενδιαφέρον για το βιβλίο. Πάντως παιδιά το Γιακουμης σαν όνομα μου φαίνεται τόσο αστείο και ευτυχώς που πλέον ξεχάστηκε και σταμάτησε να χρησιμοποιείται.

Eleanor Oliphant
Μέλος
Εθισμένος στα Lenoji
Up/Down Voter
Ενθουσιώδης

Πόσο όμορφα τα αποσπάσματα.. ευχαριστούμε πολύ!!