Ωδή στις φυλακές που χτίσαμε μόνοι μας

Κοιτάς τον ήλιο, τα σύννεφα πετάνε με την ταχύτητα του ανέμου. Νιώθεις τον αέρα να σου ανακατεύει τα μαλλιά. Γεύεσαι το αλάτι της θάλασσας. Ακούς τη βοή των κυμάτων. Οι σταγόνες της βροχής σού νοτίζουν το δέρμα. Στα χείλη σου στεγνώνουν τα πρώτα φιλιά. Ακούς τα γέλια, μια σταγόνα παγωτό τρέχει στο χέρι σου. Μυρίζεις τους λεμονανθούς. Νιώθεις τα πόδια σου να βουλιάζουν στην άμμο. Νιώθεις ζωντανή.

Με την άκρη του ματιού σου βλέπεις εκείνον. Στο μέτωπο γράφει «έρωτας», στα μάτια «φυλακή». Σου κάνει νεύμα να τον ακολουθήσεις. Κοιτάς τον ήλιο, τα σύννεφα, τη θάλασσα, νιώθεις το αλάτι, μυρίζεις τη βροχή. Με μια βαθιά ανάσα κλείνεις μέσα σου όλες τις μυρωδιές και τα χρώματα του κόσμου, τα αποχαιρετάς για τελευταία φορά και ξεκινάς. Η θάλασσα φουσκώνει, τα σύννεφα μαζεύονται, ο ήλιος κρύβεται, τα πουλιά σταματούν το πέταγμά τους. Γύρω σου η φύση μαραζώνει, ο ουρανός μαυρίζει, η θάλασσα βρυχάται, τα πουλιά και τα άνθη πεθαίνουν. «Γιατί;». «Γιατί;», ρωτάει η βοή της θάλασσας. «Γιατί;» ρωτάνε οι ριπές του ανέμου.

Μα εσύ έχεις ήδη αποφασίσει, χωρίς να ξέρεις το γιατί. Πονάς καθώς τον πλησιάζεις, τα πόδια σου κόβονται στις πέτρες που ξεφύτρωσαν, αγκάθια σού τρυπούν τις γάμπες, ο λυσσασμένος αέρας σού κόβει την ανάσα, η θάλασσα ρίχνει πελώρια κύματα στην ακτή, σα για να σε καταπιεί πίσω στη ζωή, να σε προλάβει πριν χαθείς οριστικά. Αλλά εσύ έχεις ήδη διαλέξει. Τον πόνο. Το μόνο γνώριμο συναίσθημα. Ποτέ δεν ταυτίστηκες με τη ζωή, το φως, τα χρώματα. Ο πόνος σε τραβάει πάλι κοντά του. Δεν είχες κουράγιο να ζήσεις. Ο πόνος σε τραβάει σαν μαγνήτης, νιώθεις έτοιμη να χαθείς στη δίνη του, είναι ο πόνος της λεπίδας που χάραζες το δέρμα σου, είναι ο πόνος της υπερφαγίας στο στομάχι, είναι ο πόνος της εγκατάλειψης, είναι ο πόνος ότι ποτέ δεν ήσουν αρκετή, είναι ο πόνος ότι ποτέ δεν αγαπήθηκες, είναι ο πόνος που φωνάζει «μαμά». Είναι ο πόνος να κοιτάς τους ζώντες από απόσταση, ο πόνος ότι εσύ δεν ανήκεις εκεί, ο πόνος ότι πάντα θα είσαι λειψή.

Καθώς στέκεσαι πια μπροστά στη φυλακή σου, η φύση έχει σταματήσει να διαμαρτύρεται. Ο θρήνος τέλειωσε. Μια απέραντη σιωπή βασιλεύει, ο θάνατος έχει κατακτήσει τα πάντα. Δεν κλαις. Τον κοιτάς στα μάτια και κάνετε τη σιωπηρή συμφωνία σας. Αυτός θα παίρνει την αξία του πονώντας σε κι εσύ θα παίρνεις την επιβεβαίωση ότι δεν αξίζεις να ζεις. Παραδίδεις τον εαυτό σου στην είσοδο, πάρε με και κάνε ό,τι θες με το κουφάρι μου, και βαδίζεις μέσα στο κελί σου. Καθώς κλείνει η πόρτα και πέφτει το σκοτάδι, νιώθεις την αρρωστημένη οικειότητα να κατακτάει το μυαλό σου.

…………………………………………………………………………………………………………………………………………………………………

Δεν ξέρεις πόσες μέρες πέρασαν. Είναι μέρες ή μήνες, βδομάδες ή χρόνια; Βυθίζεσαι στην ανυπαρξία, ο πόνος σε έχει γραπώσει για τα καλά στα νύχια του, σε νανουρίζει. Δε νιώθεις πια τίποτε.

………………………………………………………………………………………………………………………………………………………

Δεν κατάλαβες πώς έγινε αυτή η ρωγμή στον τοίχο. Στην αρχή ένιωσες ένα μικρό ρεύμα αέρα να περνάει στο στεγανό κελί σου. Καθώς έβαλες το δάχτυλο στο σκάσιμο του τοίχου, ένιωσες κάτι για πρώτη φορά μετά από χρόνια. Έσκαψες λίγο, σχεδόν τρέμοντας, μη μεγαλώσει πολύ και καταλάβει εκείνος. Μπήκε μια ηλιαχτίδα, μικρή, δειλή, ζεστή, σου ακούμπησε το πρόσωπο. Προσπάθησες τρομαγμένη να καλύψεις τη ρωγμή. Αλλά δε γινόταν πια να την αγνοήσεις. Ένιωθες τον κόσμο να σου χαμογελά από την άλλη μεριά του τοίχου. Άκουγες τα κύματα, μύριζες τα αρώματα, μια υπόσχεση ζωής που σε καλούσε.

Δεν κατάλαβες πότε σηκώθηκες και βάδισες αποφασιστικά προς την πόρτα του κελιού σου. Ήσουν έτοιμη να βάλεις δύναμη για να την σπάσεις, αλλά αυτή υποχωρεί με το πιο απαλό άγγιγμα. Δεν ήταν ποτέ κλειδωμένη. Μαζεύεις από ένα χάρτινο κουτί αυτά που παρέδωσες τη μέρα του εγκλεισμού σου, κάτι κουρελιασμένα κομμάτια του εαυτού σου: λίγη αξιοπρέπεια, τη φούστα που αγαπούσες, ξεθωριασμένη πια, λίγες νότες σπασμένες, τρία μαραμένα άνθη που φορούσες στα μαλλιά,  το άρωμα της κανέλας και του γιασεμιού, το γέλιο του παππού, το χρώμα του ήλιου που βουτάει στη θάλασσα. Τι να τα κάνεις; Δεν ξέρεις πια, αλλά τα παίρνεις, είναι δικά σου. Ολόδικά σου. Και τ’ αγαπάς.

Καθώς περνάς την πύλη του Άδη προς το φως, μια σκοτεινή μαυροντυμένη φιγούρα σε κοιτάζει σιωπηλά κρυμμένη στο σκοτάδι. Ο δεσμοφύλακας. Δεν είναι εκείνος. Εσύ είσαι. Το μαύρο πονεμένο κομμάτι σου που αποχαιρετάς, ελπίζοντας, αυτή τη φορά, οριστικά.

Κάνεις τρεκλίζοντας τα πρώτα σου βήματα, νιώθεις τα δέντρα να στηρίζουν τα πόδια σου; Νιώθεις τα λουλούδια που στρώνουν μαλακό χαλί μην πέσεις; Τα μάτια σου τυφλώνονται από το φως, νιώθεις τον ήλιο να σε λούζει ζεστασιά; Το δέρμα σου διψάει, νιώθεις μια απαλή ανοιξιάτικη βροχή να σε ποτίζει; Νιώθεις τη μυρωδιά της κανέλας, βλέπεις το γαλάζιο φως της θάλασσας; Ακούς το τραγούδι των κυμάτων να σε καλωσορίζει; Καθώς βγάζεις άνθη και γέρνεις προς το φως, νιώθεις το φρεσκοβρεγμένο χώμα να σε υποδέχεται; Καθώς βουτάς τα πόδια σου στη θάλασσα, νιώθεις τον αφρό των κυμάτων να σε τυλίγει; Φτάνουν στα αυτιά σου τα γέλια και οι νότες; Βλέπεις τους φίλους να σου κουνάνε το χέρι από μακριά; Νιώθεις στα χείλη το αλμυρό φιλί της επιστροφής;

Με την άκρη του ματιού σου βλέπεις μία μαύρη λέαινα. Κάθεται ήρεμη και σε κοιτάει από απόσταση. Τώρα ξέρεις τι είναι ικανή να κάνει. Τώρα ξέρει τι είσαι ικανή να κάνεις.

Ακούς

Μυρίζεις

Βλέπεις

Αναπνέεις

Προχωράς

Είσαι ζωντανή.

in

Αξιολογήστε το άρθρο

24 points
Upvote Downvote