Μερικές σκέψεις με αφορμή την αγόρευση της Εισαγγελέως στη “δίκη Τοπαλούδη”

Δεν ξέρω εάν είναι σημείο των καιρών, ή γινόταν ανέκαθεν και απλά εμένα μου κάνει εντύπωση τα τελευταία χρόνια, αλλά βλέπω όλο και συχνότερα, ακόμα και σε καθημερινές κουβέντες μεταξύ φίλων, να απομονώνεται ένα κομμάτι των λεγομένων κάποιου ώστε στη συνέχεια να φτιάξουμε τα δικά μας συμπεράσματα

Με αφορμή τις αντιδράσεις που προκλήθηκαν μετά την αγόρευση της Αριστοτελείας Δόγκα στη «δίκη Τοπαλούδη», και το πανηγύρι που στήθηκε, νιώθω την ανάγκη να εκφράσω μερικές σκέψεις. Δεν ξέρω εάν είναι ο κατάλληλος χώρος ή ο κατάλληλος χρόνος, το αφήνω στις διαχειρίστριες του A μπα.

Θα ξεκινήσω μάλλον από ένα γεγονός που έχει αρχίσει να μου προκαλεί όλο και μεγαλύτερη έκπληξη. Δεν ξέρω εάν είναι σημείο των καιρών, ή γινόταν ανέκαθεν και απλά εμένα μου κάνει εντύπωση τα τελευταία χρόνια, αλλά βλέπω όλο και συχνότερα, ακόμα και σε καθημερινές κουβέντες μεταξύ φίλων, να απομονώνεται ένα κομμάτι των λεγομένων κάποιου ώστε στη συνέχεια να φτιάξουμε τα δικά μας συμπεράσματα.

Έτσι ακριβώς και εδώ λοιπόν, απομονώθηκαν εκφράσεις από μία αγόρευση τεσσάρων ωρών (!!) και άρχισε μία κριτική, με κατεύθυνση κατά που βολευόταν ο/η εκάστοτε ασκών/ούσα αυτήν. Για παράδειγμα, κατηγορήθηκε ότι άφησε απλά υπόνοιες για συγκάλυψη του εγκλήματος από την οικογένεια του ενός θύτη, ενώ θα μπορούσε να ζητήσει και τη διερεύνηση αυτής. Τη ζήτησε… Έγινε λόγος για παραβίαση των δικαιωμάτων των κατηγορουμένων σε σχέση με την αρχή της αμεροληψίας επειδή τόλμησε να πει ότι ταυτίστηκε (που είναι και το μόνο τυπικά «λάθος»). Δεν είπε όμως μόνο «ταυτίστηκα». Είπε στην ίδια πρόταση, «όσο και αν αυτό δεν επιτρέπεται, είναι ανθρωπίνως αδύνατο να μην ταυτιστεί κανείς», αναφερόμενη βεβαίως στο αποδεικτικό υλικό. Το ξεχάσαμε και αυτό. Όπως ξεχάσαμε και το γεγονός ότι «η αλήθεια βοά» και «τα στοιχεία είναι αδιάσειστα». Και πολλά άλλα, τα οποία δεν είναι της παρούσης καθώς σκοπός μου δεν είναι να υπερασπιστώ την αγόρευσή της, είμαι σίγουρος ότι, εάν παραστεί ανάγκη, μπορεί να το κάνει πολύ καλύτερα και μόνη της.

Θέλω όμως να σταθώ στο σημείο που μου προξένησε και τη μεγαλύτερη εντύπωση και αφορά στην άποψη πολλών (και πολλών συναδέλφων μεταξύ άλλων) ότι υπερέβη το ρόλο της επειδή τόλμησε να πει, πέραν του «ταυτίστηκα», ότι «εγώ ζω με αυτήν την κοπέλα». Θέλουμε Εισαγγελείς και Δικαστές να είναι αντάξιοι και αντάξιες της αποστολής που τους ανατέθηκε, δεν υπάρχει καμία αμφιβολία προς αυτό. Θέλω όμως να θυμίσω τη δεκαετία της οικονομικής κρίσης, και ειδικά τις αρχές αυτής όπου τα περισσότερα σκληρότατα μέτρα κρίθηκαν συνταγματικά, πόσο κατηγορήθηκε τελικά το σύνολο της Δικαιοσύνης με το σκεπτικό ότι, αποκεκομμένο από την κοινωνία, σκέφτεται (και επηρεάζεται) μόνο (από) το αυστηρό γράμμα του νόμου και ό,τι επιτάσσουν οι αριθμοί. Στην υπόθεση της Ελένης Τοπαλούδη, είδαμε-ακούσαμε (και ορθότερα διαβάσαμε), και όχι για πρώτη φορά, μία Εισαγγελέα να τονίζει ότι «δεν είμαστε αποξενωμένοι από την κοινωνία, είμαστε μέρος αυτής». Το ψέξαμε και αυτό, ως αντίθετο στις αρχές της αμεροληψίας και της δίκαιης δίκης, ξεχνώντας παράλληλα όλα τα υπόλοιπα. Έχουν γραφτεί άρθρα επί άρθρων (είτε επιστημονικά είτε στον ημερήσιο τύπο) και εργασίες προπτυχιακών και μεταπτυχιακών φοιτητών  για το ρόλο Δικαστών και Εισαγγελέων και τη σύνδεσή τους με την κοινωνία, αλλά στη συγκεκριμένη υπόθεση φαίνεται να «πηγαίνουν περίπατο». Δεν ξέρω εάν, ως άνθρωποι δεν ξέρουμε τι θέλουμε, ή αν είμαστε απλά ωμοί υποκριτές. Είναι προς διερεύνηση..

Το σημαντικότερο κομμάτι όμως, που είναι και αυτό που δημιούργησε την ανάγκη για όλο αυτό το κατεβατό είναι το ακόλουθο: Έχει γίνει πολλή κουβέντα για  «συναισθηματική φόρτιση» της Εισαγγελέως. Όπως όλα τα πράγματα, έχει διπλή ανάγνωση. Ως φύσει καχύποπτος άνθρωπος, σε συνδυασμό και με το άρθρο της Λένας Φουτσιτζή με τη σχετική αναφορά στα λόγια του Obama, θα σταθώ στην αρνητική σκοπιά, με σκοπό να φανεί το πόσο επικίνδυνος, θα μπορούσε δυνητικά να αποβεί ο εν λόγω χαρακτηρισμός. Τονίζω δε, σε αυτό το σημείο, ότι η Εισαγγελέας έκανε δεκτή την πρόταση των συνηγόρων των κατηγορουμένων για εξαίρεση των δύο γυναικών ενόρκων (και τι μπορεί να δείχνει κάτι τέτοιο για το νομικό μας πολιτισμό, ιδίως για τα δικαιώματα των κατηγορουμένων που όπως ειπώθηκε «παραβιάστηκαν») και παράλληλα τονίζω, ότι είναι απλά προσωπική σκέψη – προβληματισμός. Ένας τέτοιος ισχυρισμός λοιπόν, θα μπορούσε, εκκινώντας από μία αθώα φαινομενικά, και καθόλα ανθρώπινη, έκφραση να γυρίσει ως άλλο μπούμερανγκ και εν τέλει να καταλήξει  να αμφισβητεί την ύπαρξη γυναίκας Εισαγγελέως σε τέτοιες υποθέσεις, ένεκα συναισθηματικής φόρτισης. Αστείος ισχυρισμός μεν, αλλά είναι ο μόνος που δεν έχουμε ακούσει ακόμα. Ίσως το ακούσουμε στην Έφεση, που φαντάζομαι ήδη ετοιμάζεται. Αν και περισσότερο απ’ όλα, μάλλον αυτό που «τρομάζει» είναι η ολομέτωπη επίθεση σε όποιον ή όποια υπερασπίζεται την αλήθεια. Προσωπικά πάντως θεωρώ, χωρίς να έχει κάποια ιδιαίτερη σημασία, την αγόρευσή της αρτιότατη. Οτιδήποτε αναφέρθηκε είχε συγκεκριμένο σκοπό και χρησιμοποίησε όλα τα «όπλα στην φαρέτρα της». Βέβαια, θέλω να τονίσω πως όταν την πρωτοδιάβασα, «μάγκωσα» και ο ίδιος λίγο. Βλέπετε, έχουμε μάθει, και λόγω εκπαιδεύσεως, να είμαστε ακριβολόγοι και να μην αφήνουμε κουβέντα ασχολίαστη. Τελικά όμως, μετά από χ αναγνώσεις (δεν είναι της παρούσης πόσες) κατέστη σαφές ότι αυτό που με «μάγκωσε» ήταν η παράθεση της αλήθειας την οποία, ως φαίνεται, δεν έχουμε συνηθίσει να ακούμε. Περίεργο ε;;

Αντί υστερόγραφου, ένα σχόλιο για τον ΔΣΑ: Στην ανακοίνωσή που εξεδόθη, πέραν της άποψης ότι η Εισαγγελέας προσέβαλε ΣΥΛΛΗΒΔΗΝ (με κεφαλαία παρακαλώ) όλους τους Δικηγόρους, άποψη με την οποία ειρήσθω εν παρόδω διαφωνώ, ο Πρόεδρος του ΔΣΑ δήλωσε ρητά, ότι η παρούσα δεν έχει σκοπό να επηρεάσει με οποιονδήποτε τρόπο την έκβαση της δίκης. Εν τούτοις, την ακριβώς επόμενη ημέρα, ο κύριος Κλεφτοδήμος εισήλθε (σε συνέχεια της ανακοίνωσης όπως ο ίδιος δήλωσε) στην αίθουσα του Δικαστηρίου διακόπτωντας τη διαδικασία (ειδικότερα την αγόρευση των συνηγόρων υπεράσπισης) δίχως να έχει το παραμικρό δικαίωμα προς τούτο, και προέβη στο δικό του show. Αποτέλεσμα ήταν η δήλωση αποχής της Εισαγγελέως Δόγκα, δήλωση η οποία εν τέλει δεν έγινε δεκτή από τον ανώτερό της, ο οποίος της έδωσε ρητή εντολή να συνεχίσει. Εκ του αποτελέσματος, υπάρχει σαφής διάσταση μεταξύ των προθέσεων της ανακοίνωσης και όσων τελικά συνέβησαν. Γεννάται λοιπόν ένα αναπόφευκτο ερώτημα: Γιατί ο ΔΣΑ δεν εξέδωσε ανακοίνωση με την οποία, τουλάχιστον, να ζητεί συγγνώμη για μία συμπεριφορά που δεν αρμόζει σε Δικηγόρο, πόσο μάλλον σε Δικηγόρο μέλος του μεγαλύτερου δικηγορικού συλλόγου της χώρας, όπως διατεινόμαστε; Ορθότερη βέβαια τοποθέτηση θα ήταν (πλην της συγγνώμης) και η αποστασιοποίηση του Συλλόγου από μία τέτοια κίνηση, αλλά ας μην είμαστε και πλεονέκτες..

Ακολουθήστε την Α,ΜΠΑ; στο Google News

in

Αξιολογήστε το άρθρο

70 points
Upvote Downvote