Ιστορίες για γέλια και για κλάματα: «Το βιβλίο»

Πάντα ήθελα να γράψω, υποθέτω ότι πολλοί το νιώθουν αυτό, μία ανάγκη να διηγηθούν ιστορίες, αληθινές, φανταστικές, αστείες, θλιβερές.  Πολλοί θέλουν , φευ, λίγοι έχουν το ταλέντο. Εγώ ανήκω στους πολλούς, αλλά εφόσον στην α μπα, υπάρχει μια διάχυτη ενθάρρυνση για την δημιουργικότητα, σκέφτηκα «να η ευκαιρία μου να γράψω, να ακούσω και σχόλια βελτίωσης ή ακόμα και σχόλια αρνητικά, αλλά ευγενικά, που θα με προτρέπουν να σταματήσω και να γλιτώσει ο κόσμος από ένα ακόμα νούμερο που την είδε ξαφνικά συγγραφέας» . Εδώ έρχεστε εσείς αμπίτισσες καθώς θέλω όλη την ειλικρίνεια, πασπαλισμένη όμως και με λίγη καστανή ζάχαρη, μην φαρμακωθώ τελείως, να κρίνετε όσα θα γράψω και να μου πείτε «ναι, συνέχισε, έχω διαβάσει και χειρότερα» ή «έλεος, τα μάτια μου, θα ξεράσω,  γιατί μας το κάνεις αυτό, ποιόν βλάψαμε;».

Ας αρχίσω με την πρώτη ιστορία αισθηματικής φύσεως, καθώς αυτές έχουν πέραση και ίσως καταφέρω να σας ξεγελάσω και μου δώσετε την ευκαιρία να γράψω και δεύτερη (σατανικό;)

Πριν κάποια χρόνια λοιπόν σε μία χώρα πολύ πολύ μακρινή (στην Ελλάδα, ωωω και πλοτ τουίστ, είμαι καλή, ε;), σε μία πόλη μαγική (Αθήνα, καλά δεν παίζομαι, μέχρι στιγμής σας έχω ταράξει στις ανατροπές και στις πρωτοτυπίες) ήμουν εγώ, πιο νέα, πιο αισιόδοξη, πιο ηλίθια βρε αδελφέ γιατί να το κρύψουμε; Παρακολουθούσα μαθήματα εξωτικής γλώσσας και επειδή το πλοτ είναι πολύ ανατρεπτικό, μου είχε γυαλίσει ένας συμμαθητής (αχουτά τα μαθητούδια 25 χρονών πατημένα, λιωμένα ολόκληρα μοσχάρια). Αυτός ήταν και κάπως ιντελεκτουέλ, ήταν και κάπως Εξάρχεια, είχε γενικά ένα χάλι μαύρο, αλλά εμένα μου άρεσε διότι μύωπας από τα 10, είχαν φτάσει οι βαθμοί 7, όλους τους έβλεπα σαν οπτασίες. Σκεφτόμουν λοιπόν πώς να τον πλησιάσω, να μην φανεί ότι είμαι και λιγούρη γκαβό, αλλά να του δείξω ότι είμαι και ανοιχτή σε πρόταση για τσάι με περγαμόντο στο Petite Fleur, ναι δεν κοίταγα το χάλι μου, είχα και προσδοκίες πρόσκλησης σε γαλλικό καφέ (εδώ μουτζώστε, δεν έχω πρόβλημα, έχετε δίκιο). Οπότε σκέφτομαι ο σατανάς να κάνω το εξαιρετικά πρωτότυπο, να του χαρίσω ένα βιβλίο. Αλλά όχι σε στυλ « Το είδα και σε σκέφτηκα, να σκύψε και δες το, μία άγκυρα και ένα οικόσημο έχει». Είχα σκεφτεί κάτι σε στυλ, να το κρατάω όλο τυχαία, να το δει όλα τυχαία, να πιάσουμε συζήτηση και να του πω κάτι σε στυλ «Το έχω διπλό, αν θέλεις στο δίνω να το διαβάσεις», τα είχα όλα σκεφτεί, ήμουν πολύ χαρούμενη με τον εαυτό μου. Έρχεται η αποφράδα εκείνη μέρα, που θα έβαζα το τέλεια μελετημένο σχέδιο μου σε εφαρμογή,  είχα το βιβλίο, ήταν το «On Chesil Beach» του Ian MacEwan, δηλαδή και κουλτούρα  και σύγχρονο και shit high and watch, έτσι όπως εξελίχθηκε το σκηνικό. Βρισκόμαστε στο διάλειμμα μόνοι, που σταδιάλα είχαν πάει οι άλλοι συμμαθητές, δεν θυμάμαι, «εδώ είμαστε» σκέφτομαι «δεν μπορεί και να ξεφύγει, είμαστε στον τέταρτο όροφο, τα τζάμια κλειστά (ήταν  Γενάρης), είναι η τέλεια ευκαιρία να ριχτώ», που καλύτερα να ριχνόμουν από τον τέταρτο να έσκαγα στην τέντα από κάτω και να έκανα γκελ στην Ομήρου.

Πλησιάζω το θύμα, όλα δείχνουν θετικά «ω τι διαβάζεις; Α μου αρέσει αυτός πολύ, ωραία αναγνώσματα» και χα χα χα και χο χο χο μερυ κριστμας (άσχετο).  Έχω ήδη αρχίσει να σκέφτομαι τι θα φορέσω στο ραντεβού για βουτήματα και τσάι, και εκεί που έκανα σχέδια και όνειρα, και μόλις του  έχω προτείνει να το κρατήσει και να το διαβάσει, απλώνει τα χέρια, το παίρνει, μου σκάει ένα χαμόγελο, χέζομαι εγώ από την χαρά και μετά σκάει και το μολότοφ (είμαστε και Εξάρχεια περιοχή, ταιριάζει πολύ) τον ακούω να λέει με περίσσιο ενθουσιασμό και φυσικότητα «θενκς μαν, εγώ το έχω διαβάσει, αλλά θα το δώσω στην Φαίδρα, την κοπέλα μου που δεν το έχει διαβάσει. Θα σου πω αν της άρεσε». Εγώ έμεινα με ένα χαμόγελο του τετάνου, ποια Φαίδρα, ποια κοπέλα, ποιον λέει μαν; Κάτι ψέλλισα «ναι, πως, φυσικά, να μου πεις, ε δηλαδή, ναι, να ξέρω της άρεσε, ωραία, μισό να πάω λίγο, το ταβάνι σαν να με πλάκωσε».

Σε όλο το μάθημα ήμουν σαν θύμα εγκεφαλικού, κοίταζα στον πίνακα με μια επιμονή σαν να έβλεπα χαμένο έργο του Βαν Γκογκ και μέτραγα τα λεπτά να πάω σπίτι, να κλάψω και να φάω την μερέντα με το κουτάλι της σούπας. Αποκορύφωμα φυσικά, όταν τελείωσε το μάθημα και βγήκαμε έξω, και εκεί που έλεγα «οκ, οκ δεν έγινε και κάτι, μία μικρή χυλόπιτα έφαγα, την σηκώνει και ο καιρός»  και καθώς κοίταζα την Ομήρου που ήταν βρεγμένη σαν την καρδούλα μου, βλέπω να εξελίσσεται μπροστά στα γκαβά μεν, λειτουργικά δε μάτια μου, το εξής σκηνικό. Ο τύπος να κάνει εξέταση ωτορινολαρυγγολογική ( i googled that) εξέταση με τη γλώσσα του, σε μία που υποθέτω ήταν η Φαίδρα. Αφού κάποια στιγμή εξαντλήθηκε το οξυγόνο και απλά αντάλλαζαν διοξείδιο του άνθρακα, και εγώ να κοιτάω σαν ανώμαλος μπανιστηρτζής μετά από ισχαιμικό επεισόδιο, βγάζει από την τσάντα το βιβλίο, το ΒΙΒΛΙΟ ΜΟΥ, της το δίνει και τον ακούω να λέει όλο γλύκα και αηδία «Για σένα μωρό μου. Να το διαβάσεις και να το συζητάμε μαζί». Σε εκείνο το σημείο ένιωσα ότι πιο κοντινό έχω στην αίσθηση του να σε πατάει νταλίκα με προορισμό την Ρουμανία, στο 68ο χιλιόμετρο Αθήνα-Θεσσαλονίκη, έκανα μεταβολή και αποφάσισα ότι θα ήταν πιο συνετό να καλέσω φίλη κάτοικο Αμπελοκήπων, να τσακιστεί να έρθει κέντρο και να πάμε να πιούμε ρούμια στα 6 σκυλιά, που να πέσουν να τον φάνε και τα έξι μεγάλε Κρίσνα και τρομερή Κάλι. Όπερ και εγένετο, ήπιαμε, έριξα κατάρες ως μία σύγχρονη Τασώ Καββαδία και γύρισα σπίτι χυλοπιτιασμένη μεν, μεθυσμένη και χαλαρή δε. Ούτε που την άγγιξα την μερέντα.

Αυτή ήταν η πρώτη ιστορία, αν έχετε διάθεση και περιέργεια, θα σας διηγηθώ και άλλες. Αν όχι, δεν πειράζει, θα συνεχίσουμε την παρέα μας και όλα μέλι-γάλα. Φιλιά!!!

Ακολουθήστε την Α,ΜΠΑ; στο Google News

in

Αξιολογήστε το άρθρο

102 points
Upvote Downvote