Ιστορίες για γέλια και για κλάματα: «Η μητέρα»

Μητέρα. Μία λέξη που περικλείει σχεδόν όλες τις άλλες, όπως αγάπη, τροφή, ασφάλεια, δύναμη, οργή, θλίψη, τραύματα. Η δύναμη και η πολυπλοκότητα της φύσεως πολλές φορές συγκρίνεται με την μητρότητα. Το μεγαλείο, η σημαντικότητα, η πολυπλοκότητα, η αδυναμία μπροστά της. Δεν είμαι μητέρα, το πιο πιθανό να μην γίνω ποτέ, όμως είμαι κόρη και έχω και εγώ τις δικές μου ιστορίες πάνω στην άκρως σύνθετη σχέση μητέρας και κόρης, το δίπολο της καταστροφής για πολλές εκεί έξω. Θα επιχειρήσω να διηγηθώ, τις τραυματικές ως ένα βαθμό ιστορίες, με μία πιο χιουμοριστική ματιά, γνωρίζοντας ότι δεν είναι πολιτικά ορθή η χρήση χιούμορ σε κάποιες περιστάσεις, ωστόσο για μένα πάντα ήταν ένα είδος άμυνας και φιλτραρίσματος γεγονότων, που μου επέτρεπε να τα αντιμετωπίσω, να τα ερμηνεύσω και να τα αποδεχτώ.

Πάμε λοιπόν αρκετά πίσω, στα τέλη της δεκαετίας του ΄80, τότε που άρχισε η ελληνική ιδιωτική τηλεόραση, το τοίχος του Βερολίνου έπεφτε, μπαίναμε στην ΕΟΚ και η υποφαινόμενη πήγαινε παιδικό. Είχα που λέτε μία αγαπημένη φούστα, πολύχρωμη, με σχέδια ΄80τιλα σκέτη, αλλά για τότε πολύ fashionable, την οποία δεν ξέρω τι διάολοι με είχαν πιάσει και την φόραγα πιο πάνω από τη μέση, σε σημείο να φαίνεται το εσώρουχο. Και καλά αν είχε περιοριστεί μόνο σε εμένα το στυλιστικό κόλλημα, δεν θα υπήρχε πρόβλημα. Όμως το κορίτσι σας ήταν ινφλουένσερ όταν η Κιάρα Φεράνι φόραγε ακόμα pampers, συνεπώς έκανα ρεύμα και όλα τα μικρά στον παιδικό κυκλοφορούσαμε σαν να ήμασταν στο Coachella αλλά αντί να ακούμε τους Arctic Monkeys, Pixies, Beyonce, ακούγαμε τα «παπάκια» και το «Λαμπάντα», λανθιμικό σκηνικό κατά κάποιον τρόπο. Οι νηπιαγωγοί μάταια προσπαθούσαν να μας πείσουν να τις φορέσουμε κανονικά, εμείς όμως την είχαμε δει επαναστάτριες του ΄60 και διεκδικούσαμε το δικαίωμα να φοράμε την φούστα σχεδόν στο λαιμό σαν γιακά. Η μητέρα μου λοιπόν προφανώς πληροφορήθηκε το συμβάν και προσπάθησε να με εμποδίσει από το να κυκλοφορώ με την φούστα κολάρο, με τον πιο αποτελεσματικό τρόπο, που ήταν η απόλυτη απαγόρευση να την φοράω στον παιδικό. Έτσι απέκτησε κάτι το  θελκτικό καθώς ήταν απαγορευμένη και οι φορές που την φόραγα μετρημένες. Μια μέρα την φόραγα μέσα στο σπίτι και κυκλοφορούσα όλο χαρά, εγώ και η φούστα-κολάρο. Με βλέπει η μητέρα μου, της γυρνάει το μάτι, εξαφανίζεται η κόρα, μένει μόνο το ασπράδι και δόντια σφιγμένα σαν σκύλος έτοιμος να επιτεθεί σε εισβολέα. Δεδομένου ότι βρισκόμαστε στο σωτήριον έτος 1989, ελάχιστοι γονείς θεωρούσαν ότι τα παιδιά τους είναι ικανά για διάλογο και ανταλλαγή επιχειρημάτων, η έννοια της δημοκρατίας δεν υφίστατο στα ελληνικά σπίτια, ήταν οι Γονείς, οι άρχοντες (του σκότους) και οι υπήκοοι. Οπότε, με μία κίνηση, που θα την ζήλευαν οι νίντζα της αυτοκρατορικής Ιαπωνίας, μου βγάζει την φούστα και την σκίζει σε κομμάτια μπροστά μου. Ακόμα νομίζω ότι ακούω τον ήχο του υφάσματος καθώς σκίζονταν και τα πολύχρωμα κομμάτια στο πάτωμα, να μην θυμίζουν σε τίποτα το αγαπημένο μου ρούχο. Φυσικά, όντας ένα εσωστρεφές παιδί και θεωρώντας ότι η ίδια είχα προκαλέσει με την στάση μου την αντίδραση της μητέρας μου, δεν είπα τίποτα, έμεινα να κοιτάω τα σκισμένα κομμάτια παγωμένη και γεμάτη τύψεις. Για την ιστορία, μίνι φούστα ξαναφόρεσα ως φοιτήτρια, ενώ τα περισσότερα φορέματα και οι φούστες που έχω φορέσει από τότε είναι το πολύ λίγο πιο πάνω από το γόνατο, στυλ που ονομάζω «parade appropriate».

Μεταφερόμαστε τώρα στα μέσα των ’90ς, είμαι πλέον μαθήτρια δημοτικού και έχουμε σχολική γιορτή, την επέτειο του Πολυτεχνείου, το οποίο συνεπάγεται ημιαργία και την καθιερωμένη γιορτή, που περιλαμβάνει  απαγγελία ποιήματος με φωνή που βγαίνει σαν ψυχούλα και το έντερο να διαμαρτύρεται λες και έφαγες μεξικάνικο από καντίνα, σε πανηγύρι με πρώτο όνομα την Φιλιώ Πυργάκη. Ωστόσο εκείνη η ημέρα είχε μία ιδιαίτερη σημασία, καθώς είχαμε πάρει την άδεια από τους γονείς και θα πηγαίναμε για πρώτη φορά στα Goody’s χωρίς συνοδεία γονέα, μεγαλύτερων αδελφών και ξαδελφιών, μόνο η παρέα. Τελειώνοντας λοιπόν η γιορτή, έρχεται η μητέρα μου, της θυμίζω ότι θα πάω για φαγητό με τις φίλες μου και την ρωτάω αν έχει πάνω της τίποτα 100-200 δραχμές για να πάρω «Μίκυ Μάους», που αν μπορούσα να γυρίσω τον χρόνο πίσω, όχι 100 δραχμές δεν θα ζητούσα αλλά θα της έδινα πίσω όλο το χαρτζιλίκι και την υπόσχεση να πλένω τα πιάτα για δύο μήνες. Η μητέρα λοιπόν, δεν είχε πάνω της λεφτά παρά μόνο 50 δρχ και κάτι ψιλά. Της λέω κάτι σε στυλ «Δεν φτάνουν αυτά, καλά άσε δεν πειράζει» και φεύγω.  Στην επιστροφή για το σπίτι, με πετυχαίνει ο πατέρας μου στο δρόμο-προφανώς με έψαχνε-χαιρετάω τις φίλες μου και μπαίνω στο αμάξι όπου μου σκάνε δυο σφαλιάρες, από αυτές τις κινηματογραφικές, που γυρνάει μόνο του το κεφάλι για να προσφέρεις και το άλλο μάγουλο, μην κουραστεί και ο άλλος, αμαρτία είναι. Και ενώ ακούω στα αυτιά μου κουδούνια και για κάποιο λόγο την υπάλληλο στα Goody’s να με ρωτάει αν θέλω πατάτες και κόκα κόλα με την παραγγελία μου, φτάνουμε σπίτι, με τον πατέρα μου να ουρλιάζει ότι είμαι ένα κωλόπαιδο, τι έκανα στη μάνα μου, που κλαίει στο σπίτι και άλλα ωραία, που μέσα στο κωδωνοστάσιο που βάραγε στο κεφάλι μου, δεν έβγαζαν νόημα. Μπαίνοντας σπίτι εξελίχθηκε σκηνικό που θα ζήλευε ο Λανς φον Τρίερ και ο Παζολίνι. Η μητέρα να με αρπάζει και να με βαράει παντού, ουρλιάζοντας ότι είμαι ένα κακομαθημένο σίχαμα, που την ρεζίλεψε μπροστά σε κόσμο, γιατί ζήτησα λεφτά και αυτή δεν είχε, που σπούδασε, που δουλεύει, έχει το μισθό της, είναι δημόσιος υπάλληλος και οι μητέρες των άλλων είναι μόνο νοικοκυρές και άλλες παράνοιες. Εγώ παγωμένη για ακόμα μια φορά, προσπαθούσε να καλύψω το σώμα μου, όσο καλύτερα μπορούσα. Κάποια στιγμή άρχισε να με βαράει στο κεφάλι σε μία σκηνή που συνδύαζε το «Mommie dearest» και τον «Ρόκυ ΙΙ», οπότε ο πατέρας μου θεώρησε ότι η κατάσταση έχει ξεφύγει και άρχισε να φωνάζει «Όχι στο κεφάλι, μην την χτυπάς στο κεφάλι». Μετά από αυτό με άφησε να πάω στο δωμάτιο μου, όπου έκατσα στο πάτωμα σε μία γωνιά, κουβάρι να κλαίω αθόρυβα. Η αδελφή μου, μικρό παιδί και αυτή, διάβαζε χωρίς να μου μιλά. Από εκείνη την ημέρα δεν θέλω κανένας να με παρηγορεί, όταν συμβαίνει κάτι άσχημο, θέλω να μένω μόνη, δεν αντέχω λόγια παρηγοριάς, αγκαλιές και τα συναφή, θέλω να είμαι απομονωμένη χωρίς άλλους να επιχειρούν να μου φτιάξουν την διάθεση ή να με καθησυχάσουν.

Στην εφηβεία φρόντιζε σχεδόν καθημερινά να τονίζει ότι σε περίπτωση που θα ερωτευθώ θα γίνω η χειρότερη μαθήτρια και δεν θα περάσω ποτέ στο πανεπιστήμιο και τι θα έκανα μετά, δεν είχαν περιουσία για να την τρώω, δύο μισθωτοί ήταν. Βέβαια δεν είχα και πολλές ελπίδες να με ερωτευθεί κάποιος συμμαθητής μου καθώς έμοιαζα με καλόγρια του Μεσαίωνα με τα γυαλιά και τα σιδεράκια όπως συχνά με χαρακτήριζε χαριτολογώντας.

Θέλοντας να κλείσω την ιστορία κάπως πιο ανάλαφρα -γιατί νιώθω ότι η ατμόσφαιρα κάπως βάρυνε- θα σας αναφέρω το περιστατικό όπου προσπάθησε να κάνει προξενιό σε συγγενή της, το κομενάκι που είχα βάλει στο μάτι, αλλά μόνο στο μάτι δυστυχώς. Κάθε φορά που τον έβλεπα ένιωθα σαν κάμερα που εστιάζει στο αντικείμενο και το υπόλοιπο περιβάλλον σβήνει γύρω του. Μου δημιουργούσε αισθήματα πρωταγωνίστριας σε μυθιστόρημα της Τζέιν Έιρ και Σαμάνθας από το «Sex and the City», να θέλω να του απαγγείλω Νερούδα στα ισπανικά με υπόκρουση κιθάρας φλαμένγκο, και από την άλλη να κλειστούμε σε ένα δωμάτιο με ένα βίβλιο Κάμα Σούτρα και να γράψουμε τις «Χίλιες και μία στάσεις». Όταν το κατάλαβε, η γλυκιά μου μητέρα βρήκε την ευκαιρία να με προσγειώσει στην πραγματικότητα λέγοντας ότι δεν του αρέσω καθόλου, διαφορετικά θα μου το έδειχνε, εξάλλου ήμουν και επαγγελματικά αποτυχημένη οπότε τι θα με έκανε, θα με τάιζε, άλλη όρεξη δεν είχε. Και με αποτελειώνει με την ατάκα «Θα ήταν πολύ ωραίο ζευγάρι με την -ας την πούμε Ρωξάνη- που έχουν τελειώσει παρόμοιες σχολές, είναι μία κούκλα και θα είναι τόσο αρμονικοί». Συνηθισμένη πια σε τέτοιες συμπεριφορές, προσπαθούσα να θέσω σε εφαρμογή τεχνικές αναπνοής που μου είχε μάθει ο ψυχολόγος και επαναλάμβανα ανοτάσιον στο μυαλό μου όταν ακούω την προτροπή «Να τους φέρεις σε επαφή». Σε εκείνο το σημείο ψέλλισα κάτι ισπανικά, που δεν τα καταλαβαίνει, μαζί με τις εκπνοές και έφυγα.

Δεν θα έλεγα ότι είναι κακιά μητέρα, αυτό μπορούσε να δώσει, αυτό έδωσε. Είμαι τυχερή διότι μένω από τα 18 μόνη μου και πλέον έχω πάρει συναισθηματικές και γεωγραφικές αποστάσεις από εκείνη. Μέσα από την θεραπεία έχω κατανοήσει κάποιες συμπεριφορές και αντιδράσεις και έχω αναπτύξει κάποιους μηχανισμούς, ωστόσο υπάρχουν στιγμές που θα ήθελα να έχω μια άλλη σχέση  μαζί της. Όταν ήμουν μικρότερη, έλεγα στον εαυτό μου ότι όταν κάνω παιδιά, θα είμαι διαφορετική, δεν θα κάνω τέτοια λάθη, θα φροντίσω τα παιδιά μου να μην τραυματιστούν από δικούς μου χειρισμούς. Πλέον, πιστεύω ότι δεν θα γίνω ποτέ μητέρα και αν και ένα κομμάτι μου στενοχωριέται λίγο, κυρίως νιώθω ανακούφιση που δεν θα αναμετρηθώ με αυτόν τον ρόλο και το σοβαρό ενδεχόμενο να επαναλάβω μοτίβα που προκάλεσαν τραύματα, έστω και πρώτου κόσμου όπως πολλοί θα σκεφτούν.

Το βάρυνα λίγο το κλίμα, την επόμενη φορά θα είμαι πιο ευχάριστη με ιστορία με κομενάκι μεθυσμένο και ευσυγκίνητο.

in

Αξιολογήστε το άρθρο

142 points
Upvote Downvote