Η ιστορία της Παρασκευής: Ο θείος του Νίκου

Ο Βαγγέλης Μακρής γράφει στο “Α, μπα” ιστορίες εμπνευσμένες από την ζωή στην ελληνική επαρχία

Φώτο: Άννα Κόκορη

«Αφορμή για όσα θα διαβάσετε στάθηκε η πρόταση της Λένας να γράψω κάτι στο site για το χωριό μου μετά απo μια ανάρτηση μου  στο Facebook σχετικά με αυτό. Σκέφτηκα ότι έχω περισσότερο υλικό μέσα μου για την ελληνική επαρχία που μεγάλωσα, σπούδασα και έζησα.  Πρότεινα να κάνω μια σειρά ιστοριών. Τα πρόσωπα, τα γεγονότα και οι ατάκες που θα διαβάσετε μπορεί να φιλτράρονται με χιούμορ αλλά όλα είναι αληθινά. Είναι αληθινά αλλά δεν έχω μοιραστεί τα πάντα. Πιστεύω στην αφαίρεση όταν γράφεις κάτι προσωπικό και στα κομμάτια που πρέπει να κρατάς για τον εαυτό σου. Όπως έλεγα πριν όλα φιλτράρονται μέσα από χιούμορ. Σε αυτό βοήθησε η χρονική απόσταση. Τότε δεν έβλεπα τα πάντα με χιούμορ. Αυτό είναι το καλό με το πέρασμα του χρόνου. Κάτι που σου φαίνεται δυσβάσταχτο  την στιγμή που συμβαίνει, ανακαλύπτεις τελικά καθώς το ξανακοιτάς μετά από καιρό ότι ήταν απλά αστείο. Ελπίζω να τις απολαύσετε όπως και εγώ όταν τις έγραφα».

 

O Νίκος πήρε το όνομα του από τον θείο του που δεν το γνώρισε ποτέ. Πνίγηκε στις 8 Δεκεμβρίου 1966 μαζί με άλλα 273 άτομα όταν το επιβατικό-οχηματαγωγό «Ηράκλειον» βυθίστηκε κοντά στη βραχονησίδα Φαλκονέρα. Υπηρετούσε την στρατιωτική του θητεία και επέστρεφε με άδεια από το Λιμάνι της Σούδας στον Πειραιά. Ήταν ο μοναδικός αδερφός του πατέρα του.

Ο Νίκος γεννήθηκε χρόνια αργότερα μέσα σε ένα σπίτι με φωτογραφίες του αδερφού του πατέρα του. Ο θείος του θα έμενε για πάντα εικοσιπέντε και αυτός θα ήταν αναγκασμένος να τον βλέπει καθημερινά καθώς μεγάλωνε μαζί με την γιαγιά του, τον πατέρα του, την μάνα του και τον αδερφό του. Ήταν απόφαση της γιαγιάς του να δώσει το όνομα του πνιγμένου παιδιού. Ο πατέρας του και η μάνα του το δέχτηκαν γιατί δεν μπορούσαν να κάνουν αλλιώς.

Ο Νίκος καθώς μεγάλωνε περικυκλωμένος από τις φωτογραφίες του νεκρού θείου που πήρε το όνομα του και δεν τον γνώρισε ποτέ, άρχισε να αναπτύσσει μια υπόγεια δυσφορία για τους γονείς του και μια φανερή αντιπάθεια για την γιαγιά του. Τους γονείς του τους θεωρούσε υπεύθυνους για την επιλογή του ονόματος και για την απόφαση τους να μείνουν σε ένα σπίτι που θύμιζε μουσείο αφιερωμένο στον πνιγμένο θείο του. Την γιαγιά του την αντιπαθούσε βαθιά που εξανάγκαζε τους γονείς του, τον ίδιο και τον αδερφό του να ζουν μέσα σε ένα μαυσωλείο. Είχε χάσει τον άντρα της στον πόλεμο και μερικές δεκαετίες αργότερα θα έχανε το παιδί της σε ναυάγιο. Και είχε αποφασίσει για πάντα να μείνει μαυροντυμένη.

Ο Νίκος είχε θυμό και για έναν άλλο λόγο που είχε να κάνει με την επιλογή του ονόματος των γονιών του. Η 6η Δεκεμβρίου η ημέρα που γιόρταζε ο θείος του ήταν μόλις δυο ημέρες πριν το ναυάγιο. Όταν πλησίαζε η ημέρα της γιορτής του πλησίαζε και η τραγική επέτειος του ναυαγίου. Δεν μπορούσε να γιορτάσει όπως όλα τα παιδιά. Δεν είναι ότι δεν του έκαναν δώρα και δεν του ευχόντουσαν. Δεν είχε παράπονο. Όμως το πένθος νικούσε την γιορτή. Σε αυτές τις φευγαλέες εκφράσεις λύπης που διαγραφόντουσαν στα πρόσωπα των γονιών του, εκφράσεις που οι γονείς νομίζουν ότι τα παιδιά δεν καταλαβαίνουν αλλά εκείνα τις ρουφούν σαν σφουγγάρι, ο Νίκος έβλεπε την αλήθεια.

Θυμάται τον εαυτό του να ξετυλίγει το αεροδρόμιο Playmobil ανήμερα της γιορτής του, ένα δώρο που πάντα ήθελε. Να βγάζει από το κουτί το αεροπλάνο, τις αεροσυνοδούς, τον κυβερνήτη και λίγο πριν τραβήξει τον συγκυβερνήτη να γυρίζει το βλέμμα στους γονείς του. Τότε έβλεπε την φευγαλέα θλίψη να διαγράφεται στα πρόσωπα της μάνας και του πατέρα του. Ο πνιγμένος θείος είχε νικήσει το παιδί που γιόρταζε. Η γιαγιά του ήταν σε μια γωνιά βουρκωμένη αλλά ο Νίκος είχε καταφέρει να την απομονώσει από την πραγματικότητα του. Είχε φτάσει στο σημείο να σκέφτεται ότι είναι πρόσωπο της φαντασίας του αυτή η μαυροντυμένη γυναίκα για να αντέξει την συμβίωση μαζί της.

Όμως, με τους γονείς ήταν άλλο. Ποιο παιδί δεν θέλει να είναι η προτεραιότητα για τους γονείς του; Και πώς να είσαι η προτεραιότητα όταν έχεις να ανταγωνιστείς έναν νεκρό; Αυτά τα ερωτήματα απασχολούσαν τον Νίκο. Ερωτήματα που θα έμεναν μέσα του για καιρό χωρίς απάντηση. Όσο για τον μικρό του αδερφό δεν είχε πολλά-πολλά. Φανταζόταν ότι και αυτός θα ήταν δυσαρεστημένος με τους γονείς του, που τους ανάγκαζαν να ζουν σε ένα σπίτι που ο νεκρός είχε τον πρώτο λόγο αλλά δεν είχε όρεξη να του εκμυστηρευτεί τίποτα. Μεγαλώνοντας θα συνειδητοποιούσε ότι αυτή η σιωπή απέναντι στον αδερφό του ήταν άλλη μια έκφραση ανταγωνισμού μεταξύ τους. Ήθελε να τον ξεπερνά ακόμα και στην θλίψη που αισθανόταν για αυτό που βίωναν. Εάν του έδινε την ευκαιρία να μιλήσουν ίσως να καταλάβαινε ότι και αυτός αισθανόταν τα ίδια και χειρότερα με τον ίδιο και τότε πως θα ήταν πρώτος στην θλίψη;

Ο Νίκος ως έφηβος κατάλαβε ότι είχε δυο επιλογές. Είτε θα βούλιαζε σε αυτό και θα πνιγόταν στον πάτο της θλίψης είτε θα αναδυόταν στην επιφάνεια διαψεύδοντας την κατάρα που κουβαλούσε το όνομα που του έδωσαν. Αποφάσισε συνειδητά το δεύτερο, όσο μπορείς να πεις ότι αποφασίζεις συνειδητά στην εφηβεία. Κομμάτι- κομμάτι έχτισε ένα lego αυτοσαρκασμού που τον προστάτευε από το «μαυσωλείο» όπως έλεγε το σπίτι του. Το μόνο του όνειρο ήταν να φύγει από το σπίτι. Πέρασε σε μια σχολή που δεν τον ενδιέφερε πολύ αλλά όταν σου ανοίγεται μια πόρτα για να γλιτώσεις από την θλίψη θα πρέπει να είσαι βλάκας για να την κλείσεις πίσω σου.

Τα χρόνια πέρασαν και ο Νίκος άρχισε να ωριμάζει βλέποντας πιο καθαρά το παρελθόν του μέσα από μερικά δικά του στραπάτσα και στραπάτσα άλλων. Άρχισε να μπαίνει στην θέση των γονιών του όταν έβγαλε τα πρώτα του λεφτά και νοίκιασε το πρώτο σπίτι. Ο Νίκος κατάλαβε ότι οι γονείς του δεν είχαν άλλη επιλογή από το να μείνουν σε αυτό το σπίτι του πατέρα του. Τα έβαζε με τον εαυτό του όταν σκεφτόταν πια την γιαγιά του. Δεν είχε άδικο στο ότι ήταν χειριστική χρησιμοποιώντας το πένθος της πολλές φορές για να περάσει το δικό της. Όμως, έκατσε και σκέφτηκε μια μέρα πως θα ήταν εάν σου είχε σκοτωθεί ο άντρας και εάν σου είχε πνιγεί το παιδί. Τότε μόνο συνειδητοποίησε τον πόνο αυτής της γυναίκας.

Όμως, αυτός που δεν μπορούσε να συγχωρήσει ήταν ο πνιγμένος θείος που δεν γνώρισε ποτέ. Αυτός που του έκλεψε την παράσταση από τον ίδιο στα παιδικά και εφηβικά του χρόνια.

Ένα καλοκαιρινό απόγευμα πριν δέκα χρόνια ο Νίκος καθώς πετούσε κάτι παλιά πράγματα στην αποθήκη του πατρικού του θα έβρισκε ένα κουτί. Μέσα υπήρχαν μερικές ασπρόμαυρες φωτογραφίες του θείου του. Σε μια από αυτές ήταν αγκαλιά με κοπέλα. Ήταν και οι δυο νέοι. Ο Νίκος δεν είχε ακούσει κάτι για αυτή την κοπέλα. Δεν είχε όμως τώρα πια καμία σημασία. Η φωτογραφία άρχισε σιγά-σιγά να θολώνει μέχρι που ο Νίκος ξέσπασε σε κλάματα πάνω από το κουτί μέσα στην αποθήκη του πατρικού του.

κλαψε για τον πνιγμένο θείο που ποτέ δεν γνώρισε. Για όλα αυτά που ποτέ δεν έζησε. Για το ότι έμεινε για πάντα εικοσιπέντε στον βυθό της θάλασσας και στις μνήμες των ανθρώπων. Ήταν η πρώτη φορά που όχι μόνο συγχώρεσε τους γονείς του για το όνομα αλλά χάρηκε που κουβαλούσε το όνομα του θείου του. Σαν ο θείος του να του είχε δωρίσει την καρδιά του και όχι μόνο το όνομα. Σαν να ζούσε και ο ίδιος μέσα από αυτόν.

Ακολουθήστε την Α,ΜΠΑ; στο Google News

in

Αξιολογήστε το άρθρο

77 points
Upvote Downvote

10
ΣΧΟΛΙΑΣΤΕ

Παρακαλούμε Συνδεθείτε για να σχολιάσετε
10 Θέματα σχολίων
0 Απαντήσεις θεμάτων
0 Ακόλουθοι
 
Με τις περισσότερες αντιδράσεις
Δημοφιλέστερο θέμα σχολίου
10 Συντάκτες σχολίων
Ιωάνναπόντια ιντερνάσιοναλJelly RollΦούστα Κλαρωτή Πρόσφατοι συντάκτες σχολίων
  Εγγραφείτε  
νεότερα παλαιότερα δημοφιλέστερα
Ειδοποίηση για
acantholimon
Μέλος
Χρόνια συμμετοχής
Up/Down Voter
Εθισμένος στα Lenoji
Ειδικός

Η καλύτερη ιστορία μέχρι τώρα.Με αγγίζει και προσωπικά.Έχω ζήσει με ανθρώπους,που σημαδεύτηκαν από ένα πολύ βαρύ πένθος.Μια τραγωδία για την οποία για πολλά χρόνια δεν μπορούσαν να μιλήσουν καν.Έπρεπε να ξεχαστεί.Έμεινε στη σκιά,αλλά ξέρουμε,ότι πολλές φορές η σκιά είναι βαριά.Και η σιωπή το ίδιο.

leas
Μέλος
Χρόνια συμμετοχής
Συνεργάτης

Βαγγέλη, από τις πιο ωραίες ιστορίες που έχω διαβάσει, συγκινητική και αληθινή!

Είναι τρομερό φορτίο να κουβαλάς μέσα σου ένα φάντασμα. Τουλάχιστον, ο Νίκος το γνώριζε.

Πόσο συγκινητική ιστορία, πόσο ωραία γραμμένη, και τι αισιόδοξη!

Μέλος
Χρόνια συμμετοχής
Up/Down Voter
Συμμετέχων

Εχω το ονομα του αδερφού του πατερα μου που πέθανε 30 χρονων. Δεν μιλαμε για αυτον συχνα, αλλα αισθανομαι σαν να τον θυμουνται οταν με φωναζουνε. Ειναι ενα βαρος. Ειναι ομως κι ενα βαρος μια συνεχειας, μιας υπερβασης του τετελεσμένου. Δεν ξερω, βλεπω ενα ελπιδοφόρο αχθος σ’αυτό, τι να σας πω. Μπραβο κυριε Βαγγελη

Maggie
Μέλος
Up/Down Voter
Χρόνια συμμετοχής
Εθισμένος στα Lenoji
Ειδικός

Με ταξίδεψες, ευχαριστώ.

Μάνα Κουράγιο
Μέλος
Χρόνια συμμετοχής
Εθισμένος στα Lenoji
Up/Down Voter
Συνεργάτης

Καλογραμμένο και συγκινητικό. Πραγματικά υπέροχο

Jelly Roll
Μέλος
Δημιουργός Κειμένων
Up/Down Voter
Χρόνια συμμετοχής
Ειδικός

Οι άνθρωποι μερικές φορές όταν μοιράζονται το κορμί τους σου ξεφουρνίζουν κάτι άσχετες πληροφορίες για τους ίδιους, φαινομενικά. Τώρα κατάλαβα τι έλεγε ένας γκόμενος που μου είπε ότι είχε το όνομα του θείου που δεν γνώρισε, και διάφορες ιστορίες για το θείο. Απλά με μια αφορμή, τα μηχανάκια.

πόντια ιντερνάσιοναλ
Μέλος
Χρόνια συμμετοχής
Επιβεβαιωμένος Χρήστης
Δημιουργός Κειμένων
Up/Down Voter
Μέντορας

Αυτή η στιγμή, της συνειδητοποίησης των συναισθημάτων που δε θα νιώσει ποτέ (ξανά), τότε καταλαβαίνεις τι σημαίνει ότι κάποιος πέθανε νέος. Μια ευκαιρία και ένα τέλος που τη στερεί, πριν προλάβεις να την αρπάξεις. Άδικο.
Βαγγέλη σ’ευχαριστώ.

Η μπλε ώρα
Μέλος
Εθισμένος στα Lenoji
Χρόνια συμμετοχής
Ενθουσιώδης

Μας ταξίδεψες σε μια άλλη εποχή κ σε ευχαριστούμε πολύ!:)

Φούστα Κλαρωτή
Μέλος
Εθισμένος στα Lenoji
Up/Down Voter
Χρόνια συμμετοχής
Δημιουργός Κειμένων
Μέντορας

Βαγγέλη, υπέροχο απλά

Ιωάννα
Μέλος
Χρόνια συμμετοχής
Συμμετέχων

Πολύ συγκινητική ιστορία. Δεν έχω βιώσει κάτι παρόμοιο – αλλά, έχω το όνομα της δίδυμης αδερφής της μητέρας μου, η οποία πέθανε σε ηλικία εφτά χρονών από λευχαιμία. Όταν ήρθε η ώρα της συζήτησης για το όνομά μου, και ενώ οι γονείς μου ήτανε έτοιμοι να μου δώσουνε το όνομα της γιαγιάς μου, εκείνη ζήτησε να μου δώσουνε το όνομα του παιδιού που έχασε. Κάθε φορά που σκέφτομαι την ιστορία του ονόματός μου, συγκινούμαι. Και λυπάμαι που ποτέ δεν γνώρισα τη θεία μου.