Η φεμινιστική ομιλία της νέας ΠτΔ κ. Αικατερίνης Σακελλαροπούλου τον Ιανουάριο του 2019

Τον Ιανουάριο του 2019 η κα Αικατερίνη Σακελλαροπούλου είχε μιλήσει σε εκδήλωση στο Πάντειο Πανεπιστήμιο με τίτλο “Γυναίκες σε ηγετικές θέσεις”. 

Παραθέτω μερικά ενδιαφέροντα αποσπάσματα της ομιλίας της.

Ολόκληρη η ομιλία της έχει δημοσιευτεί και είναι διαθέσιμη εδώ

«Μητέρα, στην κάμαρά σου πήγαινε και τις δουλειές σου κοίτα, τον αργαλειό, την ρόκα (…) τα πολλά λόγια δεν ταιριάζουνε παρά στους άνδρες μόνο, κι απ’ όλους πιο σε μένα γιατί εγώ τούτο το σπίτι κυβερνάω».

Στην Οδύσσεια του Ομήρου, πριν από σχεδόν 3.000 χρόνια, βρίσκουμε, όπως αναφέρει η Mary Beard, το πρώτο καταγεγραμμένο παράδειγμα αμφισβήτησης του δημόσιου λόγου των γυναικών.

Στην Ιταλία νόμος του 1919 επέτρεπε στις γυναίκες για λόγους ισότητας να ασκούν όλα τα επαγγέλματα και να καταλαμβάνουν θέσεις στον δημόσιο τομέα, εκτός από όσα συνδέονταν με τα καθήκοντα του δικαστή, του πολιτικού και την άμυνα του κράτους. Το 1947, σε συζήτηση στη Βουλή, διατυπώθηκαν απόψεις «η γυναίκα πρέπει να μείνει βασίλισσα του σπιτιού, όσο απομακρύνεται από την οικογένεια τόσο αυτή διαλύεται (…) η δύσκολη τέχνη του δικάζειν απαιτεί μεγάλη ισορροπία και αυτή συχνά τους λείπει και για λόγους φυσιολογίας».

Σε απόφαση του Supreme Court των ΗΠΑ του 2017, η δικαστής Ruth Bader Ginsburg έγραψε για την πλειοψηφία: «για σχεδόν μισό αιώνα αυτό το δικαστήριο αντιμετώπισε με καχυποψία νόμους που βασίζονται σε πολύ ευρείες γενικεύσεις για τα διαφορετικά ταλέντα, ικανότητες ή προτιμήσεις ανδρών και γυναικών (…) Νόμοι που απονέμουν ή αρνούνται ευεργετήματα που συνδέονται με στερεότυπα για τον οικιακό ρόλο των γυναικών, όπως παρατήρησε το δικαστήριο, μπορεί να δημιουργήσουν ένα αυτό-τροφοδοτούμενο κύκλο διακρίσεων που αναγκάζει τις γυναίκες να συνεχίσουν να έχουν τον ρόλο εκείνου που κατεξοχήν φροντίζει την οικογένεια (…)». Για την Ruth τέτοιες διατάξεις στηρίζονται σε στερεότυπα κα απηχούν αναχρονιστικές απόψεις.

Η Ruth, δικαστής στο Supreme Court των ΗΠΑ, «φλογερή φεμινίστρια» κατά τη δήλωσή της, γεννήθηκε στο Brooklyn το 1933. Στη νομική σχολή του Harvard που δέχθηκε για πρώτη φορά γυναίκες το 1950 ήταν μια από τις εννέα γυναίκες σε μια τάξη 500 φοιτητών. Όπως έχει πει η ίδια, «ένιωθες ότι όλα τα μάτια ήταν στραμμένα πάνω σου. Κάθε φορά που απαντούσες σε μια ερώτηση, απαντούσες εκ μέρους όλου του γυναικείου φύλου». Σε μια παρατήρηση του κοσμήτορα της Σχολής γιατί κατέλαβε μια θέση που μπορούσε να είχε δοθεί σε έναν άνδρα, απάντησε «ο άνδρας μου φοιτά στο δεύτερο έτος και ήρθα κι εγώ για να μάθω για τη δουλειά του, ώστε να είμαι μια πιο υπομονετική και με κατανόηση σύζυγος. Την εποχή εκείνη μια γυναίκα είχε τη δυνατότητα να φοιτήσει στη νομική σχολή αλλά όχι να παραδεχθεί τη φιλοδοξία της. 

Η Ruth αρχικά ασχολήθηκε με τη δικηγορία και συγκεκριμένα έφερε στο Supreme Court σειρά υποθέσεων προσπαθώντας να πείσει ότι υπάρχει διάκριση λόγω φύλου και ότι αυτή παραβιάζει το Σύνταγμα.  Το 1973 παραστάθηκε στο Supreme Court για την υπόθεση μιας αξιωματικού της Αεροπορίας, στην οποία είχαν αρνηθεί ευεργετήματα για τον άνδρα της, που όμως χορηγούνταν στους άνδρες για τις γυναίκες τους. «Δεν ζητάω χάρη για το φύλο μου», είπε στην αγόρευσή της στους εννέα άνδρες στην έδρα, επαναλαμβάνοντας τα λόγια αγωνίστριας του 19ου αιώνα για τα δικαιώματα των γυναικών, «αυτό που ζητώ από τους αδελφούς μας είναι να σταματήσουν να μας πατάνε στον λαιμό».

Τον Φεβρουάριο του 2009, τρεις εβδομάδες μετά από εγχείρηση που είχε υποστεί, η Ruth παραστάθηκε στην πρώτη ομιλία του προέδρου Obama προς το Κογκρέσο. Όπως είπε, πήγε γιατί ήθελε η χώρα να δει ότι υπάρχει μια γυναίκα στο Supreme Court. Για τον ρόλο των γυναικών η Ruth έχει δηλώσει ότι «Στο παρελθόν έλεγα κάτι και περνούσε απαρατήρητο. Μετά, κάποιος άνδρας έλεγε σχεδόν το ίδιο πράγμα, και οι άνθρωποι τον πρόσεχαν. Στις δεκαετίες του 50 και του 60 υπήρχε η αντίληψη ότι αν άκουγες γυναικεία φωνή δεν χρειαζόταν να προσέχεις, γιατί δεν επρόκειτο να πει κάτι σημαντικό. Αυτό έχει μειωθεί αλλά υπάρχει ακόμη και δεν πρόκειται για δική μου μόνο εμπειρία».

Κατά την άποψή της, η παρουσία των γυναικών στην έδρα οδήγησε επίσης τα δικαστήρια στο να εκτιμήσουν πιο έγκαιρα ότι η σεξουαλική παρενόχληση εμπίπτει στο κεφάλαιο παραβιάσεων των ατομικών δικαιωμάτων.

Ήδη υπάρχουν τρεις γυναίκες στο Supreme Court. Όταν κάποτε η Ruth ρωτήθηκε με πόσες ακόμη γυναίκες θα ήταν ευχαριστημένη αν έβλεπε στο Δικαστήριο, απάντησε: «Όταν θα είναι εννέα» (σ.σ. Το Supreme Court είναι 9μελές όργανο).

Το 2018 συμπληρώθηκαν 100 χρόνια από τότε που δόθηκε στην Αγγλία το δικαίωμα ψήφου στις γυναίκες. Ο δρόμος που διανύθηκε για τα δικαιώματα των γυναικών ήταν μακρύς και επίπονος. Κατά τον 19ο αιώνα οι γυναίκες είχαν κατώτερη θέση από τους άνδρες στη βρετανική κοινωνία, κοινωνικά και νομικά. Πριν από το 1870 οι παντρεμένες γυναίκες ήταν υποχρεωμένες να παραδίδουν όλη τους την περιουσία στους συζύγους τους, έπρεπε να περάσουν άλλα 120 χρόνια ώστε να θεωρηθεί ποινικό αδίκημα ο βιασμός εντός του γάμου. Τα δύο φύλα κατοικούσαν σε χωριστές σφαίρες, συναντώμενα μόνο στο πρωινό και το δείπνο. Μετά από τους αγώνες του κινήματος των σουφραζετών, οι γυναίκες απέκτησαν το δικαίωμα ψήφου το 1918. Ο νόμος «Sex discrimination removal act» του 1919 απαγόρευε την μη πρόσβαση των γυναικών σε επαγγέλματα λόγω φύλου. Το 1922 ο νόμος για την περιουσία επέτρεψε στις γυναίκες να κληρονομούν όπως και οι άνδρες.

Στον Καναδά το 1929 οι γυναίκες απέκτησαν πλήρη δικαιώματα. Στην Αγγλία η «Sex discrimination act» του 1975 απαγόρευσε τις διακρίσεις σε βάρος των γυναικών στην εργασία, τη μόρφωση και την εκπαίδευση.

Για δεκαετίες ο λόγος των γυναικών χαρακτηριζόταν συναισθηματικός και ενίοτε υστερικός, ενώ θεωρείται ότι τους ταιριάζουν επαγγέλματα όπως της δακτυλογράφου, της νοσοκόμας και γενικά όσα συνδέονται με φροντίδα. Πλέον, μετά από την κοινωνική και ιστορική εξέλιξη και τους αγώνες του γυναικείου κινήματος, οι γυναίκες δοκίμασαν την εμπειρία του να αμείβονται κανονικά και να έχουν αυξημένη οικονομική αυτονομία. Προβλήματα βέβαια εξακολουθούν να υπάρχουν. Οι γυναίκες δυσκολεύονται να φτάσουν στην κορυφή πολλών επαγγελμάτων, «το φαινόμενο της γυάλινης οροφής». Οι γυναίκες δεν αμείβονται με τον ίδιο τρόπο με τους άνδρες, εμφανίζουν καλύτερη απόδοση στην πανεπιστημιακή εκπαίδευση αλλά όχι στην απασχόληση. Στην κορυφή της Βιομηχανίας και της εκτελεστικής εξουσίας κυριαρχούν οι άνδρες. Το 2014, μόνο επτά από τους 150 εκλεγμένους αρχηγούς κρατών είναι γυναίκες και μόνον έντεκα από τους 192 είναι πρωθυπουργοί. Στο φαινόμενο αυτό πάντως οι εξελίξεις είναι θετικές: η νεαρή πρωθυπουργός της Νέας Ζηλανδίας είναι η δεύτερη γυναίκα που απέκτησε μωρό κατά τη διάρκεια της πρωθυπουργίας της, ενώ στην αμερικανική Βουλή μετά τις τελευταίες εκλογές για πρώτη φορά εξελέγη τόσο μεγάλος αριθμός γυναικών. Στην Ινδία οι γυναίκες δίνουν τον δικό τους αγώνα για τα δικαιώματά τους. Πρόσφατα το Ανώτατο Δικαστήριο δικαίωσε δύο γυναίκες που είχαν διεκδικήσει το δικαίωμα να εισέλθουν σε ιερό ναό, που αποτελούσε γι’ αυτές άβατο.

Στη δεκαετία του 1950 κυριαρχούσε η αντίληψη ότι οι γυναίκες δεν ήταν ικανές για το έργο του δικαστή. Μετά κατέκτησαν τα δικαστικά επαγγέλματα και τώρα αποτελούν την πλειοψηφία του δικαστικού σώματος, ειδικά στους κατώτερους βαθμούς. Στη Γαλλία, παρόλο που οι γυναίκες απέκτησαν πρόσβαση στο επάγγελμα του δικαστή μόλις το 1946, αποτελούν ήδη την πλειοψηφία (60% των δικαστών). Μέλος του Ανωτάτου Δικαστικού Συμβουλίου επισημαίνει ωστόσο το παράδοξο ότι οι ανώτερες ιεραρχικά θέσεις καταλαμβάνονται από άνδρες. Σε σύνολο 8.500 δικαστών, τέσσερις γυναίκες μόνο διευθύνουν εφετεία. Η Ένωση Δικαστών, χωρίς να διάκειται ευμενώς προς μία θετική διάκριση, επισημαίνει ότι μία γυναίκα με τις ίδιες ικανότητες και αρχαιότητα μπορεί να βρεθεί σε δυσμενή θέση κατά την διάρκεια της καριέρας της απέναντι σε άνδρα συνάδελφό της. Σύμφωνα με την εκπρόσωπο άλλου συνδικαλιστικού σωματείου δικαστών, πολλές φορές οι γυναίκες αυτοπεριορίζονται και δεν υποβάλλουν υποψηφιότητα για υψηλές θέσεις.

Στη Δικαιοσύνη, κρατική εξουσία που ιστορικά ανήκε στους άνδρες, μόλις την δεκαετία του 1950 οι πρώτες γυναίκες γίνονται δεκτές στο λειτούργημα του δικαστή στο Βέλγιο. Η Marie Poppelin το 1889 παρουσιάζεται στο Εφετείο των Βρυξελλών για να ορκιστεί δικηγόρος. Της το αρνούνται όχι γιατί ο νόμος το απαγορεύει αλλά γιατί «δεν υπάρχει καμία ανάγκη νομοθετικής ρύθμισης για μια απαγόρευση που είναι φυσιολογική στα μάτια όλων». Την εποχή εκείνη οι γυναίκες πρέπει να αφοσιώνονται στο νοικοκυριό και στη μητρότητα. Σύμφωνα με μια ερευνήτρια του Πανεπιστημίου της Λιέγης, «ο μεγάλος φόβος των ανδρών δεν είναι η πρόσβαση των γυναικών στον δικηγορικό σύλλογο αλλά στην καθημένη δικαιοσύνη. Αυτό το επάγγελμα περιωπής είναι μια από τις τρεις κρατικές εξουσίες. Εδώ στεγάζεται η πιο έντονη άρνηση». Μετά την απόκτηση του δικαιώματος να γίνονται δικηγόροι, οι γυναίκες δίνουν μια άλλη μεγάλη μάχη, να γίνουν δικαστές. Ένα από τα βασικά εμπόδια για να φτάσουν στο δικαστικό σώμα είναι το ότι οι γυναίκες δεν είναι ολοκληρωμένοι πολίτες, αφού δεν έχουν τα δικαιώματα του εκλέγειν και του εκλέγεσθαι. Αυτός ο μακρύς αγώνας ολοκληρώνεται το 1948 για το Βέλγιο, πρέπει όμως να έρθει η δεκαετία του 1980 για να διαπιστωθεί πραγματική παρουσία των γυναικών στη Δικαιοσύνη. Και πάλι όμως στην πλειοψηφία τους οι γυναίκες ασχολούνται με υποθέσεις οικογενειακού και εργατικού δικαίου, ενώ η παρουσία τους δεν είναι έντονη στις θέσεις που βρίσκονται ψηλά στην ιεραρχία.

Το επάγγελμα του δικαστή για αιώνες είχε ασκηθεί αποκλειστικά από άνδρες. Σε αντίθεση με αυτό που θα περίμενε κανείς, η άφιξη των γυναικών δεν έφερε επανάσταση στις συνήθειες που επικρατούσαν. Εισερχόμενες στην Δικαιοσύνη, οι γυναίκες προσαρμόζονται στην υφιστάμενη επαγγελματική κουλτούρα: Σημαντικοί ρυθμοί δουλειάς, αποστασιοποίηση από τα οικογενειακά προβλήματα στο επαγγελματικό περιβάλλον, περιορισμός του αριθμού των παιδιών για επαγγελματικούς λόγους. Είναι συμπεριφορές που υιοθετούνται από τις γυναίκες, που κατά κάποιο τρόπο αυτοπεριορίζονται. Πολλές γυναίκες δικαστές δηλώνουν ότι φοβούνται μια έντονη θηλυκοποίηση της Δικαιοσύνης, που θα απαξίωνε το επάγγελμα.

Αν και η επαγγελματική κουλτούρα δεν αλλάζει, ένα γυναικείο αποτύπωμα εγγράφεται στο Δίκαιο. Οι γυναίκες εισφέρουν στη Δικαιοσύνη μια πραγματικότητα διαφορετική από αυτή των ανδρών, που προέρχεται από την διαφορετική τους κοινωνικοποίηση. Η πραγματικότητα αυτή περνάει στις κρίσεις και τις σκέψεις τους, επηρεάζοντας τη νομολογία και τη νομοθεσία. Όπως έχει γραφτεί, «το 1948 κανένας δικαστής εν ενεργεία δεν είχε ποτέ αλλάξει πάνες ενός παιδιού. Οι πρώτες γυναίκες δικαστές έχουν αυτή τη διαφορετική εμπειρία του οικογενειακού βίου. Ένας δικαστής δεν δικάζει μόνο με τη γνώση του, αλλά και με την εμπειρία του, τις αμφιβολίες και τις ματαιώσεις του». Πολλοί αντιμετωπίζουν αρνητικά μια μεγάλη αντιπροσώπευση των γυναικών σε ένα δικαστήριο. Οι αντιδράσεις αυτές δεν προέρχονται μόνο από τους διαδίκους αλλά και από τους συναδέλφους δικαστές ή τους δικηγόρους. Παρά την φαινομενική ισότητα, η δυσκολία στο να γίνει αποδεκτή η γυναίκα σε μια θέση εξουσίας που ιστορικά είναι συνδεδεμένη με τους άνδρες παραμένει.

Πρόσφατα μία από τις νεοεκλεγείσες πολλές γυναίκες στο αμερικανικό Κονγκρέσο δήλωσε «Δεν νομίζω ότι το φύλο μου καθορίζει ποια είμαι, αλλά πράγματι προσθέτει αξία και προοπτική στις αποφάσεις που παίρνω».

Από την αμφισβήτηση στη δικαίωση, ο αγώνας των γυναικών ήταν μακρόχρονος και παρά τα πολύ σημαντικά βήματα τα προβλήματα δεν έχουν εκλείψει. 

Αλλά, όπως έχει δηλώσει η Ruth, «ο καιρός είναι με την αλλαγή».

in

Αξιολογήστε το άρθρο

37 points
Upvote Downvote

ΣΧΟΛΙΑΣΤΕ

Παρακαλούμε Συνδεθείτε για να σχολιάσετε
  Εγγραφείτε  
Ειδοποίηση για