H ιστορία της θεραπαινίδας: συζητήσαμε για το βιβλίο, με αφορμή το βιβλίο

Πρόκειται για μία δυστοπία, η οποία σύμφωνα με τη συγγραφέα, προέκυψε (μεταξύ άλλων) από τη διαπίστωσή της πως σε δυστοπικά μυθιστορήματα, όπως το “1984”, απουσίαζαν οι γυναίκες σε πρωταγωνιστικό ρόλο. Η συγγραφέας κατατάσσει το βιβλίο στην κατηγορία “speculative fiction” και επισημαίνει: “Πρόκειται για γεγονότα που θεωρούμε ότι είναι πιθανό να συμβούν στο μέλλον, όμως το απευχόμαστε

Στην τελευταία μας διαδικτυακή συνάντηση, το Σάββατο 13/6/2020 συζητήσαμε για την “ιστορία της θεραπαινίδας”. Όσο γνωριζόμαστε καλύτερα, η ατμόσφαιρα της λέσχης ανάγνωσης γίνεται όλο και πιο ζεστή, οι δε συζητήσεις μας, παραμένουν εξαιρετικά ενδιαφέρουσες. Πόσο μάλλον αυτή η τελευταία, στην οποία είχαμε τη μεγάλη χαρά να συμμετάσχει για λίγο και η Λένα. (Λένα, αν τα μικρόφωνα δεν ήταν κλειστά την ώρα που μίλαγες θα ακούγονταν ουρλιαχτά θαυμασμού από  κατενθουσιασμένες, ημιλιπόθυμες αμπαχόλικς, ευχαριστούμε ). Παρακάτω παρουσιάζεται η σύνοψη όσων συζητήθηκαν (όχι απαραίτητα με τη ροή με την οποία συζητήθηκαν), επηρεασμένα από attention biases των ανταποκριτριών- Εύας και Between Worlds. (Παραλείπονται ρήματα όπως “αναφερθήκαμε”, “συζητήσαμε” και “κουβεντιάσαμε” προς αποφυγή συνεχών επαναλήψεων και για την καλύτερη ροή του κειμένου).

H “ιστορία της θεραπαινίδας” (the Handmaid’s tale) της πολυβραβευμένης Καναδής συγγραφέως Margaret Atwood εκδόθηκε το 1985, αλλά έγινε ευρέως γνωστή μέσα από την ομώνυμη σειρά το 2017. Πρόκειται για μία δυστοπία, η οποία σύμφωνα με τη συγγραφέα, προέκυψε (μεταξύ άλλων) από τη διαπίστωσή της πως σε δυστοπικά μυθιστορήματα, όπως το “1984”, απουσίαζαν οι γυναίκες σε πρωταγωνιστικό ρόλο. Η συγγραφέας κατατάσσει το βιβλίο στην κατηγορία “speculative fiction” και επισημαίνει: “Πρόκειται για γεγονότα που θεωρούμε ότι είναι πιθανό να συμβούν στο μέλλον, όμως το απευχόμαστε”.

Ο σκοτεινός, ασφυκτικός κόσμος της απολυταρχικής, θεοκρατικής “δημοκρατίας” της Γαλαάδ, στον οποίο ζει εγκλωβισμένη η αφηγήτρια της ιστορίας, εντοπίζεται λοιπόν, σε ένα δυστοπικό μέλλον, γιατί είναι ένας κόσμος, στον οποίο ο φεμινισμός απουσιάζει, υπάρχει μόνο η ανάμνησή του. Τα δομικά στοιχεία του κόσμου της θεραπαινίδας όμως, έρχονται από το παρελθόν: όλα όσα παρουσιάζονται στο βιβλίο ως πρακτικές σε βάρος των γυναικών, βασίζονται σε ιστορικά ανάλογα.

Δεν αποτελούν όμως μακρινό ξεχασμένο παρελθόν, αλλά όλα αυτά ενάντια στα οποία ο φεμινισμός παλεύει στο παρόν. Ενάντια στις πρακτικές που στοχεύουν στον έλεγχο του γυναικείου σώματος και των ζωών μας. Ενάντια στην αναγωγή μας σε αντικείμενα. Ενάντια στους στενόχωρους, στερεοτυπικούς ρόλους, στους οποίους καλούμαστε να χωρέσουμε, όπως οι γυναίκες της ιστορίας καλούνται να χωρέσουν στις πνιγηρές, προκαθορισμένου χρώματος στολές τους.

Έτσι, τελικά η ιστορία μας αφήνει μία άχρονη αίσθηση, την εντύπωση πως θα μπορούσε να συμβεί σε οποιαδήποτε χρονική στιγμή. Είναι μία υπενθύμιση, ένα ηχηρό καμπανάκι κινδύνου, πως η πρόοδος δεν είναι συνεχής και γραμμική. Ιδιαίτερα σε περιόδους κρίσεων, υπάρχει στροφή στο συντηρητισμό και ωραιοποίηση του παρελθόντος. Η θεραπαινίδα μας φωνάζει πως τα υλικά που περιλαμβάνει η συνταγή για ζοφερές, ακραία πατριαρχικές κοινωνίες, είναι όλα διαθέσιμα στο εδώ και στο τώρα. Και απαντάει έτσι με τον καλύτερο δυνατό τρόπο στο ερώτημα: “γιατί φεμινισμός;”. Γιατί όσο ο φεμινισμός προσπαθεί να εξαφανίσει τα υλικά αυτά, καταφέρνει να μην εκτελείται η συνταγή με “επιτυχία”.

Το πραγματικό όνομα της πρωταγωνίστριας-αφηγήτριας, δεν το μαθαίνουμε σε έναν συμβολισμό, πως στον κόσμο που περιγράφει δεν είναι δυνατόν να είναι ο έαυτός της, αφού δεν αντιμετωπίζεται ως αυτόνομη ύπαρξη, αλλά ως αντικείμενο με χρηστική αξία. Τη γνωρίζουμε με ένα όνομα συμβολικό για τη θέση της ως κτήμα του Κυβερνήτη στο σπίτι του οποίου έχει οριστεί ως θεραπαινίδα, ως “Τουφρέντ” (σε ελληνικό πλαίσιο, αυτό δε θα έπρεπε να ξενίζει ιδιαίτερα, καθώς και τα ελληνικά γυναικεία επώνυμα υποδηλώνουν κτήση). Παλεύει με την αφήγησή της να ορίσει την ιστορία της, να μιλήσει η ίδια και όχι η πατριαρχία (Γαλαάδ) για εκείνη, να αποκτήσει την πρόσβαση στο μικρόφωνο που διεκδικούσε και η Woolf. Μέσα από την αφήγησή της σε πρώτο πρόσωπο, καλούμαστε να μπούμε στη θέση της και να αναρωτηθούμε πως θα βιώναμε τον κόσμο της. Να νιώσουμε δυσφορία όσο διαβάζουμε, όπως με ένα πικρό φάρμακο που πρέπει να καταπιούμε. Μια γροθιά στο στομάχι.

Όμως η θεραπαινίδα δεν αγιοποιείται: γνωρίζουμε μία πραγματική γυναίκα, με σκέψεις και δράσεις όχι πάντα ηρωικές, με ελαττώματα και δισταγμούς. Στη ζωή της πριν τη Γαλαάδ απολάμβανε τη σεξουαλικότητά της και ερωτεύτηκε το Λουκ, έναν άνδρα παντρεμένο (το οποίο αποτελεί και την αιτία για την καταδίκη της στο ρόλο της θεραπαινίδας). Εντός της Γαλαάδ επιλέγει να κοιμηθεί ξανά και ξανά με το Νικ, παρά την (αβέβαιη) ύπαρξη του Λουκ, που εξακολουθεί να αγαπάει. Όχι μόνο γιατί δεν είναι “άγια”. Γιατί, παρότι είναι ένα από τα θύματα της Γαλαάδ, δεν παρουσιάζεται ως θύμα: η κίνησή της αυτή, η μοναδική δυνατότητα που έχει να ορίσει η ίδια το σώμα της, να διεκδικήσει κάποιου είδους αυτονομία, είναι πράξη επαναστατική, μία γροθιά στο σύστημα: μία από τις πολλές της αμφισβητήσεις των παράλογων κανόνων, που γίνονται με κίνδυνο της ζωής της.

Η θεραπαινίδα αναπολεί στην αφήγησή της τους δικούς της ανθρώπους. Μιλάει για τη μητέρα της, μια μαχητική ακτιβίστρια του δεύτερου κύματος φεμινισμού, την οποία η ίδια συχνά θεωρούσε υπερβολική και ως έφηβη επαναστατούσε εναντίον της, διεκδικώντας να μην την αντιμετωπίζει ως την προέκταση της, και την οποία όμως με την εξέλιξη των πραγμάτων, πλεόν κατανοεί. Μία αναγνώριση για όσα οι φεμινίστριες έχουν κατακτήσει με προηγούμενες δράσεις, με συνεχείς αγώνες. Και μία ακόμη υπενθύμιση, πως παρά τον αφορισμό των φεμινιστριών ως ακραίων, τίποτα από τα κεκτημένα δεν έχει κατακτηθεί “για πάντα”, όχι “δεν έχουμε ακόμη ίσα δικαιώματα με τους άνδρες οι γυναίκες στο Δυτικό κόσμο”, δεν πρέπει να επαναπαυόμαστε, η μάχη συνεχίζεται. 

Η ίδια υπενθύμιση επανέρχεται στον επίλογο του βιβλίου: μεταφερόμαστε στο έτος 2195 και μαθαίνουμε από τα χείλη ενός άνδρα καθηγητή πως η Γαλαάδ έχει καταρρεύσει. Όμως, παρά το σεισμό που υποθέτουμε πως θα έπρεπε να έχει προκαλέσει η ύπαρξή της, βλέπουμε πως το μικρόφωνο εξακολουθεί να το κρατάει ένας άνδρας, ο οποίος μάλιστα εκφέρει σε κάποια σημεία της ομιλίας του σεξιστικό λόγο. Ο ίδιος άνδρας είναι που έχει αναλάβει, σε συνεργασία με έναν συνάδελφό του, να ορίσει τη δομή των ηχητικών απομνημονευμάτων της θεραπαινίδας. Ακόμη λοιπόν και όταν καταφέρνουμε να αφηγηθούμε οι ίδιες την ιστορία μας, αυτή πρέπει να υποστεί το φιλτράρισμα της ανδρικής ματιάς.

Η θεραπαινίδα αναφέρεται και στο Λουκ, το σύντροφό της πριν εγκλωβιστεί στη Γαλαάδ με αγάπη, αλλά και με έναν τόνο αμφισβήτησης: στα πρωταρχικά στάδια του καθεστώτος ο Λουκ ήταν καθησυχαστικός, δεν μπορούσε να αντιληφθεί την ανησυχία της, συμβολίζοντας ένα παράδειγμα αρκετά οικείου αφορισμού των γυναικείων ανησυχιών και του φεμινισμού. Στο πρόσωπο της φίλης της Μόιρα, βλέπουμε πέρα από μία βαθιά γυναικεία φιλία, μία μαχητική γυναίκα που προορίζεται για τη θέση της θεραπαινίδας, και η οποία προσπαθώντας να αντισταθεί στο ρόλο που της επιφυλάσσεται ως αναπαραγωγική μηχανή, τιμωρείται με εξαναγκασμό σε πορνεία.

Μέσα από τα μάτια της πρωταγωνίστριας βλέπουμε και τους χαρακτήρες που βρίσκονται ανώτερα στην ιεραρχία από την ίδια και το πως το ακραία πατριαρχικό σύστημα που έχουν χτίσει, δε συμβάλλει τελικά ούτε στη δική τους ευτυχία. Η σύζυγος της ιστορίας είναι η Σερήνα Τζόυ. Ο χαρακτήρας της εικάζεται πως βασίστηκε στη Phyllis Schlafly, την “πιο επιδραστική αντιφεμινίστρια στην ιστορία της Αμερικής”, η οποία παρουσιάζεται και στη σειρά Mrs. America. Η Σερήνα, μια γυναίκα που με τη στάση της και την ιδεολογία της υποστήριξε την ανοικοδόμηση της Γαλαάδ, είναι ένας χαρακτήρας που προβληματίζει. Είναι βαθιά εγωκεντρική, ανίκανη για οποιοδήποτε είδος αλτρουισμού και δρα μόνο για να επιδιώξει τα δικά της συμφέροντα και για να διατηρήσει την προνομιακή θέση που έχει; Είναι απεγνωσμένη να αποκτήσει παιδί; Ή είναι και η ίδια εξίσου εγκλωβισμένη και δυστυχισμένη όσο η θεραπαινίδα, παρά τα προνόμιά της και δρα από φόβο μήπως βρεθεί στη θέση της θεραπαινίδας;

Παρόμοιος προβληματισμός (απολαμβάνουν τα ξεροκόμματα των προνομίων που τους πετάει το καθεστώς ή δρουν από φόβο;) προκύπτει και για τις Θείες, στις οποίες έχει δοθεί ο ρόλος της εκπαίδευσης και του συνεχούς ελέγχου των θεραπαινίδων, σε μία αναλογία με τον ελεγκτικό ρόλο που αναλαμβάνουν οι ωριμότερες γυναίκες στα πατριαρχικά συστήματα. Οι άνδρες θεσπίζουν τους κανόνες, αλλά οι γυναίκες είναι αυτές που επιβλέπουν αν οι κανόνες εμπεδώνονται και αν τηρούνται. Χωρίς τις γυναίκες σε αυτό το ρόλο δε θα πετύχαινε η επιβολή των κανόνων. Τα παραπάνω γίνονται σαφή και μέσα από τη σειρά Unorthodox, όπου σε μία πατριαρχική, κλειστή κοινότητα Χασιδιστών, τον ρόλο της επίβλεψης της αναπαραγωγικής διαδικασίας -που υπόκειται σε αυστηρούς κανόνες- αναλαμβάνουν οι μητέρες.

Το σύστημα της Γαλαάδ μπορεί αφενός να ειδωθεί και ως ένας εύστοχος παραλληλισμός για το ρόλο του ταξικού ζητήματος στο φεμινισμό: όσο πιο ψηλά βρίσκεται κανείς στην ιεραρχία/ ταξικά, τόσο πιο πολύ επωφελείται από την εργασία και τη δυστυχία των λιγότερο προνομιούχων. Αφετέρου με παρόμοιους τρόπους συντηρούνται γενικά τα απολυταρχικά καθεστώτα (αλλά και οι εξουσιαστικές δομές): παρέχοντας μικρότερα ή μεγαλύτερα προνόμια σε όσους τα υπηρετούν και τρομοκρατώντας όσους τολμούν να τα αμφισβητήσουν. 

Η Σερήνα και οι Θείες, γυναίκες που και οι ίδιες βρίσκονται ανάμεσα στο σφυρί και το αμόνι, μας θυμώνουν κατά την ανάγνωση. Μας θυμίζουν τις σύγχρονές μας αντιφεμινίστριες, τις φίλες μας, τις συγγενείς μας, τις συναδέλφους μας, ενίοτε τους παρελθοντικούς μας εαυτούς, γυναίκες με εσωτερικευμένο μισογυνισμό, που παραμένει ανεπεξέργαστος, που αρνούνται να δουν το γυναικείο ζήτημα, αρνούνται να πορευτούν μαζί μας, αναμασούν τη σεξιστική ρητορική και οικειοποιούνται συμπεριφορές που αναπαράγουν την πατριαρχία. Ο θυμός μας προέρχεται από παράπονο, όλες μας υποφέρουμε από την πατριαρχία, γιατί δεν το βλέπουν; Γιατί δεν αντιδρούν; Γιατί είναι συχνά αντίπαλοι, οι ίδιες που θα έπρεπε να είναι σύμμαχοι; Για το αντάλλαγμα των μικρών εξουσιών που τους παραχωρούνται και τους δίνουν αίσθημα ασφάλειας;

Μήπως όμως και η ένταση του δικού μας θυμού απέναντι σε αυτές τις γυναίκες σχετίζεται όχι μόνο με το παράπονό μας, αλλά και με τον δικό μας εσωτερικευμένο μισογυνισμό, που εδώ εκφράζεται ως ετοιμότητα να θυμώσουμε με τις ομοφυλές μας και όχι με τον πραγματικό αντίπαλο, δηλαδή όσους βρίσκονται στην κορυφή της ιεραρχίας και απολαμβάνουν τα πραγματικά προνόμια; Και αφού φτάσαμε στη ρίζα του προβλήματος, δε μπορούμε παρά να αναρωτηθούμε αν τελικά δεν είναι προς συμφέρον όλων τα προνόμια αυτά να εγκαταλειφθούν με αντάλλαγμα τα ουσιαστικά οφέλη που θα προκύψουν από την ισότητα των φύλων. 

Η “μοναξιά” του Κυβερνήτη, η αδυναμία του να συσχετιστεί ουσιαστικά και όχι εξουσιαστικά με τις γυναίκες που τον περιβάλλουν, να ερωτευτεί, να δώσει στον έαυτό του την ευκαιρία να χαρεί τη ζωή,ίσως συμβολίζουν το γεγονός ότι η πατριαρχία τελικά βλάπτει και τους ίδιους τους άντρες, αφού μαζί με τα προνόμια που απολαμβάνουν, έρχονται και τα όσα στερούνται. Όποια στάση και να κρατήσεις στην ακρότητα, όλοι είναι καταδικασμένοι.

Πέρα από τους μηχανισμούς που περιγράφηκαν, η Γαλαάδ χρειάζεται ό,τι οποιοδήποτε απολυταρχικό καθεστώς για την εγκαθίδρυσή του: έναν (σε κάποιες περιπτώσεις φανταστικό, σε κάποιες περιπτώσεις υπαρκτό, αλλά πάντα προβεβλημένο δυσανάλογα με τις πραγματικές του διαστάσεις) κίνδυνο και μία ιδεολογία, η οποία παρότι παράλογη, παρουσιάζεται εν όψει του κινδύνου πειστική και αναγκαία. Η βάση για την ιδεολογία της Γαλαάδ παρέχεται απλόχερα από τη θρησκεία, οδηγώντας μας να αναρωτηθούμε για το ρόλο που παίζουν οι θρησκείες (ή η κατά το δοκούν ερμηνεία τους) στη διατήρηση της πατριαρχίας, με χαρακτηριστικό παράδειγμα τις προσπάθειες ελληνοορθοδόξων κύκλων να ανακινήσουν το θέμα των αμβλώσεων σε θεσμικό επίπεδο.

Τι μπορούμε εμείς να κάνουμε ενάντια σε όλα αυτά; Πώς μπορούμε να εξαφανίσουμε τα υλικά της δυστοπίας της Γαλαάδ; Διεκδικώντας τη σεξουαλικότητά μας, τον έλεγχο των σωμάτων μας, την αυτόνομη σκέψη μας, ζώντας οι ίδιες όσο πιο φεμινιστικά μπορούμε, υποστηρίζωντας η μία την άλλη, αντιμετωπίζωντας το δικό μας εσωτερικευμένο μισογυνισμό, τα δικά μας στερεότυπα, μεγαλώνοντας τα παιδιά μας διαφορετικά, λαμβάνοντας θέση στις καταστάσεις – όταν και όσο μπορεί η καθεμιά μας. Αρκούν όμως αυτά;

Κάποιες απαντήσεις στις παραπάνω ερωτήσεις ελπίζουμε ότι θα δοθούν μέσα από το “οι Διαθήκες”, το βιβλίο της Atwood που αποτελεί τη συνέχεια της “ιστορίας της θεραπαινίδας” και παρουσιάζει τα γεγονότα που οδήγησαν στην κατάρρευση της Γαλαάδ.  Το δεύτερο ανάγνωσμα για την επόμενη συνάντηση, το Σάββατο, 11/7/2020 (18:00) στο discord είναι το “Φίρνταους” της El-Saawaadi Nawal. Δε θα βαρεθούμε να το λέμε, καινούργια μέλη είναι πάντα ευπρόσδεκτα, σας περιμένουμε στο discord.

in

Αξιολογήστε το άρθρο

64 points
Upvote Downvote