Γιατί δε φεύγει;

«Μα γιατί δε φεύγει, εγώ στη θέση της θα έφευγα μόλις έπεφτε το πρώτο χαστούκι»

Συχνά ακούμε και διαβάζουμε ειδήσεις για άντρες που δολοφόνησαν τις γυναίκες τους. Σε πολλές από αυτές τις περιπτώσεις αποκαλύπτεται πως η γυναίκα βίωνε μακροχρόνια λεκτική ή/και σωματική κακοποίηση στο γάμο/σχέση της. Η ερώτηση που σχηματίζεται στο μυαλό των περισσότερων όταν ακούνε τέτοιες ιστορίες είναι «Αφού τη χτύπαγε και την κακοποιούσε γιατί έμενε; Γιατί δεν έφευγε;»

Υπάρχει πληθώρα λόγων – ψυχολογικοί και πρακτικοί – οι οποίοι καθιστούν δύσκολο έως αδύνατο το εγχείρημα του να απομακρυνθεί από μια κακοποιητική σχέση ένα άτομο που υπόκειται κακοποίηση. (Στο παρόν άρθρο μιλώ για γυναίκες αλλά αυτά που λέω ισχύουν και για άντρες που υπόκεινται κακοποίηση.)

Για να καταλάβουμε το γιατί δε φεύγει μια γυναίκα από μια κακοποιητική σχέση πρέπει πρώτα να κατανοήσουμε τη φύση της κακοποιητικής σχέσης κι έπειτα την ψυχοσύνθεση ενός ατόμου που κακοποιείται συστηματικά.

Ας ξεκινήσουμε με τη φύση της κακοποιητικής σχέσης. Όσοι αναρωτιούνται «Μα γιατί δε φεύγει, εγώ στη θέση της θα έφευγα μόλις έπεφτε το πρώτο χαστούκι» δεν καταλαβαίνουν πως η κακοποίηση δεν ξεκινά με τον έντονο τρόμο και την πιθανή βία τα οποία το θύμα βιώνει στο σήμερα μετά από χρόνια σχέσης. Η κακοποίηση ξεκινά σχεδόν πάντα με «άκακα» λεκτικά και μη-λεκτικά μηνύματα. Ένας «αθώος» καγχασμός/μορφασμός εν είδει αστείου όταν η γυναίκα μιλά για ένα της επίτευγμα, σχόλια του τύπου «Πώς είσαι έτσι, μωρέ» όταν η γυναίκα φορέσει τα καινούργια ρούχα που αγόρασε, ή «άσε να το χειριστώ εγώ, ξέρουμε πως δεν είσαι και η πιο έξυπνη» ειπωμένα δήθεν χαριτωμένα, είναι αυτά που βιώνει η γυναίκα λίγο μετά το ξεκίνημα της σχέσης. Φυσικά αυτά τα λεκτικά και μη-λεκτικά μηνύματα συνοδεύονται από πληθώρα γλυκών εκδηλώσεων αγάπης, που σε συνδυασμό με τα συναισθήματα της γυναίκας προς τον σύντροφό της, θολώνουν την κρίση της μπερδεύοντάς τη, και τα παραβλέπει. Αυτό που όμως δεν μπορεί να αντιληφθεί είναι πως όλες αυτές οι λεκτικές και μη συμπεριφορές σιγά-σιγά δηλητηριάζουν και εν τέλει διαβρώνουν τον ψυχισμό της. Η γυναίκα αρχίζει να χάνει την αυτοπεποίθησή της, αρχίζει να νιώθει ανασφάλεια για την προσωπικότητά της και τον χαρακτήρα της, και αρχίζει να πιστεύει πως αυτό που της λέει ο σύντροφός της για την ίδια και την αξία της μάλλον είναι αλήθεια δεδομένου πως, όπως λέει, την αγαπά και θέλει το καλό της. Με αυτόν τον τρόπο σιγά-σιγά ο σύντροφος αποκτά πάτημα για να προχωρά σε όλο και χειρότερες λεκτικές και μη συμπεριφορές (ύβρεις και χειροδικία).

Ένα καλό παράδειγμα/παρομοίωση για να καταλάβουμε πως λειτουργεί αυτός ο μηχανισμός, είναι να σκεφτούμε την καρέκλα που έχουμε όλοι στο σπίτι μας (συνήθως στο υπνοδωμάτιο) η οποία είναι γεμάτη ρούχα. Τις πρώτες μία, δύο, τρεις φορές που θα πετάξουμε ένα ρούχο μας πάνω στην καρέκλα, όλα είναι εντάξει. Η καρέκλα έχει τρία μπλουζάκια πάνω. Προτού όμως το καταλάβουμε η καρέκλα έχει μια στοίβα ρούχα πάνω της και απορούμε πως έφτασε το πράγμα σε αυτό το σημείο! Πως ξέφυγε. Εμείς μόνο ένα μπλουζάκι πετάξαμε πάνω στην καρέκλα!

Η κακοποίηση έχει παρόμοια, ύπουλη εξέλιξη. Ξεκινά με ένα μισο-αστείο, μισο-υποτιμητικό σχολιάκι και πριν το καταλάβεις βρίσκεσαι στο πάτωμα, μετά από καυγά, έχοντας φάει ένα χαστούκι, με τον σύντροφό σου να κλαίει και να ορκίζεται πως σε αγαπά, πως δε θα το ξανακάνει ποτέ, πως θόλωσε, του είπες κι εσύ εκείνο το πράγμα που τον εξαγρίωσε (ωπ να την και η μετάθεση ευθύνης για το χαστούκι που μόλις έφαγες), αλλά καταλαβαίνει το λάθος του και δε θα το επαναλάβει. Παρατηρούμε πως ακόμη και τη στιγμή που ο θύτης απολογείται, πλημμυρίζοντας το θύμα με δηλώσεις αγάπης και μεταμέλειας, θα φροντίσει να προσθέσει ένα φευγαλέο μικρό σχόλιο για την ευθύνη που φέρει η ίδια η γυναίκα για το ξέσπασμά του, που οδήγησε στο χαστούκι που της έριξε. Η μετάθεση της ευθύνης στο θύμα της κακοποίησης είναι μια συνήθης πρακτική η οποία αποδυναμώνει ακόμα περισσότερο τη γυναίκα διότι ενισχύει την πεποίθηση πως το φταίξιμο γι’ αυτό που της συμβαίνει είναι δικό της. Η ενοχή είναι κάτι που νιώθει κατεξοχήν το θύμα και όχι ο θύτης. Η ενοχή που νιώθει η γυναίκα μπορεί να γίνει κατανοητή ως μια προσπάθεια του θύματος να βγάλει ένα χρήσιμο συμπέρασμα από την καταστροφή την οποία μόλις έζησε (την κακοποιητική συμπεριφορά) και να ανακτήσει μια αίσθηση δύναμης και ελέγχου. Το να πιστέψει πως θα μπορούσε να είχε κάνει εκείνη κάτι διαφορετικά και καλύτερο ώστε να υπήρχε καλύτερη έκβαση στον καυγά (όχι χαστούκι) μπορεί να είναι πιο υποφερτό σαν σκέψη από το να αντιμετωπίσει την πραγματικότητα, που είναι πως είναι αβοήθητη.

Το αίσθημα ανημποριάς της γυναίκας εντείνεται λόγω της αποσύνδεσής της από ένα υποστηρικτικό, φιλικό ή συγγενικό, περιβάλλον. Πολύ συχνά ο σύντροφος κάνει κινήσεις οι οποίες οδηγούν στην αποκοπή της γυναίκας από τους φίλους και τους συγγενείς της. Στην αρχή αυτές οι κινήσεις μοιάζουν άκακες («ας δούμε τους δικούς μου συγγενείς/φίλους αντί για τους δικούς σου») έως και κολακευτικές («ας βγαίνουμε πάντα μαζί», «δε μου αρέσει να βγαίνεις μόνη σου, θέλω να είμαστε πάντα μαζί»). Σύντομα όμως η γυναίκα βρίσκει τον εαυτό της χωρίς ένα δίκτυο ανθρώπων στο οποίο να μπορεί να στραφεί στην ώρα ανάγκης της για ψυχολογική, ηθική, ή και πρακτική υποστήριξη.

Για να αντιληφθούμε την ψυχοσύνθεση ενός ατόμου που κακοποιείται συστηματικά, πρέπει να εστιάσουμε στις πράξεις του θύτη. Αυτό που κάνει ο θύτης ξεκινώντας με άσχημα, ύπουλα σχολιάκια και καταλήγοντας ενίοτε στη βία, είναι να ασκεί ψυχολογικό έλεγχο και εξουσία. Οι μέθοδοι καθιέρωσης ελέγχου πάνω σε ένα άτομο είναι βασισμένες στη συστηματική, επαναλαμβανόμενη πρόκληση ψυχολογικού τραύματος. Πρόκειται για πράξεις που προκαλούν αποδυνάμωση, τρόμο, και αίσθημα ανημποριάς. Ο θύτης μπορεί να μην χρειάζεται καν την πρόκληση βίας ως εργαλείο χειρισμού της γυναίκας. Η απειλή θανάτου ή πρόκλησης τραυματισμού της γυναίκας ή των παιδιών της είναι αρκετά για να κρατήσουν το θύμα σε μία μόνιμη κατάσταση τρόμου. Οι απειλές είναι πολύ συχνότερες από την βία επί του πρακτέου. Σκεφτείτε να ζείτε, να περπατάτε, να ψωνίζετε, να συζητάτε, έχοντας έναν μόνιμο φόβο, που δεν μπορείτε να ξεχάσετε, πως κάτι θα συμβεί σε εσάς ή τα παιδιά σας.

Ο κακοποιητικός σύντροφος όμως δεν μεταδίδει στη γυναίκα μόνο τον φόβο του θανάτου ή της βίας, αλλά επιπλέον την κάνει να νιώθει ευγνωμοσύνη που της επέτρεψε να γλιτώσει τον θάνατο ή τη βία. Επιζώντες κακοποίησης έχουν δηλώσει πως πολλές φορές πίστευαν πως θα πεθάνουν (χωρίς καν να τους ασκηθεί βία, μόνο με την απειλή!) και πως τους χαρίστηκε η ζωή την τελευταία στιγμή. Μετά από πολλές επαναλήψεις αυτού του κύκλου (πίστεψα πως θα πέθαινα-μου χάρισε τη ζωή), το θύμα μπορεί να βιώσει το παράδοξο να βλέπει τον θύτη της ως τον σωτήρα της που της χάρισε την ευκαιρία να ζήσει.

Επιπρόσθετα της πρόκλησης φόβου, ο θύτης επιδιώκει να καταστρέψει την αυτονομία του θύματος. Αυτό επιτυγχάνεται με έλεγχο του τι φορά το θύμα («αυτή η φούστα είναι πρόστυχη μην την φορέσεις», «στρινγκ φοράνε μόνο οι πόρνες»), πότε θα μιλήσει («τώρα μιλάνε οι άντρες, πήγαινε στην κουζίνα σου»), και πως θα διαχειριστεί το σώμα της («τώρα είσαι μαζί μου δε χρειάζεται να βάφεσαι/φτιάχνεις τα μαλλιά σου/βάφεις τα νύχια σου/κάνεις αποτρίχωση στα γεννητικά όργανα», «σταμάτα να τρως αυτές τις αηδίες», «σταμάτα να πίνεις αλκοόλ, η γυναίκα που είναι σε σχέση με μένα δεν θα πίνει αλκοόλ»). Ακόμη κι αν οι βασικές σωματικές ανάγκες του θύματος (ένδυση, τροφή κλπ) ικανοποιούνται, αυτή η προσβολή της σωματικής της αυτονομίας την ντροπιάζει και σιγά-σιγά της καταστρέφει το ηθικό και την αυτοπεποίθηση.

Και φτάνουμε στην ντροπή. Η οποία, μαζί με την ενοχή, είναι κάτι που βιώνει έντονα το θύμα (αντί για τον θύτη). Διότι παρά τον ψυχολογικό τραυματισμό που υπόκειται, η γυναίκα νιώθει πως αυτό που της συμβαίνει αποτελεί παραβίαση της σωματικής και ψυχικής ακεραιότητάς της. Και νιώθει ντροπή και ενοχές διότι σκέφτεται πώς φέρει όλη την ευθύνη η ίδια γι’ αυτό που της συμβαίνει. Η γυναίκα όμως δεν μπορεί να κάνει μια δίκαιη, σωστή εκτίμηση της κατάστασής της μέχρι να φτάσει στο σημείο να καταλάβει πέραν πάσης αμφιβολίας πως καμία πράξη εκ μέρους της δεν απαλλάσσει τον σύντροφό της από την ευθύνη των κακοποιητικών πράξεών του.

Επομένως μπορούμε να καταλάβουμε πως όταν μιλάμε για μια γυναίκα η οποία βρίσκεται σε μια σχέση στην οποία υπάρχει λεκτική ή/και μη-λεκτική κακοποίηση, δεν μιλάμε για μια γυναίκα με ακέραιο ψυχισμό αλλά για μια γυναίκα της οποίας ο ψυχισμός έχει διαταραχθεί, που έχει υποστεί αργό και σταθερό ψυχολογικό τραυματισμό, αποδυνάμωση της προσωπικότητάς της και της αυτοπεποίθησής της, αποσύνδεσή της από υποστηρικτικό (φιλικό ή συγγενικό) περιβάλλον, η οποία ζει σε καθεστώς μόνιμου τρόμου, με φόβο για τη σωματική της ακεραιότητα και τη σωματική ακεραιότητα των παιδιών της, ακόμα κι αν δεν της ασκείται συχνά βία. Κοινώς, μιλάμε για μία γυναίκα παγιδευμένη.

Αυτή η κατάσταση «ομηρίας» εξαιτίας της κατακερματισμένης ψυχολογίας της γυναίκας εντείνεται λόγω των πρακτικών εμποδίων που την δυσκολεύουν ακόμα περισσότερο να ξεφύγει.

Ένας σημαντικός λόγος για τον οποίο πολλές γυναίκες δεν μπορούν να εγκαταλείψουν τον γάμο/σχέση τους είναι η έλλειψη οικονομικής ανεξαρτησίας. Είτε λόγω επαγγελματικής απειρίας είτε εξαιτίας πίεσης από τον σύντροφο, η γυναίκα δεν έχει δική της δουλειά και κατ’ επέκταση δικά της χρήματα. Αυτό την κάνει ευάλωτη καθώς η επιβίωσή της (και η επιβίωση των παιδιών της) εξαρτάται εξ’ ολοκλήρου από τον σύντροφο. Ακόμη κι αν έχει όμως δική της δουλειά είναι πολύ πιθανό πως ο σύντροφος έχει απόλυτη εξουσία και έλεγχο επί της διαχείρισης των οικονομικών (όπως και σε κάθε άλλο τομέα της ζωής της) καθιστώντας την εξαρτημένη από εκείνον.

Ακόμα κι αν σχηματιστεί η ιδέα της φυγής από το κακοποιητικό περιβάλλον, η αμέσως επόμενη σκέψη της γυναίκας είναι «Πού θα πάω;». Πολλές γυναίκες στερούνται ενός ασφαλούς μέρους στο οποίο μπορούν να πάνε μόνες ή με τα παιδιά τους. Δεν έχουν ένα πατρικό/μητρικό σπίτι στο οποίο να μπορούν να επιστρέψουν, κι ακόμη κι αν έχουν μπορεί να μην νιώθουν πως θα είναι ασφαλείς από τον κακοποιητικό σύντροφο σε αυτό το σπίτι. Ο τρόμος πως όπου κι αν πάνε ο σύντροφος θα τις βρει και θα τις βλάψει είναι βαθιά εμποτισμένος μέσα τους.

Φυσικά υπάρχουν πολλές γυναίκες οι οποίες καταφέρνουν και ξεφεύγουν από τις κακοποιητικές τους σχέσεις. Το να φτάσει όμως η γυναίκα να κάνει το βήμα να φύγει από την κακοποιητική σχέση είναι κάτι δύσκολο, και η προτροπή «απλά φύγε» ή «απλά εγκατέλειψέ τον» είναι πολύ δυσκολότερη απ’ όσο ακούγεται. Απαιτούνται πολλά «στάδια προετοιμασίας» (δημιουργία σταθερού υποστηρικτικού περιβάλλοντος-άνθρωποι που θα ακούσουν τη μαρτυρία της γυναίκας για την κακοποίησή της και θα την πιστέψουν, εύρεση ασφαλούς καταλύματος για την ίδια και τα παιδιά της, νομικά βήματα για εξασφάλιση της σωματικής της ακεραιότητας και των παιδιών της στο μέγιστο δυνατό βαθμό κ.α.) που μπορούν να συζητηθούν σε ένα άλλο άρθρο με λεπτομέρεια.

Για την ώρα ας αρκεστούμε στο ότι η πραγματικότητα μιας γυναίκας που ζει σε καθεστώς κακοποίησης είναι σκληρή και δύσκολη, και είναι κρίμα να την μειώνουμε με μια σκληρή, ανίδεη, κακοποιητική ερώτηση όπως «μα γιατί δε φεύγεις;».

in

Αξιολογήστε το άρθρο

112 points
Upvote Downvote