Φιρντάους: συζητήσαμε για το βιβλίο, με αφορμή το βιβλίο

Της Nawal El Saadawi

Τέταρτη online συνάντηση για το παρεάκι μας στη Λέσχη Ανάγνωσης Φεμινιστικής Λογοτεχνίας, με δύο βιβλία αυτή τη φορά ως αφορμή για συζήτηση: Φιρντάους (Nawal El Saadawi) και Διαθήκες (Margaret Atwood). Η κουβέντα μας ξεκίνησε με το Φιρντάους, το μικρό σε μέγεθος αλλά βαρύ σε ουσία έργο της της Αιγύπτιας ψυχιάτρου και φεμινίστριας Nawal El Saadawi, (πρόκειται για ένα από τα πλέον γνωστά της βιβλία) το οποίο, μέσα σε μόλις 141 σελίδες συμπυκνώνει την ασφυκτική ζωή μίας γυναίκας στην κλειστή πατριαρχική θεοκρατική κοινωνία της Αιγύπτου, όπου αντιμετωπίζεται σαν αντικείμενο και ακόμα κι όταν έχει την ψευδαίσθηση ότι είναι ελεύθερη, κερδίζει τελικά την ελευθερία της μόνο όταν αποφασίζει να πάψει να υπάρχει σ’ έναν τέτοιο κόσμο.

Το έργο θίγει – μεταξύ άλλων – θέματα όπως η κλειτοριδεκτομή, η εξερεύνηση της σεξουαλικότητας αλλά και το στοιχείο της ταυτότητας και του βλέμματος. Περιγράφει τη στιγμή που η ηρωίδα κοιτάζεται στον καθρέφτη για πρώτη φορά,  αλλά και τα μάτια που την ακολουθούν στο δρόμο, όπως και τα μάτια που δεν τη βλέπουν. Μάτια που συναντιούνται, αναγνωρίζουν, δίνουν ταυτότητα, υπόσταση, αγκαλιάζουν και «βλέπουν», και βλέμματα επίμονα, απειλητικά, εχθρικά, παραβιαστικά. Από τη μία η αγωνία της της Φιρντάους για «αναγνώριση» από άτομα αγαπημένα, από την άλλη βλέμματα παραβιαστικά και παρενοχλητικά, τόσο οικεία στις γυναίκες και σήμερα. Από τη μία να είναι αόρατη κινούμενη στο πλήθος με μώλωπες στο πρόσωπο, και από την άλλη ένα βλέμμα, κακό βλέμμα, τη στοχεύει. Είναι έντονη η περιγραφή της ανάγκης της ηρωίδας να τη “δει” κάποιος, η ανάγκη του “καθρέφτη”, της αντανάκλασης, της υπόστασης.

Οι περιγραφές αυτές των βλεμμάτων μοιάζουν να είναι συμβολισμός της αναζήτησης της ταυτότητάς μας σε πρώιμα στάδια της ζωής μας – και όχι μόνο, και η ανάγκη ενός παιδιού να το “δουν”, να το αναγνωρίσουν ως οντότητα. Με τον ίδιο ακριβώς τρόπο εκφράζεται και η συνεχής αγωνία της αναγνώρισης της υπόστασης μιας γυναίκας από την κοινωνία. Παρότι το έργο περιγράφει μια συντηρητική κοινωνία 40 χρόνια πριν από τη δική μας, σε μια άλλη χώρα, πολλά από τα θέματα που θίγονται, είναι, στην ουσία τους, ίδια με αυτά που αντιμετωπίζουμε στη δική μας κοινωνία και στη δική μας πραγματικότητα. Οι ομοιότητες που εντοπίζουμε ως προς την αντιμετώπιση των γυναικών, είναι αρκετές για να δημιουργήσουν την αίσθηση της ταύτισης με την ηρωίδα. Μπορεί η καθημερινότητα να έχει αλλάξει, αλλά οι βάσεις του μισογυνισμού και της πατριαρχίας παραμένουν ίδιες πίσω από τη σύγχρονη πραγματικότητα.

Μπορεί, για παράδειγμα, να μην συζητάμε πλέον για το εάν ένα κορίτσι θα τελειώσει το σχολείο ή αν θα σπουδάσει, αλλά πόσες από εμάς έχουν βρει ανυπέρβλητα εμπόδια στην ακαδημαϊκή ή επαγγελματική τους ζωή, εξαιτίας του φύλου τους και μόνο; Μπορεί να μη γίνονται κλειτοριδεκτομές στην έκταση που γινόταν στο παρελθόν (o Παγκόσμιος Οργανισμός Υγείας εκτιμά πως κλειτοριδεκτομή έχουν υποστή περίπου 200 εκατομμύρια γυναίκες εν ζωή, κυρίως σε χώρες της Αφρικής, της Μέσης Ανατολής και της Ασίας). Όμως πόσες ακόμη γυναίκες μεγαλώνουν σε καθεστώς αστυνόμευσης του σώματος και της σεξουαλικότητάς τους, πόσες καλύπτονται με ρούχα, πόσες ασφυκτιούν στον ρόλο του «καλού κοριτσιού», πόσες διστάζουν να διεκδικήσουν μία ικανοποιητική σεξουαλική ζωή;

Η συζήτησή μας περιστράφηκε γύρω από το θέμα της ελευθερίας και της επιλογήςꞏ πότε η γυναίκα αποτελεί αντικείμενο, πότε καταφέρνει να λειτουργήσει ως υποκείμενο. Αφορμή αποτέλεσε η παρατήρηση ότι η μοναδική φορά που η Φιρντάους κατάφερε να νιώσει πως δρα ως υποκείμενο ήταν όταν εργάστηκε ως πόρνη, αυτή είναι η μόνη στιγμή στη ζωή της που νιώθει ότι έχει έλεγχο του κορμιού της και της ζωής της, η στιγμή που συμβολικά σπάει ένα μεγάλο πατριαρχικό εμπόδιο: αυτό που απαγορεύει την αυτοδιάθεση των γυναικείων σωμάτων. Αντίθετα, όταν προσπάθησε να πορευτεί στο “συμβατικό” της ρόλο ως σύζυγος ενός κακοποιητικού πολύ μεγαλύτερού της άνδρα, τον οποίο δεν έχει επιλέξει η ίδια, αυτό βρέθηκε σε μία ακόμα συνθήκη εγκλωβισμού. Όπως είναι φανερό, η ελευθερία που βιώνει προσωρινά η Φιρντάους,  προκύπτει από την απόκτηση δικών της χρημάτων, θυμίζοντας μας όσα παρατηρεί χαρακτηριστικά η Virginia Woolf στο Ένα δικό της δωμάτιο.

Η Φιρντάους δεν έχει ποτέ έναν δικό της χώρο, κυριολεκτικά και μεταφορικά. Ένα αχυρένιο στρώμα στο πάτωμα ως παιδί, ένας ξύλινος καναπές στην τραπεζαρία του θείου της, ένα κρεβάτι μοιρασμένο με τον άντρα στον οποίο την πούλησαν, «σε ένα κρεβάτι σταυρωμένη» από την προαγωγό της, σε ένα κοινόβιο ως εργάτρια. Μία γυναίκα χωρίς υπόσταση, μία γυναίκα χωρίς δικό της ψυχικό και σωματικό χώρο, μία γυναίκα-αντικείμενο, να μεταφέρεται από το ένα σπίτι στο επόμενο. Επιπλέον, δεν είχε ποτέ δικά της χρήματα. Η στιγμή που η Φιρντάους πιάνει το πρώτο δικό της χαρτονόμισμα στα χέρια της, είναι από τις πιο αποκαλυπτικές στιγμές του βιβλίου.

Παρατηρούμε και μια ομοιότητα της ηρωίδας με τις εταίρες στην Αρχαία Αθήναꞏ κι εκείνες εξαγόραζαν με την επιλογή αυτού του επαγγέλματος μια καλύτερη ποιότητα ζωής. Η γυναίκα χρησιμοποιεί το σώμα της, το μοναδικό «αντικείμενο αξίας» που διαθέτει, για να εξαγοράσει την ελευθερία της. Το σεξ είναι ανταλλακτικό υλικό στην πατριαρχική κοινωνία και η γυναίκα χρησιμοποιώντας το (παραδόξως ως αντικείμενο) από αντικείμενο γίνεται υποκείμενο. Οι γυναίκες χρησιμοποιούν το σεξ για να κερδίσουν προνόμια, που ποικίλουν από ευτελή μέχρι σημαντικά, από δώρα μέχρι θέσεις εργασίας. Ωστόσο, ενώ για την επικρατούσα κοινωνική ηθική αυτές οι συναλλαγές επισύρουν κυρίως ψόγο (ακόμα και στη σημερινή κοινωνία, στις influencers για παράδειγμα δεν συγχωρείται το ότι κερδίζουν χωρίς διαμεσολαβητές), στην περίπτωση του πληρωμένου σεξ, η κοινή γνώμη είναι ηθικά αμείλικτη.  Παράλληλα, ενώ η γυναίκα στιγματίζεται κοινωνικά και περιθωριοποιείται, για τον άνδρα πελάτη δεν υπάρχει καμία συνέπεια. Πρόκειται άλλωστε για τον ένα από τους δύο βασικούς πυλώνες στους οποίους στηρίζεται η πατριαρχία: τη χρήση της γυναίκας για την αναπαραγωγή, και συγχρόνως την καταπίεση της γυναικείας σεξουαλικότητας.

Εκτός της «τιμωρίας» που επιβάλλει η κοινωνία για την απελευθέρωση της γυναικείας σεξουαλικότητας, οφείλουμε να λάβουμε υπόψιν, μιλώντας για τη Φιρντάους, και το ότι οι επιλογές των γυναικών σε πατριαρχικές κοινωνίες δεν ταυτίζονται  με την ελεύθερη βούλησή τους. Η Φιρντάους αισθάνθηκε ελεύθερη όταν απέκτησε αυτοδιάθεση του σώματός της, αλλά η επιλογή αυτή δεν ταυτίστηκε με ελεύθερη βούλησηꞏ και πάλι άντρας -ο προαγωγός- εμφανίστηκε για κέρδος. Ήταν ίσως η καλύτερη επιλογή από τις ελάχιστες που είχε στη διάθεσή της, καθώς της εξασφάλιζε, έστω, οικονομική ανεξαρτησία. Για αυτό, όταν την είχαν κατηγορήσει για την ηθική της, την αγόρασε με δικά της λεφτά. Η επιλογή της όμως αυτή τής αυτοδιάθεσης συνεπάγεται τεράστιο ψυχικό κόστος, άρα δεν αποτελεί τελικά για αυτήν τρόπο διαφυγής από το αδιέξοδο. Όταν η Φιρντάους συνειδητοποιεί πόσοι άντρες πλουτίζουν από αυτήν, ο προαγωγός-εκβιαστής της, αστυνομικοί, γιατροί, δικηγόροι, δημοσιογράφοι και δικαστές (που τελικά την υποβιβάζουν και πάλι σε αντικείμενο, βλέποντας την αποκλειστικά ως μέσο παραγωγής χρημάτων), συνειδητοποιεί ότι ούτε τώρα είναι ελεύθερη. Συνειδητοποιεί πως ό,τι κι αν κάνει μια γυναίκα, το παιχνίδι είναι στημένο για να χάσει.

Στο δίτομο εικονογράφημα του με τίτλο “Μaus” o Art Spiegelman αφηγείται την ιστορία του πατέρα του, επιζώντα του Ολοκαυτώματος και συγκεκριμένα του στρατοπέδου εξόντωσης του Άουσβιτς. Μέσα από το εικονογράφημα, δίνεται ξεκάθαρη απάντηση στην αφελή, στερεοτυπική ερώτηση “γιατί οι Εβραίοι δεν αντέδρασαν εγκαίρως; γιατί δεν προσπάθησαν να ξεφύγουν;” Οι περισσότερες από τις “επιλογές” που είχαν στη “διάθεσή” τους για να αποφύγουν τα στρατόπεδα συγκέντρωσης, οδηγούσαν σε αδιέξοδο και τελικά στα στρατόπεδα συγκέντρωσης. Όπως και στη ναζιστική Γερμανία η συστημική καταπίεση, έτσι και η κατάσταση της συστημικής καταπίεσης από την οποία υποφέρουν οι γυναίκες, δεν αφήνει καμία διέξοδο στα θύματα. Όλες οι επιλογές οδηγούν σε αδιέξοδο. Μοιάζει σαν όλοι οι άντρες που πέρασαν από τη ζωή της Φιρντάους να είχαν σκοπό με κάποιο τρόπο να την εξοντώσουν, να την εκμηδενίσουν – ο σκοπός του συστήματος είναι η υποταγή της γυναίκας. Η μόνη ελευθερία που της απέμεινε ήταν η αυτοδιάθεση του ατόμου της. Σε έναν πολύ δυνατό συμβολισμό, η μόνη επιλογή της για να κερδίσει την ελευθερία είναι ο θάνατος: «Δούλα ως παιδί, δούλα ως σύζυγος, δούλα ως υπάλληλος, δούλα ως πόρνη, ελεύθερη μονάχα ως δολοφόνος».

Είναι αξιοσημείωτο το ότι, συζητώντας για το Φιρντάους, ενώ θα περίμενε κανείς να ασχοληθούμε με την τραγικότητα της γυναικείας καταπίεσης σε μια ισλαμική χώρα, αυτό που κυριαρχεί είναι, όπως αναφέρθηκε παραπάνω, η ταύτιση που νιώθουμε με την ηρωίδα. Η συστημική καταπίεση στην ουσία της είναι ίδια. Η ένταση της καταπίεσης αλλάζει, η βάση των προβλημάτων και τα καταπιεστικά σχήματα είναι ακριβώς τα ίδια: το τέρας φέρει το ίδιο γενετικό υλικό, είτε το συναντάς στη Νέα Υόρκη, είτε στο Κάιρο, είτε στις Ράχες, είτε στο Δελχί. Αυτό που αλλάζει ανάλογα με τις διεκδικήσεις και τις νίκες του φεμινισμού και τη γενικότερη ευημερία και πρόοδο των εκάστοτε κοινωνιών είναι η ένταση και η έκταση των αδικιών: το μέγεθος και το πρόσωπο του τέρατος, καθώς και ο βαθμός στον οποίο το τέρας γίνεται αντιληπτό ως τέτοιο και όχι ως προϋπόθεση για “αρμονική” συμβίωση, αναγκαιότητα ή κανονικότητα.  Το γεγονός ότι στο “δυτικό κόσμο” το τέρας έχει μάθει να κρύβεται και να επικαλείται την (φαινομενική) ισονομία, αποφεύγοντας να μιλήσει για  πραγματική ισότητα και δικαιοσύνη είναι επικίνδυνο: τα εμπόδια στο δρόμο μιας γυναίκας, που δεν τίθενται (τόσο) από το νόμο, αλλά από τις συστημικές και  κοινωνικές αντιλήψεις δεν είναι πάντα διακριτά και ξεκάθαρα, δεν είναι πάντα σε όλους σαφές ενάντια σε ποια αδικία παλεύεις.  Η μη συμμόρφωση με τις επιταγές του συστήματος – της πατριαρχίας – έχει παντού στον κόσμο σοβαρές συνέπειες.

Το ποιος μπορεί να αντέξει – και για πόσο – αυτή την καταπίεση, και ποιος έχει τη δύναμη να αντισταθεί και να υποστεί τις συνέπειες, είναι ακόμη ένα ακόμη θέμα που προκύπτει. Το περιβάλλον στο μεγαλώνουμε μας μαθαίνει πώς να ζούμε μέσα στην κοινωνία, όμως είναι η ιδιοσυγκρασία του καθενός, οι «εργοστασιακές ρυθμίσεις» μας, που μας κάνουν περισσότερο ή λιγότερο ευαίσθητους. Γι’ αυτό και δεν αντέχουμε όλοι τον ίδιο βαθμό πίεσης, και τότε εμφανίζονται οι διαφορές: κάποιοι συνεχίζουν καλά, κάποιοι μέτρια και κάποιοι διαλύονται. Η Φιρντάους, παρακινημένη από την ευαισθησία της, την οξυδέρκειά της και την τάση της για ανυπακοή προσπάθησε να σπάσει το καλούπι της πατριαρχίας. Γιατί το πατριαρχικό σύστημα είναι ένα καλούπιꞏ άλλοι προσπαθούν να χωρέσουν σε αυτό και άλλοι αγωνίζονται να το σπάσουν. Πάντως, με τον έναν ή τον άλλο τρόπο, οι γυναίκες είναι σε δυσμενή θέση: χωρίς επιλογές που να προκύπτουν από ελεύθερη βούληση, ή διαφορετικά, αντιμέτωπες με σοβαρότατες επιπλοκές, όπως  καταστάσεις που θέτουν σε κίνδυνο την επιβίωσή τους, ή την προστασία των παιδιών τους.

Παρατηρούμε ότι ακόμα κι όταν οι γυναίκες καταφέρνουν να υπερνικήσουν πολλά από αυτά τα εμπόδια και να φτάσουν σε – μέχρι πρότινος απαγορευμένες – κοινωνικές, πολιτικές, επαγγελματικές θέσεις, αυτό συμβαίνει γιατί το σύστημα για κάποιο λόγο το επέτρεψε, γιατί το σύστημα με κάποιο τρόπο εξυπηρετείται από αυτή τη συνθήκη. Κι ας μην ξεχνάμε ότι ακόμα και σε τέτοιου είδους περιπτώσεις, είναι απίθανο να μην είναι η γυναίκα και πάλι επιφορτισμένη, αυτονόητα, με το βάρος της οικιακής εργασίας. Πρόκειται για έναν άτυπο κοινωνικό νόμο, που δεν επηρεάζεται από την – φαινομενική πολλές φορές – απελευθέρωση της γυναίκας από τον εγκλεισμό στο σπίτι. Η απλήρωτη γυναικεία εργασία μέσα σε αυτό, είναι ένα από τα μεγαλύτερα οφέλη που αποκομίζει το πατριαρχικό σύστημα από τη γυναικεία καταπίεση, και αυτό είναι μια πραγματικότητα που οι περισσότερες από εμάς μπορούμε από προσωπικές εμπειρίες να επιβεβαιώσουμε. Μπορεί στην ελληνική κοινωνία να μην αντιμετωπίζουμε τα προβλήματα που αντιμετώπισε η Φιρντάους στην ίδια ένταση και μορφή, αλλά πίσω από την καταπίεση των γυναικών είναι εμφανές ότι πάντα κρύβονται οι ίδιοι πατριαρχικοί μηχανισμοί.

(Για την ανταπόκριση: Lioness, Little Wolf -κατά κόσμον γνωστή και ως Λυκάκι- Εύα και Between Worlds).

in , ,

Αξιολογήστε το άρθρο

31 points
Upvote Downvote