‘Ενα δικό της δωμάτιο: Συζητήσαμε για το βιβλίο, με αφορμή το βιβλιο

Το Σάββατο 2/5/2020 στις 18:00 η Λέσχη Ανάγνωσης Φεμινιστικής/ Γυναικείας Λογοτεχνίας συναντήθηκε διαδικτυακά στο γνωστό πλέον  discord. Η αφορμή ήταν το βιβλίο “Ένα δικό της δωμάτιο” της Virginia Woolf – οπότε spoiler alert: μη διαβάσετε παρακάτω αν δεν έχετε ακόμη διαβάσει το βιβλίο. Παρόλο που πρόκειται για ιδοκίμιο, διαβάζεται απνευστί. Ίσως κάλυψε και τη δική μας ανάγκη να διαβάσουμε ένα κείμενο που να μοιράζεται τη δική μας οπτική γωνία.

Η συζήτησή μας ξεκίνησε από το προφανές: πόσο εύστοχα η Woolf αναδεικνύει πως για να γράψει μία γυναίκα λογοτεχνία, πρέπει να έχει διασφαλίσει πρώτα τα προς το ζειν, να έχει “ένα δικό της δωμάτιο”. Αναφέραμε πως πολλές γυναίκες συγγραφείς ήταν (και είναι;) αναγκασμένες να γράφουν στην κουζίνα του σπιτιού τους, έχοντας την ευθύνη και για τις υπόλοιπες δουλειές του σπιτιού. Το αποτέλεσμα ήταν να μην έχουν τη δυνατότητα να συγκεντρωθούν. Αναφερθήκαμε στο αντιπαράδειγμα του Καραγάτση, ο οποίος όχι μόνο είχε γραφείο, αλλά απαιτούσε και απόλυτη ησυχία από όλους στο σπίτι, όταν έγραφε, όπως το γράφει στο αυτοβιογραφικό πεζογράφημά της, η κόρη του, Μαρίνα Καραγάτση. Η σύζυγος του Καραγάτση, Νίκη Καρυστινάκη, ζωγράφος, όχι απλά δεν είχε την ίδια πολυτέλεια, αλλά ήταν υπεύθυνη για το σπίτι και την ανατροφή της Μαρίνας.

Έτσι, ήταν πιο εύκολο για τις γυναίκες (όταν έγραφαν) να γράψουν μυθιστορήματα και όχι ποίηση, ή όπως το θέτει η Woolf: “Αρκεί να σκεφτούμε όλα εκείνα τα παιδιά της ελισαβετιανής εποχής που γονάτιζαν μπροστά σε ταφόπλακες με τα χέρια τους σφιγμένα και τους πρόωρους θανάτους των γυναικών και να δούμε τα σπίτια τους με τα σκοτεινά, στενόχωρα δωμάτια, για να συνειδητοποιήσουμε ότι καμία γυναίκα δεν θα μπορούσε να έχει γράψει ποίηση τότε”. H μεταφράστρια του βιβλίου στα Ελληνικά, Βάσια Τζανακάρη στον πρόλογο της αναφέρει: “Θα ήθελα να μπορώ να υποστηρίξω ότι εν έτει 2019 το Ένα δικό της δωμάτιο δεν είναι πλέον επίκαιρο. Ότι πρόκειται για ένα παρωχημένο κείμενο που αφορά μια εποχή όπου οι γυναίκες πάσχιζαν για τα στοιχειώδη ατομικά δικαιώματα, η οποία καμία σχέση δεν έχει με τη σημερινη. […] Ωστόσο, ανάμεσα σε όλα, αισθάνθηκα προς έκπληξή μου και πικρία. Όσα διεκδικεί η Woolf, τα χρήματα, ο χώρος (κυριολεκτικός και μεταφορικός), η δύναμη να συλλογιζόμαστε, είναι ζητήματα που μας απασχολούν σε σημαντικό βαθμό και ας μας χωρίζει σχεδόν ένας αιώνας από την εποχή που γράφτηκε το κείμενο”.

Με το συμπέρασμα της Τζανακάρη συμφωνήσαμε και εμείς στη συζήτησή μας. Αναφέρθηκε πως ακόμη και σήμερα το βάρος της ανατροφής των παιδιών θεωρείται ευθύνη των γυναικών και πως μπορεί οι αντιπερισπασμοί στο έργο των γυναικών να είναι στις μέρες μας διαφορετικοί, αλλά υπάρχουν ακόμη. Για παράδειγμα, πολλές φορές αναγκάζονται να αρνηθουν διευθυντικές θέσεις, ή θέσεις ευθύνης, όταν μετά από συζήτηση με τους άντρες τους είναι ξεκάθαρο ότι οι δεύτεροι δεν είναι διατεθειμένοι να αναλάβουν τις ευθύνες τους στο σπίτι και άρα τα εξαρτημένα μέλη θα μείνουν μετέωρα. Οπότε εκεί ουσιαστικά δεν υπάρχει επιλογή. Ιδιαίτερα στην εποχή του κορωνοϊού, έρευνα δείχνει πως οι γυναίκες πλήττονται παραπάνω οικονομικά απ’ ό,τι οι άνδρες, αφού κατά τη διάρκεια του lockdown είναι κυρίως υπεύθυνες για τα παιδιά που παραμένουν σπίτι και άρα περιορίζουν αναγκαστικά τις (αμοιβόμενες) “εκτός σπιτιού” δουλειές.

Μιλήσαμε για τη δική μας θλίψη που το βιβλίο παραμένει επίκαιρο, αλλά και για την ελπίδα που εμπνέουν τα βήματα προς τα εμπρός που διαπιστώνουμε, καθώς και για το συναίσθημα ενδυνάμωσης και ενθάρρυνσης που αποπνέει το βιβλίο. Ειδικά στον τομέα της λογοτεχνίας, με τον οποίο καταπιάνεται η Woolf οι γυναίκες συγγραφείς έχουν κάνει άλματα κατά τη διάρκεια του τελευταίου αιώνα, έχουν συγγράψει αριστουργήματα και έχουν ξεχωρίσει με πολλαπλές διακρίσεις (βραβεία Nobel, Booker κτλ) ανάμεσα στους άνδρες συναδέλφους τους. Η Woolf θα μπορούσε να είναι περήφανη για τις εγγονές και τις δισέγγονές της.

Δεν γίνεται όμως να μην επισημάνουμε τη δυσκολία που αντιμετωπίζουν για να διακριθούν, τον επιπλέον κόπο που απαιτείται από εκείνες σε σχέση με τους άντρες συγγραφείς. Όπως αναφέρθηκε, συχνά οι γυναίκες δεν καταφέρνουν καν να έχουν το θάρρος της γνώμης τους, αφού αυτή είτε υποτιμάται από το ανδρικό φύλο, είτε δε λαμβάνεται καν υπόψη, είτε υπόκειται σε mansplaining (για παράδειγμα σε συζητήσεις για πολιτικά ζητήματα). Αναφερθήκαμε, στο γεγονός, ότι έχουμε παρατηρήσει ότι οι γυναίκες που εκφράζουν την άποψή τους (ειδικότερα) σε μεικτές παρέες, είναι αυτές που είναι πολύ καλά διαβασμένες και συνεπώς πολύ σίγουρες για αυτό που λένε, γιατί έχουν επιχειρήματα για να αντικρούσουν όλες τις ενστάσεις στα λόγια τους. Αντίθετα, στην ίδια παρέα άνδρες που ασχολούνται εμφανώς λιγότερο μπορεί να εκφράσουν μη τεκμηριωμένες, ίσως και κάπως ανυπόστατες απόψεις και αυτό να περάσει απαρατήρητο.

Το να γράψεις λογοτεχνία, απαιτεί πέρα από το να μην αποκλείεσαι από σημαντικές ανθρώπινες εμπειρίες (όπως δείχνει η Woolf), να έχεις το θάρρος της γνώμης σου, να μη φοβάσαι να γίνεις δυσάρεστη (όπως μαθαίνουμε στο αμπα;), να ορίζεις εσύ η ίδια την ιστορία σου και την αφήγησή της. Να έχεις φωνή. Και αν στις ημέρες μας έχεις φωνή, δυστυχώς ακόμη δεν έχεις την ίδια εύκολη πρόσβαση στο μικρόφωνο που έχουν οι άνδρες συνάδελφοί σου. Και ακόμη και όταν έχεις πρόσβαση στο μικρόφωνο, πρέπει να διαπραγματευτείς μαζί τους για την έντασή του ήχου. H Woolf αναφέρει όλες εκείνες τις σύγχρονές της συγγραφείς, που είναι βέβαιη πως έγραψαν ανώνυμα, είτε με ανδρικό ψευδώνυμο, προκειμένου να τις πάρουν στα σοβαρά. Αναρωτιέμαι πόσες σύγχρονές μας, αξιόλογες συγγραφείς θα απολάμβαναν (ή απολαμβάνουν;) μεγαλύτερης εκτίμησης αν έγραφαν (/γράφουν;) όπως τότε με ανδρικό ψευδώνυμο; Πόσο θα διευκολυνόνταν άραγε η συγγραφική τους διαδρομή;

Ή αν δεν υπήρχε όλη αυτή η πίεση πάνω τους, όπως είδαμε στη συζήτησή μας με το παράδειγμα της stand-up κωμικού Michelle Wolf, η οποία είχε πει σε ένα show ότι κάθε φορά που μια γυναίκα αναλαμβάνει κάτι για πρώτη φορά στην ιστορία, πρέπει να είναι πάρα πολύ προσεκτική γιατί αν κάτι πάει λάθος “δεν θα μας αφήσουν να το ξανακάνουμε”. Επίσης, αναφέρθηκε και η Luisa Omielan, η οποία αν ήταν άντρας θα ήταν πασίγωνστη, γιατί δεν υπολείπεται ικανοτήτων των αντίστοιχων ανδρών κωμικών (για να πάρετε μια γεύση). Στις γυναίκες, ειδικά σε αυτές που έχουν πρόσβαση στο μικρόφωνο, δε συγχωρούνται τα λάθη. Ούτε συγχωρείται να αρθρώνουν λόγο εκτός των καλουπιών: η Michelle Wolf, γενικά είναι αρκετά χύμα σε αυτά που λέει και έχει πει ότι την έχουν κατηγορήσει ότι είναι “vulgar” και ότι δεν είναι ωραίο μια γυναίκα να μιλάει έτσι (να βγαίνει από τα όρια της ευγένειας, της κοσμιότητας κλπ). Άραγε θα αναγνωρίζονταν συγγραφικά μία γυναίκα που θα έγραφε όπως ο Bukowski, ή θα καλούνταν και εκείνη όπως η Michelle να απολογηθεί; Και “προβλέπεται” οι γυναίκες να έχουν χιούμορ; Να είναι λαμπρές κωμικοί, ξεφεύγοντας από τα “εύκολα” στερεοτυπικά ανέκδοτα, που πολλές φορές χαρακτηρίζουν τους άνδρες κωμικούς;

Η Virginia Woolf δίνει σημασία στο να έχουμε το δικό μας χώρο, το δικό μας χρόνο, να ζήσουμε “μια έντονη ζωή”, να συλλογιζόμαστε “το μέλλον ή το παρελθόν του κόσμου”, να “δραπετεύσουμε λίγο από το κοινόχρηστο καθιστικό”. Και πράγματι, πολλές από εμάς έχουμε δραπετεύσει από το κοινόχρηστο καθιστικό. Όμως, όπως αναφέραμε στη συζήτησή μας, με αφορμή ομιλίες της COO του Facebook, Sheryl Sandberg, ακόμη δυσκολευόμαστε στους επαγγελματικούς χώρους να καθίσουμε στο τραπέζι. H Sandberg μάς προτρέπει να “καθίσουμε στο τραπέζι”: “Μόλις πριν δυο εβδομάδες στο Facebook, υποδεχτήκαμε έναν ανώτατο κυβερνητικό αξιωματούχο και ήρθε για να συναντηθεί με ανώτερα διευθυντικά στελέχη από όλο το Silicon Valley. Και όλοι κάθισαν στο τραπέζι. Και είχε αυτές τις δύο γυναίκες που ταξίδευαν μαζί του που είχαν αρκετά υψηλή θέση στο τμήμα του. Και τους είπα, «Καθίστε στο τραπέζι. Ελάτε, καθίστε στο τραπέζι». Και , παρόλο που είχαν υψηλότερες θέσεις από τους άλλους άνδρες συναδέλφους τους, κάθισαν στην άκρη της αίθουσας”.

H Sandberg εξηγεί πως, σύμφωνα με έρευνες, οι γυναίκες “συστηματικά υποτιμούν τις ικανότητές τους”. Δεν πιστεύουν πως η επιτυχία τους τους αξίζει, την αποδίδουν σε τύχη, ή σε βοήθεια από άλλους ή σε πολύ σκληρή δουλειά, ενώ αντίστοιχα οι άντρες σε υψηλές θέσεις, πιστεύουν απλά πως είναι υπέροχοι. Αφηγείται πως όταν ήταν στο κολέγιο το τελευταίο έτος, πήρε, μαζί με τη συγκατοικό της Κάρι, “λαμπρή φοιτήτρια λογοτεχνίας” και τον αδελφό της, ένα μάθημα που λεγόταν Ιστορία της Ευρωπαϊκής Διανόησης. Η Κάρι και η Sandberg παρακολούθησαν τις διαλέξεις και μελέτησαν όλα τα βιβλία με επιμέλεια, ο αδερφός της Sandberg ” ήταν κάπως απασχολημένος, οπότε διάβασε ένα από τα 12 βιβλία και πήγε σε κάνα δύο διαλέξεις. Κάνα δυο μέρες πριν τις εξετάσεις εισέβαλε στο δωμάτιό μας για φροντιστήριο”.  Όταν τελείωσαν την εξέταση του μαθήματος η Sandberg και η συγκάτοικός της συζητούσαν για τα λάθη που είχαν κάνει. Ο αδερφός της Sandberg “όλο καμάρι για τον εαυτό του (παρόλο που είχε ασχοληθεί εμφανώς λιγότερο), είπε: «Πήρα τον μεγαλύτερο βαθμό στην τάξη”.

Η Woolf στο βιβλίο, εφευρίσκει την αδελφή του Shakespeare, η οποία μοιράζεται το συγγραφικό του ταλέντο του αδερφού της, έχει όμως διαφορετικές ευκαιρίες και διαφορετικό προορισμό από τον αδερφό της, με αποτέλεσμα να μην καταφέρει να γράψει. Στη συζήτησή μας αναρωτηθήκαμε αν οι σύγχρονες “αδερφές” του Shakespeare, που κατορθώνουν τελικά να γράψουν, θα είχαν γράψει ακόμη καλύτερα ή διαφορετικά, αν δεν δεσμεύονταν από τους σύγχρονους  αντιπερισπασμούς και περιορισμούς.

Και άραγε, μήπως αυτό που αποκαλούμε “γυναικεία λογοτεχνία” (μία κουβέντα που ανοίγει από μόνη της τους ασκούς του Αιόλου), θα είχε καθιερωθεί στη συνείδηση του αναγνωστικού κοινού, ως λογοτεχνία “υψηλού επιπέδου”, αν δεν προβάλλονταν κυρίως, μυθιστορήματα από συγγραφείς όπως η Μαντά (είχε την τιμητική της στη συζήτησή μας) ή η Δημουλίδου, τα οποία αναπαράγουν στερεότυπα (τον κυρίαρχο αντρικό λόγο;) σε σχέση με το πως βιώνουν οι γυναίκες τον κόσμο και το πως σχετίζονται με το ανδρικό φύλο. Σκέφτομαι όμως, πως ακόμη και έτσι, ίσως είναι σημαντικό που η  Μαντά και η Δημουλίδου έχουν πρόσβαση στο μικρόφωνο. Από την άλλη, θυμάμαι πως όταν ανέφερα σε μία φιλόλογο φίλη, της οποίας τα αναγνωστικά κριτήρια σέβομαι και εκτιμώ, τη λέσχη μας, με ρώτησε “γιατί γυναικεία λογοτεχνία; δεν είναι περιοριστικό αυτό;” (δεν αναφερόταν στον περιορισμό του αριθμού των συγγραφέων, αλλά στον περιορισμό της θεματολογίας).

Και αφού με την ερώτηση της φίλης, φτάσαμε στο θέμα του κάζουαλ (και όχι και τόσο κάζουαλ) σεξισμού, να καταγράψω πως συζητήσαμε για αρκετούς από αυτούς στη συνάντησή μας (πέρα από όσους αναφέρθηκαν ήδη) ο πιο ανεκτίμητος όμως ήταν αυτός του Γιωσαφάτ. Ο πολυαγαπημένος στο κοινό του Α,μπά (#not) Ματθαίος Γιωσαφάτ εξηγεί τη διαφορά μεταξύ των επιδόσεων των ανδρών και των γυναικών σε καλλιτεχνικά επαγγέλματα στη βάση της μητρότητας: επειδή οι γυναίκες μέσα από τη μητρότητα δημιουργούν έναν άνθρωπο, καλύπτεται η ανάγκη τους για δημιουργικότητα και δεν επιδιώκουν όσο οι άντρες την ενασχόλησή τους με καλλιτεχνικά επαγγέλματα.

Σε αυτό το σημείο τέθηκε και ο προβληματισμός αν επιστημονικά αποδεικνύεται όντως πως τέτοιου τύπου έμφυλες διαφορές είναι βιολογικές και όχι κοινωνικές και αναφερθήκαμε στα συστηματικά σφάλματα (bias) που συχνά διέπουν σχετικές έρευνες, αναρωτηθήκαμε πως παραβλέπεται στη συγκεκριμένη άποψη του Γιωσαφάτ εντελώς το γεγονός πως οι γυναίκες δεν δημιουργούν έναν άνθρωπο μόνες τους, αλλά μαζί με τους άνδρες (δεν καλύπτεται η δική τους ανάγκη για δημιουργικότητα μέσω του γονεϊκού τους ρόλου;  ή μήπως αναλαμβάνουν περισσότερες υποχρεώσεις ως γονείς, από όσες τις αναλογούν με αποτέλεσμα την ελάχιστη έως μηδαμινή διάθεση χρόνου για άλλες δραστηριότητες;) Σχολιάσαμε πως η συγκεκριμένη θεωρία δεν υποστηρίζεται από έρευνες και πως αυτή είναι άλλη μία από τις πολλές σεξιστικές απόψεις, που έχει εκφράσει ο Γιωσαφάτ. Παρ’όλ’αυτά τα τελευταία χρόνια και εκείνος (ίσως σαν αποτέλεσμα του κλίματος που έχει αρχίσει και αλλάζει και της γενικής κατακραυγής), έχει αμβλύνει το λόγο του και μιλάει για παράδειγμα για φροντιστές αντί να διαχωρίζει τους γονεϊκούς ρόλους.

Και αν ο λόγος του Γιωσαφάτ ακούγεται το 2020 παρωχημένος, στον αντίποδα οι διαλέξεις της Virginia Woolf πάνω στις οποίες βασίστηκε το βιβλίο, ήταν, στην εποχή που εκφωνήθηκαν, δηλαδή τον Οκτώβριο του 1928 πρωτοποριακές. Όπως αναφέρθηκε στη συνάντησή μας, κάποιες δεκαετίες νωρίτερα, το 1879, ο Henrik Ibsen, είχε αναγκαστεί να γράψει ένα εναλλακτικό τέλος για “Το Κουκλόσπιτο” (spoiler-alert και για το συγκεκριμένο έργο!), προκειμένου να παιχτεί το έργο στη Γερμανία. Το πρωτότυπο τέλος του θεατρικού έργου επιτρέπει στην πρωταγωνίστρια Νόρα να προτεραιοποιήσει τις δικές της ανάγκες και να εγκαταλείψει τον γάμο, στον οποίο χάνει τον εαυτό της. Πολύ πρωτοποριακό για την εποχή του. Θεωρήθηκε πως στο γερμανόφωνο (πιο συντηρητικό;) κοινό δεν θα ήταν αποδεκτό το τέλος αυτό και ο Ιbsen υποχρεώθηκε να το αλλάξει  για το γερμανικό κοινό. Το εναλλακτικό αυτό τέλος, στο οποίο υπονοείται πως η Νόρα μένει, αποκηρύχθηκε στη συνέχεια από τον ίδιο τον Ibsen.

Στο “ένα δικό της δωμάτιο” η Woolf, πέντε δεκαετίες μετά την αναγκαστική παραμονή της Νόρας μας σε μία αδιέξοδη κατάσταση (τουλάχιστον επί γερμανικού εδάφους), μας ενθαρρύνει με το κείμενο της να φεύγουμε από τις δικές μας αδιέξοδες καταστάσεις, να διεκδικούμε περισσότερα: “Διότι πιστεύω ότι αν ζήσουμε άλλον έναν αιώνα -μιλάω για τη συλλογική ζωή, που είναι η αληθινή ζωή, και όχι για τις μικρές ζωές που ζούμε ατομικά- και έχουμε πεντακόσιες λίρες το χρόνο και ένα δωμάτιο δικό μας η καθεμιά· αν συνηθίσουμε να έχουμε την ελευθερία και το θάρρος να γράφουμε ακριβώς αυτό που σκεφτόμαστε· αν δραπετεύσουμε λίγο από το κοινόχρηστο καθιστικό και βλέπουμε τους ανθρώπους όχι πάντα στο πλαίσιο της σχέσης του ενός με τον άλλον, αλλά σε σχέση με την πραγματικότητα· καθώς και τα δέντρα και τον ουρανό ή οτιδήποτε όπως είναι στην πραγματικότητα· […] αν αντιμετωπίσουμε το γεγονός, γιατί είναι γεγονός, ότι δεν υπάρχει μπράτσο να πιαστούμε, αλλά ότι προχωράμε μόνες και ότι η σχέση μας είναι με τον κόσμο της πραγματικότητας κι όχι με τον κόσμο των ανδρών και των γυναικών, τότε θα υπάρξει η ευκαιρία και η νεκρή ποιήτρια που ήταν η αδελφη του Σαίξπηρ θα ανακτήσει το σώμα που τόσες φορές θυσίασε”.

Και αν δεχτούμε ότι η νεκρή ποιήτρια έχει ήδη ανακτήσει το σώμα της, ίσως σε έναν ακόμη αιώνα, να μην χρειάζεται πια να παλεύει για την ένταση του μικροφώνου, η αδερφή της να κάθεται αυθόρμητα στο τραπέζι των διευθυντικών στελεχών, ανάμεσα σε ομοφυλές της, να έχει το δικαίωμα να είναι αστεία και αγενής, και ίσως κάποτε να διαβάζουν οι απόγονές μας το βιβλίο, σαν ανάγνωσμα από μια παλαιότερη εποχή που πέρασε ανεπιστρεπτί και να τους φαίνεται παρωχημένο.

Αυτά συζητήθηκαν ένα ανοιξιάτικο απόγευμα του Σαββάτου με μέλη που έδωσαν το διαδικτυακό παρόν από διάφορες γωνιές της Ελλάδας εν μέσω καραντίνας, και δώσαμε επόμενο ραντεβού στις 13/06/2020 στις 18.00. Θα συζητήσουμε την Ιστορία της θεραπαινίδας, ή The Handmaid’s Tale (αν προτιμάτε το πρωτότυπο) της Margaret Atwood.  Κανονίστε τα προγράμματά σας και σας περιμένουμε στο discord.

in

Αξιολογήστε το άρθρο

49 points
Upvote Downvote

4
ΣΧΟΛΙΑΣΤΕ

Παρακαλούμε Συνδεθείτε για να σχολιάσετε
2 Θέματα σχολίων
2 Απαντήσεις θεμάτων
1 Ακόλουθοι
 
Με τις περισσότερες αντιδράσεις
Δημοφιλέστερο θέμα σχολίου
2 Συντάκτες σχολίων
cyoraΕύα Πρόσφατοι συντάκτες σχολίων
  Εγγραφείτε  
νεότερα παλαιότερα δημοφιλέστερα
Ειδοποίηση για
cyora
Μέλος
Χρόνια συμμετοχής
Δημιουργός Κειμένων
Εθισμένος στα Lenoji
Up/Down Voter
Συνεργάτης

Πολύ ωραίο βιβλίο και πολύ ωραίο κείμενο! Μπράβο! Εμένα μου είχε κάνει εντύπωση, επίσης, πόσο αποπροσανατολιστικο είναι για εναν συγγραφέα και κατ’επεκταση για οποιονδήποτε άνθρωπο το να αισθάνεσαι θυμό και απογοητευση και πως αυτό έβγαινε στο έργο της Μπροντε. Και το σχόλιο την ψυχική διάθεση του καλλιτέχνη και το πως τα αρνητικά, υποτιμητικά σχόλια για το γυναικείο φύλο αποθαρρύνουν και χαλουν αυτην την απαραίτητη για την δημιουργία ψυχική διάθεση.