Οι μέρες που ακολουθούν την είδηση μιας γυναικοκτονίας παίζουν πάντα στο ίδιο μοτίβο. Σύμφωνα με τους παχείς bold τίτλους, η κοινωνία συγκλονίζεται, οι γείτονες είναι ανυποψίαστοι και σε κανάλια, σάιτ, εκπομπές, ρεπορτάζ «ειδικοί» διαφόρων ειδικοτήτων παρουσιάζουν και χαρτογραφούν γύρω από τον θύτη μια προσωπικότητα σπάνια, σατανική, ασυνήθιστη. Ένας διαβολικός εγκληματίας. Ένας αριστοτελικός θηριώδης. Κάθε, μα κάθε φορά, το αφήγημα για τον γυναικοκτόνο είναι το ίδιο ή παρόμοιο.
Λες κι έχει κάνει η κοινωνία μια βουβή συμφωνία να αντιδρά αντανακλαστικά σε τέτοιες περιπτώσεις, στρέφοντας την απόδοση της ευθύνης του κακού σε κάτι ξένο, μακρινό κι όχι εσωτερικό, καταδικό της απόστημα που την τρώει από μέσα. Σαν ένα είδος αρρωστημένης αυτοάμυνας που της επιτρέπει να αυτοξεγελαστεί, να μην έρθει αντιμέτωπη με το είδωλο που πρέπει να κάνει θρύψαλα.
Λες και οι γυναικοκτόνοι δεν είναι άνδρες από αυτούς που συναντάς καθημερινά, άνδρες που συνομιλείς, που συνεργάζεσαι, που έχεις συγγενείς, που μπορεί να θαυμάζεις για το κοινωνικό τους πρόσωπο αγνοώντας τι κρύβουν στην πραγματικότητα, να φλερτάρεις, να παντρεύεσαι. Γιοί, αδερφοί, φίλοι, συνάδελφοι, σύντροφοι, πατεράδες.
Δεν πρόκειται για διαβολικά, μυστηριώδη κίνητρα. Πρόκειται για το entitlement που τους έχει απλόχερα παραχωρηθεί. Που ξεκινάει από το «σκάσε» προς τη σύντροφο, την κόρη, τη μητέρα και γίνεται το μαξιλάρι που τις κάνει να σκάσουν για πάντα.
Κι ας βλέπουμε τώρα επικεφαλίδες για το πανελλήνιο που είναι συγκλονισμένο από το έγκλημα στο ευτυχισμένο σπιτικό, το οποίο δεν ήταν τελικά τόσο ευτυχισμένο. Το πανελλήνιο, εκτός από όλες εμάς που δεν σοκαριστήκαμε. Όλες εμάς τις γυναίκες.
Όχι, δεν το ξέραμε επειδή είμαστε ντεντέκτιβ του διαδικτύου. Όχι, δεν έχουμε όρεξη να το παίζουμε εγκληματολόγοι ούτε γουστάρουμε να επιβεβαιωθούμε. Δεν πρόκειται για γνώση αποκτηθείσα από έρευνα, για συμπέρασμα από συλλογή στοιχείων, όπως εκείνο της αστυνομίας. Αλλά για πικρή αίσθηση, κληροδοτημένη σε εμάς από το γεγονός και μόνο ότι είμαστε γυναίκες. Δεν το γνωρίζαμε, το νιώθαμε. Δεν το ξέραμε, το καταλαβαίναμε. Το αισθανόμασταν στο δικό μας κορμί. Γιατί αναγνωρίζουμε τα σημάδια, τις ενδείξεις, τις αφηγήσεις αυτού που ζούμε εμείς και όλες οι γυναίκες που ξέρουμε, ούσες τα θύματα της πατριαρχίας και της έμφυλης βίας σε όλες της τις μορφές.
Κατηγορηθήκαμε, πριν αποκαλυφθεί η αλήθεια, πως δήθεν δεν δόθηκε πολλή σημασία στη δολοφονία της Καρολάιν επειδή ήταν «λευκή, παντρεμένη και ευτυχισμένη στον γάμο της». Και κανείς αδαής δεν θα μάθει ποτέ πως αυτόματα το χέρι μας ανέβαινε και πίεζε το στομάχι μας να σταματήσει να σφίγγεται κάθε φορά που βλέπαμε ή ακούγαμε για την περίπτωση της «ληστείας» στα Γλυκά Νερά. Πως ό,τι και να προσπαθούσαμε να ψελλίσουμε βουβαινόταν τη στιγμή που οι γύρω μας αλλά και όσοι παρουσίαζαν το θέμα δημόσια ήθελαν να χτυπήσουν παρηγορητικά την πλάτη της «τραγικής φιγούρας του καημένου συζύγου». Κι εμείς μέσα μας ουρλιάζαμε «πώς γίνεται να μην καταλαβαίνουν, δεν βλέπουν;».
Όπως οι -επίσημοι και ανεπίσημοι- υπερασπιστές του γυναικοκτόνου που δεν δίστασαν να διαρρεύσουν, να κανιβαλίσουν ακόμη και τις προσωπικές σημειώσεις του θύματος.
Τις δημοσίευσαν σε μια χυδαία προσπάθεια να ξαναπλέξουν το περίβλημα του καλού παιδιού, αλλά ακόμη κι αυτές δεν δείχνουν παρά το πόσο εγκλωβισμένη συναισθηματικά ήταν η Καρολάιν στη σχέση της με αυτόν τον επικίνδυνο άνθρωπο, πόσο χειραγωγημένη να πιστεύει πως η κατάσταση που ζούσε ήταν αγάπη, πόσο απελπισμένη και αβοήθητη.
Πώς να μην ήταν βουτηγμένο στη θλίψη, στον προβληματισμό, στα αδιέξοδα ένα κορίτσι που από τα 16 του χειραγωγούνταν από τον δολοφόνο του; Που δεν σπούδασε, δεν έζησε φοιτητική ζωή, όπως έγραψαν και οι συμφοιτητές της στο Πανεπιστήμιο Πειραιά, το οποίο δεν κατάφερε ποτέ να παρακολουθήσει. Αλλά από έφηβη μέχρι τα 20 της ήταν δεσμευμένη, αρχικά σε σχέση κι έπειτα σε γάμο(στα 17 της) με έναν χειριστικό ενήλικα, μακριά από την οικογένειά της. Και είχε υποβληθεί το κορμί της, ήδη από ανήλικη, σε δύο εγκυμοσύνες, μία αποβολή, μία γέννα και την αντιμετώπιση της μητρότητας και των ευθυνών της, που πολύ συχνά αποδεικνύονται χαοτικά σωματικά και συναισθηματικά για μεγαλύτερους και εμπειρότερους ανθρώπους…
Τα «γιατί δεν έφευγε;» μου φέρνουν αηδία και εμετό όπως και τα υπόλοιπα σχόλια για το ότι φταίνε οι γυναίκες που με τη συμπεριφορά τους φτάνουν(!) τους άνδρες στο φονικό. Σκέφτομαι την Κωνσταντίνα στη Μακρυνίτσα που δολοφονήθηκε ενώ είχε φύγει από τον γάμο της, την Αντζελίνα στην Κέρκυρα που δολοφονήθηκε ενώ είχε φύγει από τον πατέρα της, την Ελένη στη Ρόδο που δολοφονήθηκε ενώ πάλευε να γλιτώσει από γνωστούς της άνδρες, τη Σούζαν στην Κρήτη που δολοφονήθηκε ενώ προσπαθούσε να ξεφύγει από έναν παντελώς άγνωστο. Σκέφτομαι τους τίτλους που συνεχίζουν γράφοντας ότι το ζευγάρι τσακωνόταν συχνά και του έλεγε να χωρίσουν. Ήθελε να φύγει. Μια εσωτερική κραυγή για βοήθεια που δεν ακούστηκε ποτέ ήταν και τα γραπτά της. Μέχρι που μια νύχτα τη σκότωσε. Κι όμως, συνεχίζουν τα «γιατί δεν έφευγε;».
Ας μην είμαστε -έστω σε αυτό- υποκριτές… Μήπως δεν ξέρουμε πόσο δύσκολο είναι να φύγει μια γυναίκα 20 ετών, χωρίς δουλειά, χωρίς σπίτι από έναν τέτοιο γάμο; Ή μήπως δεν μπορούμε να καταλάβουμε πόσο πιο τρομακτικό θα είναι πλέον για τις μητέρες, λόγω της υποχρεωτικής συνεπιμέλειας που θα κάνει το ενδεχόμενο να φύγουν από κακοποιητικούς συζύγους ακόμη πιο ανέφικτο;
Έχει σημασία να σκεφτούμε ότι αν δίπλα στην Καρολάιν είχαν βρεθεί οι σωστοί επιστήμονες κι όχι μια «σύμβουλος(;)» την οποία αμφισβητεί επισήμως ο ίδιος ο σύλλογος των πτυχιούχων επιστημόνων ψυχολόγων, ίσως να είχε καταφέρει σταδιακά και με την απαραίτητη πρακτική και θεσμική βοήθεια να ξεφύγει από τον σύζυγο που τελικά τη σκότωσε; Ναι, έχει σημασία. Όχι μόνο γιατί θα είχε ίσως τη βοήθεια να γλιτώσει εκείνη. Αλλά και γιατί υπάρχουν πολλές ακόμη που πρέπει να ξεφύγουν και χρειάζονται τη σωστή υποστήριξη από κάθε πλευρά.
Στην τηλεόραση, λίγες ώρες μετά την ομολογία, παρακολουθώ γνωστό δικηγόρο να εξηγεί την τακτική ενός «δράστη-κτήτορα» που θεωρεί τη σύζυγό του κτήμα του και δεν της επιτρέπει να βρεθεί μόνη της ούτε καν στις συναντήσεις με τη σύμβουλο. Σκέφτομαι πως είναι επιτέλους καιρός να ακουστούν στις εκπομπές αυτές οι περιγραφές, αυτές οι καθημερινότητες πολλών γυναικών, μήπως κάποια στιγμή σταματήσουμε να βλέπουμε αισχρούς τίτλους για εγκλήματα «τιμής» και «πάθους». Αμέσως μετά, συνεχίζει λέγοντας πως όλη η κοινωνία ταυτίστηκε με το θύμα, επειδή όλοι φαντάστηκαν στη θέση της Καρολάιν τις αδερφές τους και τις κόρες τους. Περίμενα να ακούσω και για την υπόλοιπη κοινωνία που βάλαμε τους εαυτούς μας στη θέση της, αλλά όσο εγώ περίμενα, η συζήτηση είχε προχωρήσει σε επόμενο θέμα. «Όλη η κοινωνία» δεν ήταν τελικά όλη. Ήταν, και πάλι, οι άνδρες και η δική τους σκοπιά.
Οι γυναίκες άλλωστε, δεν χρειάστηκε να μπούμε τώρα στη θέση της. Ήμαστε ήδη στη θέση της. Είμαστε κάθε γυναίκα που κακοποιείται.
Νιώθουμε τους πόνους στο κρανίο μας από τα τραύματα της Μυρτώς, πληγωνόμαστε από τις μαχαιριές στο σώμα της Κωνσταντίνας, νιώθουμε το οξυγόνο μας να κόβεται από το μαξιλάρι που πνίγει την Καρολάιν.
Δεν αναφερόμαστε σε εκείνες επειδή υπήρξαν μόνο αυτές. Δεν είναι μεμονωμένες περιπτώσεις, κακές στιγμές, σπάνιοι εγκληματίες. Είναι γύρω μας, είναι καθημερινότητα, αφορά συνηθισμένους ανθρώπους της κοινωνίας. Είναι η κολλητή μας που φοβάται να κάνει καταγγελία, είναι η συνάδελφός μας που μας λέει ψιθυριστά ότι φοβάται να φύγει από τον γάμο της, είναι η συμφοιτήτριά μας που τραβά τα μανίκια της μπλούζας της για να μην φαίνονται τα σημάδια. Είμαστε εμείς.
Είναι η κοινή μας συνείδηση, είναι ανοιχτές πληγές που μας αιμορραγούν και μας πονάνε λυσσαλέα. Μου θυμίζουν τα σημάδια που άφηναν οι κοφτερές μεταλλικές άκρες των κλειδιών τα οποία μάτωναν τα δάχτυλά μου καθώς τα έσφιγγα στο χέρι μου, από τη στιγμή που κατέβαινα από το αστικό λεωφορείο, μέχρι να ξεκλειδώσω την είσοδο της πολυκατοικίας.
Πώς να τα εξηγήσεις όλα αυτά; Πόσες φορές; Με τι δύναμη όταν ακόμη και ο χρόνος που κυλά μας κάνει να σκεφτόμαστε αν είμαστε χρονικά πιο κοντά στην προηγούμενη ή στην επόμενη γυναικοκτονία;
Άλλη μια φορά, θα σταθούν στο ότι οι περισσότεροι άνδρες δεν σκοτώνουν. Όχι στο ότι οι περισσότερες γυναίκες μεγαλώνουμε, ζούμε, πορευόμαστε φοβισμένες.
Εμείς, οι «τυχερές» γενιές γυναικών οι οποίες κατηγορούμαστε ως αχάριστες που «δεν καταλαβαίνουμε ότι πλέον δεν υπάρχει ανισότητα και σεξισμός», εμείς που δεν χρειάστηκε να κάνουμε αγώνες για να σπουδάσουμε, να εργαστούμε εκτός σπιτιού, που «θα έπρεπε να εκτιμάμε ότι έχουμε τόσες ελευθερίες κι ότι στον δυτικό κόσμο οι γυναίκες δεν είναι καταπιεσμένες», φοβόμαστε. Φοβόμαστε να διαολοστείλουμε αυτόν που μας παρενοχλεί στον δρόμο, φοβόμαστε να μπούμε στο ασανσέρ, φοβόμαστε την εκδίκηση του πρώην, φοβόμαστε το καλό παιδί που θα θυμώσει και θα φταίμε εμείς που θύμωσε. Φοβόμαστε μέσα στα σπίτια μας και έξω από αυτά. Κι έχουμε κουραστεί, πια, να φοβόμαστε.
Ακολουθήστε την Α,ΜΠΑ; στο Google News

Φοβόμουν ακόμα και να σκεφτώ ότι το είχε κάνει αυτός, γιατί για κάθε γυναίκα που χάνεται, κακοποιειται, απειλείται,καθε φορά, φοβάμαι για όλες τις υπόλοιπες, εμάς.
Μου άρεσε πολύ αυτό το κείμενο. Είχα ανάγκη να δω σε σειρά τις αμέτρητες σκέψεις και συναισθήματα που περνούν από μέσα μας κάθε φορά που η “κοινή γνώμη” σφυρίζει αδιάφορα.
Είναι καιρός να πολεμήσουμε τον φόβο, εκμηδενιζοντας αυτά που τον προκαλούν.
Συμφωνώ, είναι τόσο δύσκολο αλλά και τόσο αναγκαίο να μην καταφέρει ο φόβος να μας ακινητοποιήσει και να μας κάνει να παραιτηθούμε.
Δεν ξέρω τι να πω… Μονάχα ότι λυπάμαι. Λυπάμαι τόσο πολύ για όλες μας.
Πολύ σωστά. Είναι γύρω μας.
Σε αρθρα του εξωτερικού που αναφέρονται σε γυναικοκτονίες ή αυτοκτονία αναφέρουν στο τέλος γραμμές βοήθειας όπου μπορεί κάποιος να απευθυνθεί. Ή όταν είναι στην τηλεόραση γράφεται η πληροφορία στο κάτω μέρος της οθόνης.
Επειδή εδώ αυτό δεν το έχω δει να συμβαίνει, θα μπορούσαμε να στείλουμε μαζικά email στα ΜΜΕ ωστε να γίνει.
Επίσης, δεν ξέρω αν είναι εφικτό ίσως θα μπορούσε να υπάρχει σε αυτό το site μόνιμη αναφορά με τηλέφωνα κάποιας δομής ή οργάνωσης, δικηγόρων που προσφέρουν δωρεάν ενημέρωση κλπ.
Εύστοχο το παράδειγμά σου, Φωτεινή. Είχα την ευκαιρία φέτος να διαβάσω αρκετά για την ιστορία της γυναικείας ψήφου λόγω μιας εργασίας στο πανεπιστήμιο και κάτι που με εντυπωσίασε, χωρίς να το έχω σκεφτεί μέχρι τώρα, είναι το πώς αποτυπώθηκε τελικά και στην ίδια την ψήφο των γυναικών το γεγονός ότι βρίσκονταν έναν αιώνα πολιτικής εμπειρίας πίσω σε σχέση με τους άνδρες.
Ξεκίνησα διαβάζοντας το κείμενο με ψυχραιμία μιας και ανέμενα αυτα που θα διαβάσω. Και καθώς διάβαζα και τα ονοματα πύκνωναν και οι περιγραφες διαδέχονταν η μια την άλλη ανατριχιαζα (και δεν ευθυνόταν ο κρύος αέρας του κλιματιστικου). Η αίσθηση της βιας που υπεστησαν αυτες οι γυναίκες με διαπερνούσε ξανά και ξανά. Είναι λες και η αίσθηση αυτή βρίσκεται στην κυτταρική μας μνήμνη. Και μόνο αν είσαι γυναίκα ή αλλη μειονότητα με καταπατημένα δικαιώματα το καταλαβαίνεις.