Αόρατη γυναίκα σε ασπρόμαυρο φόντο

Από κάτω, ο κόσμος σχολιάζει, κάνει καρδούλα, αλλά δε βλέπει. Κοιτάζει το πορτρέτο σου σε ασπρόμαυρο φόντο, είσαι εκεί, αλλά δε σε βλέπει. Είσαι αόρατη. Δε βλέπει τις μελανιές, δε βλέπει ένα χέρι να πιάνει το λαιμό, δε βλέπει ένα χέρι να πετάει αντικείμενα

Πώς κάνεις έτσι; Μια φωτογραφία ήταν μόνο. Την είδες τυχαία μία μέρα που ανακάλυψες ότι έχει κάνει Instagram, κυνηγώντας καριέρα φωτογράφου. Η περιέργεια σε νίκησε και μπήκες. Μπροστά σου περνάνε φωτογραφίες που τραβήχτηκαν με τη δική σου μηχανή. Αυτή που είχες αγοράσει ακριβά και την οποία πήρε μαζί του φεύγοντας πριν δυο χρόνια, μαζί με το τομάρι του, τα ρούχα του και μια δεκαετία απ’ τη ζωή σου.

Κοιτάς τις φωτογραφίες, τοπία, πάρκα, άνθρωποι. Και ξαφνικά, ανάμεσά τους, εσύ. Σε άσπρο-μαύρο. Εσύ. Το θυμάσαι εκείνο το βράδυ.  Δεν ήθελες να ποζάρεις, δεν είχες όρεξη, και ο φακός σε έκανε πάντα να νιώθεις άβολα. Αυτός όμως σε κατηγορούσε ότι είσαι κακιά, ξινή, ξενέρωτη, άχρηστη, μίζερη, ότι κάνεις φασαρία για το τίποτα, ότι θέλεις μόνο να του πηγαίνεις κόντρα, ότι το κάνεις επίτηδες, μέχρι που στο τέλος ήρθε καταπάνω σου φωνάζοντας. Και στήθηκες τελικά μπροστά στην κάμερα.

Παρατηρείς τον εαυτό σου στην οθόνη. Έχεις γυρίσει ξανά σε κείνο το βράδυ. Ένα κύμα αδρεναλίνης ανοίγει την αγκαλιά του να σε υποδεχτεί. Ιδρώνεις, η καρδιά καλπάζει, στεγνώνει το στόμα σου, τα χέρια σου τρέμουν, τα αυτιά βουίζουν και νομίζεις ότι θα σπάσει το κεφάλι σου. Τα γράμματα μπροστά σου χορεύουν, αλλά στο τέλος καταφέρνεις να διαβάσεις την ετικέτα: #friendsinblackandwhite.

Friends: η γυναίκα που κακοποιούσε συστηματικά επί χρόνια. Black and white: το καλλιτεχνικό φόντο της δυστυχίας και της κόλασης.

Από δίπλα, ο κόσμος σχολιάζει, κάνει καρδούλα, αλλά δε βλέπει. Κοιτάζει το πορτρέτο σου σε ασπρόμαυρο φόντο, είσαι εκεί, αλλά δε σε βλέπει. Είσαι αόρατη. Δε βλέπει τις μελανιές, δε βλέπει ένα χέρι να πιάνει το λαιμό, δε βλέπει ένα χέρι να πετάει αντικείμενα, δε βλέπει τις απειλές, τις φωνές και το φτύσιμο, δε βλέπει σπασμένα μαρμάρινα τασάκια, σπασμένες πόρτες, δε βλέπει το φόβο, την παράλυση και τα χιλιάδες κομματάκια ζωής και ονείρων στο πάτωμα. Δε σε βλέπουν. Είσαι αόρατη. Όπως τότε. Δε σε βλέπουν να κλαις, να πονάς, να φοβάσαι, να τρέμεις. Δε σε βλέπουν να χτυπάς την πόρτα και να τον παρακαλάς να σε αφήσει να μπεις στο σπίτι σου, το δικό σου σπίτι που εσύ πληρώνεις και συντηρείς. Δε σε βλέπουν να έχεις κλειστεί στο μπάνιο και αυτός απ’ έξω να προσπαθεί να μπει με κλωτσιές βρίζοντας. Δε σε βλέπουν στο πάτωμα, δε σε βλέπουν που σε φτύνει, δε σε βλέπουν να προσπαθείς να πάρεις ανάσα καθώς τα δάχτυλά του σφίγγουν τον λαιμό σου και κλείνουν τη μύτη και το στόμα σου. Δε βλέπουν την καρδιά σου να σφίγγεται κάθε φορά που πλησιάζεις στο σπίτι, δε βλέπουν τις κρίσεις πανικού, δε βλέπουν τον τρόμο σου κάθε φορά που σε βρίζει στο τηλέφωνο. Δε σε βλέπουν να οδηγείς κλαιγοντας και να παρακαλάς να τρακάρεις. Δε βλέπουν τις ιλιγγιώδεις σκέψεις σου να πέσεις στον γκρεμό με το αυτοκίνητο, να πέσεις από το μπαλκόνι, να πετάξεις και να πέσεις, να σπάσεις, να χαθείς στο άπειρο, να ησυχάσεις με το τέρμα του θανάτου. Δε βλέπουν. Κανείς δε βλέπει, κανείς δεν είδε, ούτε τότε, ούτε τώρα.

Αυτό το πορτρέτο, λοιπόν, εσύ, η αόρατη γυναίκα, επιλέχθηκε φωτογραφία του μήνα από φωτογραφικό περιοδικό. Εσύ επιλέχθηκες. Η φωτογραφία σου. Η δυστυχία σου. Ο πόνος σου. Η κακοποίηση, ένα έργο τέχνης σε ασπρόμαυρο φόντο. Η κακοποίησή σου μάλλον ικανοποίησε το φιλότεχνο μάτι. Ο φωτισμός ήταν σωστός, οι αντιθέσεις άψογες, τόσο όσο πρέπει για να αναδεικνύεται σωστά η αόρατη γυναίκα στη μέση, με την έκφραση φόβου, απελπισίας και παραίτησης. Η ζωή σου καταστράφηκε υπό τις σωστές αναλογίες άσπρου/ μαύρου, οι σκιές ήταν σωστές εκείνα τα βράδια που δεν ήθελες να ζήσεις, ενώ ο πόνος σου έκανε πολύ ωραία αντίθεση με τα παιχνίδια του φωτός στον τοίχο πίσω σου. Από κάτω ο μαλάκας ευχαριστεί για την τιμή που του κάνανε, με το θράσος του θύτη. Το «έργο» του επιβραβεύεται, και η ζωή συνεχίζεται.

Δυο χρόνια πέρασαν. Δυο χρόνια, και σιγά σιγά έμαθες ξανά να ζεις, να γελάς, να διαβάζεις, να κάνεις φίλους, να ταξιδεύεις, να κάθεσαι στον ήλιο και να μη φοβάσαι τις σκιές. Όμως απόψε έχεις γυρίσει πάλι στο σκοτάδι. Ό,τι νόμιζες ότι είχες αφήσει οριστικά πίσω σου, απόψε γίνεται θηλιά στον λαιμό σου και σε πνίγει. Δυο χρόνια έχεις να τον δεις, όμως απόψε, κάθεται στον καναπέ σου, σε κοιτάει περιπαικτικά και σε φτύνει. Δυο χρόνια πέρασαν, όμως απόψε θα κοιτάς για ακόμα ένα βράδυ τις σκιές να χορεύουν στο ταβάνι.

Ακολουθήστε την Α,ΜΠΑ; στο Google News

in

Αξιολογήστε το άρθρο

65 points
Upvote Downvote