Αντιφεμινισμός (1): Η Aντίδραση

Ο μισογυνισμός και ο αντιφεμινισμός, όψεις του ίδιου νομίσματος, υπήρχαν πάντα και είναι ιδιαίτερα έντονα σε περιόδους αυξημένης ορατότητας του γυναικείου κινήματος ή σε περιπτώσεις που ο φεμινισμός έκανε ουσιαστικά βήματα προς την ισότητα των φύλων

Η ανασκόπηση που θα ακολουθήσει στηρίζεται σε δύο βιβλία, στα οποία οι συγγραφείς ανέλυσαν τα αντιφεμινιστικά ρεύματα/κινήματα της δεκαετίας του ’80 και του σήμερα. Το ένα είναι της Susan Faludi (1991), Backlash: The Undeclared War Against American Women, και το άλλο της Christa Hodapp (2017), Men’s Rights, Gender, and Social Media. Για λόγους έκτασης, θα αφιερωθεί ξεχωριστό άρθρο για το κάθε βιβλίο. Με βάση τα έργα αυτά, παρουσιάζονται ορισμένα στοιχεία για τα επιχειρήματα, τη ρητορική, τις πρακτικές και την ιστορική εξέλιξη του αντιφεμινισμού. Αν και οι συγγραφείς αναφέρονται στο κοινωνικό και πολιτιστικό πλαίσιο των Η.Π.Α., η προσωπική μου ενασχόληση και μελέτη ελληνικών αντιφεμινιστικών σελίδων του internet (π.χ. η σελίδα του Facebook ‘Lady-ism’) μου έδειξε ότι υπάρχει μεγάλη συνάφεια μεταξύ των δύο. Φαίνεται ότι όχι μόνο ο αντιφεμινισμός είναι παρόμοιος παντού, αλλά και ότι οι εγχώριοι αντιφεμινιστές είναι καλά διαβασμένοι, σε αρκετές περιπτώσεις, πάνω στα επιχειρήματα εναντίον του γυναικείου κινήματος, που έχουν διατυπωθεί εδώ και πολλά χρόνια και εξακολουθούν να ανακυκλώνονται από πολέμιους του φεμινισμού στην άλλη πλευρά του Ατλαντικού.

Με τον όρο backlash, η Faludi αναφέρεται στο ευρύτερο ρεύμα εναντίον του φεμινισμού, το οποίο αναπτύχθηκε στις Η.Π.Α. στα τέλη της δεκαετίας του ’70 και κατά τη διάρκεια του ’80. Το κεντρικό επιχείρημα του backlash ήταν ότι ο φεμινισμός και οι κατακτήσεις του ήταν υπεύθυνα για τη γυναικεία «δυστυχία». Φυσικά, η αντίληψη ότι οι Αμερικανίδες του ’80 ήταν δυστυχισμένες δεν προέκυπτε κατόπιν εθνικού γκάλοπ, αλλά στηριζόταν στη ρητορική της ‘Νέας Δεξιάς’ και συντηρητικών πολιτικών κύκλων και στο πλήθος «ερευνών» που δημοσιεύονταν συνεχώς στα μέσα της εποχής. Σύμφωνα με τη συγγραφέα, το backlash προωθήθηκε όχι μόνο από πολιτικούς και θρησκευτικούς κύκλους, αλλά από το σύνολο της mainstream κουλτούρας. Σύμφωνα με αυτές τις «μελέτες» του αντιφεμινισμού, οι γυναίκες υπέφεραν από υπογονιμότητα, εξάντληση, αδυναμία εξεύρεσης συντρόφου, απώλεια μαλλιών (!), αλκοολισμό, μέχρι και καρδιακή προσβολή – εξαιτίας του φεμινισμού.

Στα Μ.Μ.Ε. το backlash μεταμφιέστηκε σε «ανησυχία» για το πού οδεύει η κοινωνία, ακολουθώντας μια στρατηγική «διαίρει και βασίλευε», θέτοντας τις παντρεμένες γυναίκες εναντίον των ανύπαντρων, τις γυναίκες καριέρας εναντίον των νοικοκυρών, τις μεσοαστές εναντίον των εργατριών. Μεταχειρίστηκε ένα σύστημα επιβράβευσης και τιμωρίας, επαναλανσάροντας παλιούς μύθους για τις γυναίκες και παρουσιάζοντάς τους ως γεγονότα. Ο φεμινισμός κατηγορήθηκε για τα προβλήματα που προέκυπταν από τις κυβερνητικές πολιτικές που ακολουθήθηκαν την εποχή εκείνη, όπως για «θηλυκοποίηση της φτώχειας» και για «αδιαφορία για τα δικαιώματα των παιδιών». Στην πραγματικότητα, ο αυξημένος αριθμός φτωχών γυναικών δεν οφειλόταν στην είσοδό τους στην αγορά εργασίας, αλλά στις πολιτικές λιτότητας και στην απόρριψη προτάσεων για ίση αμοιβή. Οι εκπρόσωποι του backlash που ασκούσαν νομοθετική εξουσία, ακόμη, μπλόκαραν το ένα νομοσχέδιο για βελτίωση της παιδικής μέριμνας μετά το άλλο, περικόπτοντας κατά εκατομμύρια τον κρατικό προϋπολογισμό για παροχή οικονομικής στήριξης προς τα παιδιά.

Οι μύθοι πάνω στους οποίους στηρίχθηκε το backlash ήταν η «λειψανδρία» (όσο μεγαλώνουν οι γυναίκες, τόσο μειώνεται η πιθανότητα να βρουν σύζυγο), η αντίληψη ότι η νομοθεσία που διευκόλυνε τη λήψη διαζυγίου δημιουργούσε προβλήματα (κυρίως οικονομικά, για τις γυναίκες), η υπογονιμότητα, το ότι οι γυναίκες βρίσκονταν στα πρόθυρα νευρικού κλονισμού και υπερκόπωσης, και το ότι οι βρεφονηπιακοί σταθμοί (στους οποίους οι εργαζόμενες μητέρες άφηναν τα παιδιά τους) απειλούσαν την ψυχική υγεία και ομαλή ανάπτυξη των παιδιών. Τα «θανάσιμα αμαρτήματα» του φεμινισμού, εν ολίγοις, ήταν η υποτιθέμενη προώθηση του υλισμού έναντι των ηθικών αξιών και η καταστροφή της οικογένειας. Τέλος, οι υποστηρικτές του backlash έδωσαν ιδιαίτερη έμφαση στη γλωσσική παρέμβαση: η εναντίωση στις αμβλώσεις βαφτίστηκε ‘pro-life’, η εναντίωση στη γυναικεία σεξουαλική απελευθέρωση ‘pro-chastity’ και η εναντίωση στη γυναικεία συμμετοχή στον επαγγελματικό στίβο ‘pro-motherhood’. Τελικά, ο ίδιος ο αντιφεμινισμός της Νέας Δεξιάς ονομάστηκε κίνημα ‘pro-family’. Πλέον οι φεμινίστριες ήταν οι anti-δραστικές.

Ό,τι δεν κατάφεραν οι άνδρες ηγέτες της Νέας Δεξιάς, προσπάθησαν να καταφέρουν οι γυναίκες της. Οι τελευταίες έπρεπε να αρθρώσουν δημόσιο λόγο και να οργανωθούν αυτόνομα, κάτι που απείχε πολύ από το πρότυπο υποχωρητικής και παθητικής θηλυκότητας που προωθούσαν. Οι γυναικείες οργανώσεις της Νέας Δεξιάς στη δεκαετία του ’80 ακολουθούσαν τη δομή των φεμινιστικών οργανώσεων, ενώ οικειοποιούνταν φεμινιστικό λεξιλόγιο στη ρητορική και πολιτική τους πρακτική. Για πολλές από αυτές τις γυναίκες, η εμπειρία αυτή υπήρξε μια συναρπαστική, πρώτη επαφή με τον πολιτικό ακτιβισμό. Η Faludi ασχολείται με δύο συγκεκριμένες φυσιογνωμίες που ανήκαν στο backlash της Νέας Δεξιάς: την Connaught Marshner και τη Beverly LaHaye. Σύμφωνα με δικές τους διηγήσεις, επρόκειτο για δυναμικές και φιλόδοξες γυναίκες, οι οποίες ένιωθαν περιορισμένες στο ρόλο τους ως νοικοκυρές και μητέρες και επιθυμούσαν να αφήσουν το στίγμα τους στην κοινωνία, μέσω της συγγραφικής και πολιτικής τους δράσης. Η Marshner έγραψε βιβλία για το σκοπό της γυναίκας να είναι στο σπίτι με τα παιδιά της, όσο ο δικός της σύζυγος μεγάλωνε τα παιδιά τους στο σπίτι. Η LaHaye έγραψε μαζί με τον σύζυγό της οδηγό σεξ για παντρεμένα ζευγάρια, στον οποίο αναφερόταν «Η σύγχρονη έρευνα έχει καταστήσει σαφές ότι όλες οι παντρεμένες γυναίκες έχουν την ικανότητα να βιώσουν οργασμική έκσταση. Καμία Χριστιανή δεν πρέπει να συμβιβάζεται με οτιδήποτε λιγότερο». Οι γυναίκες της Νέας Δεξιάς ήταν, κατά μία έννοια, το αρνητικό των προοδευτικότερων, επαγγελματιών γυναικών, που παγιδεύτηκαν στη δίνη του backlash. Ενώ οι γυναίκες καριέρας ήταν πιθανότερο να ασπαστούν φεμινιστικές ιδέες, παλεύοντας, παράλληλα, εσωτερικά με συναισθήματα αυτοαμφισβήτησης και αυτοενοχοποίησης που προκαλούσε ο αντιφεμινισμός, οι γυναίκες της Νέας Δεξιάς προωθούσαν αντιφεμινιστικές ιδέες, την ώρα που εσωτερίκευαν το φεμινιστικό μήνυμα για αυτοπροσδιορισμό, ισότητα και ελευθερία επιλογής στην ιδιωτική τους ζωή. Κι εάν οι νεο-δεξιές φαίνονταν λιγότερο προβληματισμένες για το «τίμημα» της προσωπικής τους απελευθέρωσης σε σχέση με τη μέση φιλελεύθερη εργαζόμενη, αυτό οφειλόταν, ειρωνικά, στη μειωμένη αντίσταση από το περιβάλλον τους: όσο οι μεν υποβιβάζονταν καθημερινά από μια ποπ κουλτούρα, η οποία τις γελοιοποιούσε, παρωδούσε τον τρόπο ζωής τους και τις κατέκρινε για τα φεμινιστικά τους «λάθη», οι δε μοιράζονταν τα οικογενειακά καθήκοντα με τους συζύγους τους, ώστε να αφοσιωθούν στη μάχη εναντίον της ισότητας των φύλων.

Η Faludi κάνει σαφές ότι οι αντιφεμινιστές ήταν μία ετερόκλητη ομάδα ανεξαρτήτως πολιτικών και κοινωνικών τοποθετήσεων. Το κοινό τους σημείο, ωστόσο, ήταν το προσωπικό φορτίο που κουβαλούσε ο καθένας, όταν ανέβαινε στο άρμα του αντιφεμινισμού: προσωπικές έχθρες, ματαιοδοξία, επιθυμία για δημοσιότητα. Αξιοσημείωτα παραδείγματα είναι αυτά των Betty Friedan και Germaine Greer, με την πρώτη να κατηγορεί το φεμινιστικό κίνημα για τις συγκρουσιακές τακτικές του και τη δεύτερη να τίθεται υπέρ των κανονισμένων γάμων και της αγνότητας. Η Friedan, συγκεκριμένα, δεν έκρυβε την πικρία της για την περιθωριοποίησή της από το γυναικείο κίνημα, για χάρη νεότερων προσώπων, όπως η Gloria Steinem.

Betty Friedan, στο Central Park της Νέας Υόρκης, μιλάει στην Γυναικεία Απεργία τον Aug. 26, 1970. Αμερικανίδα φεμινίστρια και ακτιβίστρια ήταν μιας από της κορυφαίες φιγούρες του Γυναικείου Κινήματος στις ΗΠΑ. Πέθανε στα 85 της χρόνια. (AP Photo)

O αντιφεμινισμός της δεκαετίας του ’80 εκφράστηκε και στο επίπεδο της ποπ ψυχολογίας, με πλήθος «ειδικών», «συμβούλων» να μιλούν για τις γυναίκες που υποφέρουν από υπερτροφικά Εγώ, αλλά και από χαμηλή αυτοεκτίμηση· από «φόβο για οικειότητα», αλλά και από υπερβολική εξάρτηση. Η αντιφεμινιστική ποπ ψυχολογία αγνόησε βολικά όλες τις κοινωνικές δυνάμεις που είχαν να αντιμετωπίσουν οι γυναίκες: όλα τα «χτυπήματα» των Μ.Μ.Ε., του Hollywood, όλες τις λεκτικές επιθέσεις θρησκευτικών και πολιτικών ηγετών, όλες τις τρομακτικές εκθέσεις ακαδημαϊκών και «ειδικών» στο πνεύμα του ηθικού πανικού, όλη την οργή εναντίον τους, για να ισχυριστεί ότι τα προβλήματα των γυναικών προκαλούνται από τις ίδιες. Βιβλία αυτοβοήθειας της εποχής συμβούλευαν τις γυναίκες να βρουν την προσωπική τους «ενδυνάμωση» μέσα από την υποταγή στα καπρίτσια των συντρόφων τους. Οι ποπ ψυχολόγοι, επίσης, απέρριπταν την ιδέα ότι οι άνδρες μπορούσαν και έπρεπε να αλλάξουν: οι γυναίκες ήταν εκείνες που έπρεπε να πάψουν να έχουν τόσες προσδοκίες. Κακοποιημένες γυναίκες, ακόμη, στο πλαίσιο ομάδων «στήριξης», καλούνταν να αναλογιστούν τι ήταν εκείνο που τις έκανε να επιλέγουν κακοποιητικούς συντρόφους και να αποβάλουν τις φεμινιστικές τους «νευρώσεις», οι οποίες τις έκαναν να «διογκώνουν» στο μυαλό τους το πρόβλημα. Αλλά και η Αμερικανική Ψυχιατρική Εταιρεία, το 1985, επανέφερε τον μαζοχισμό ως νέα διαταραχή στο Διαγνωστικό και Στατιστικό Εγχειρίδιο Ψυχικών Διαταραχών (DSM), ορίζοντας στα διαγνωστικά κριτήρια στοιχεία του τρόπου με τον οποίο κοινωνικοποιούνται οι γυναίκες από μικρές (αυτοθυσία, αυτο-υποτίμηση κ.λπ.). Πουθενά δεν αναφερόταν η άντληση ευχαρίστησης από τον πόνο! Αυτή η τροποποίηση του DSM, η οποία πραγματοποιήθηκε παρά τις σφοδρές αντιδράσεις και τον αγώνα από πλευράς φεμινιστριών ψυχιάτρων, επέτρεπε την αθώωση βίαιων συζύγων στα δικαστήρια, εφόσον ισχυρίζονταν ότι οι σύζυγοί τους ήταν μαζοχίστριες.

Στο πλαίσιο του backlash, τα αναπαραγωγικά δικαιώματα των γυναικών δέχτηκαν ισχυρό πλήγμα, με την εξάπλωση του κινήματος εναντίον των αμβλώσεων. Τα Μ.Μ.Ε. αντιμετώπιζαν το ζήτημα ως διαμάχη ηθικής ή βιολογικής φύσεως, όμως πιο αποκαλυπτικοί ήταν οι χαρακτηρισμοί που ακούγονταν έξω από κλινικές οικογενειακού προγραμματισμού, από ακτιβιστές του κινήματος. «Πόρνες», «λεσβίες»: το μεγαλύτερο έγκλημα των γυναικών, όπως φαίνεται, ήταν η σεξουαλική τους απελευθέρωση, όχι η «παιδοκτονία». Η ίδια η άμβλωση παρουσιαζόταν ως γυναικεία «εκδίκηση» εναντίον των ανδρών για τα χρόνια καταπίεσης. Τουλάχιστον παραδέχονταν ότι η καταπίεση υπήρχε…

 

Το κίνημα εναντίον των αμβλώσεων ήταν η πιο βίαιη έκφραση του αντιφεμινισμού: οι μέθοδοί του περιλάμβαναν βομβαρδισμούς και εμπρησμούς κλινικών, απειλές, βανδαλισμούς, λεκτική και φυσική παρενόχληση ασθενών και εργαζόμενων στις κλινικές, επιθέσεις με χημικά κ.ά. Το ίδιο το ζήτημα των αμβλώσεων αναδείχτηκε σε ένα από τα πιο φλέγοντα της δεκαετίας. Πολλοί, δε, αρθρογράφοι ασχολήθηκαν με το θέμα: ηθικολογώντας, έφταναν στο σημείο να διερωτώνται κατά πόσο οι γυναίκες συνάδελφοί τους μπορούσαν να είναι “αντικειμενικές”. Αν και η καμπάνια εναντίον των αμβλώσεων δεν κατάφερε να θέσει το δικαίωμα στην άμβλωση εκτός συντάγματος (άλλωστε η πλειοψηφία των Αμερικανών ήταν υπέρ), η τεράστια έκταση που έλαβε το ζήτημα, οι δικαστικές αγωγές, το κλίμα φόβου και η βία οδήγησαν σε de facto περιορισμό της πρόσβασης μεγάλου μέρους του γυναικείου πληθυσμού στην ασφαλή, νόμιμη άμβλωση.

Άλλη σημαντική νίκη του κινήματος εναντίον των εκτρώσεων ήταν ότι πέτυχε να κάνει το ιατρικό και νομικό σύστημα της χώρας να υιοθετήσει την άποψή του περί εμβρύου και μητέρας. Το έμβρυο καθίστατο ο κύριος ασθενής στο ιατρείο, ολοκληρωμένος πολίτης στα νομικά εγχειρίδια και κυρίως ενάγων στα δικαστήρια. Ουσιαστικά, σε πολλούς τομείς, ένα έμβρυο είχε περισσότερα δικαιώματα από ένα παιδί και, φυσικά, από τη μητέρα. Αυτό συνέβη μέσα από μία σειρά νόμων «βρεφοκτονίας», που άρχισαν να θεσπίζονται στη μία Πολιτεία μετά την άλλη, με τους οποίους τα έμβρυα συμπεριλαμβάνονταν στη νομοθεσία για την ανθρωποκτονία. Ενώ οι νόμοι αυτοί αρχικά στόχευαν να προστατεύσουν το έμβρυο και την έγκυο από τρίτα μέρη (π.χ. μεθυσμένους οδηγούς), κατέληξαν να στοχοποιούν την ίδια την εγκυμονούσα για «παραμέληση εμβρύου». Ως «παραμέληση» θεωρείτο οποιαδήποτε συμπεριφορά, από ανθυγιεινή διατροφή της μητέρας και μη εφαρμογή των ιατρικών οδηγιών, μέχρι τοκετός στο σπίτι. Σ’ αυτό το κλίμα, παντελώς άγνωστοι είχαν το ελεύθερο να πλησιάζουν εγκύους σε δημόσιους χώρους και να τις νουθετούν (ακόμη και να τις απειλούν με αστυνομία), όταν θεωρούσαν πως οι συμπεριφορές τους έβλαπταν το έμβρυο! Σε αρκετές περιπτώσεις, έγκυες και λεχώνες (κυρίως μαύρες και άπορες), έρχονταν αντιμέτωπες με ποινές φυλάκισης και με προσαγωγές ακόμη και λίγες μόλις ώρες μετά τον τοκετό. Την ίδια στιγμή που άπορες λεχώνες κρατούνταν στα αστυνομικά τμήματα, επειδή δεν είχαν τα μέσα να διασφαλίσουν την υγεία των βρεφών τους, οι νομοθέτες περιόριζαν τις διαθέσιμες κρατικές υπηρεσίες που τις στήριζαν, ώστε να μπορούν να ανταποκριθούν στις απαιτήσεις του νόμου. Οι γιατροί επέπλητταν τις φτωχές εγκύους, αλλά παράλληλα αρνούνταν να τις αναλάβουν. Οι ίδιες οι έγκυες με χαμηλό εισόδημα απέφευγαν την ιατρική περίθαλψη, υπό το φόβο να μην κριθούν ακατάλληλες και αντιμετωπίσουν νομικές συνέπειες. Στις προτάσεις των γιατρών που τελικά νομοθετήθηκαν συμπεριελήφθη, το 1986, το δικαίωμά τους να επέμβουν ιατρικά στο σώμα μιας εγκύου, ακόμη και χωρίς τη συγκατάθεσή της. Τέτοιες επεμβάσεις αφορούσαν συνήθως καισαρικές. Γυναίκες που επιθυμούσαν φυσιολογικό τοκετό, εξαναγκάζονταν, συχνά διά της βίας, να γεννήσουν με καισαρική. Εάν αντιστέκονταν, μπορούσαν να συλληφθούν και να περάσουν από δίκη.

Η Faludi κλείνει το βιβλίο της με την παρατήρηση ότι, παρά τις δυνάμεις που επιστράτευσε ο αντιφεμινισμός για να αναχαιτίσει την πρόοδο του γυναικείου κινήματος, οι ίδιες οι γυναίκες δεν παραδόθηκαν. Συνέχισαν να αντιστέκονται και να εισέρχονται στην αγορά εργασίας με ολοένα αυξανόμενο ρυθμό, χρόνο με το χρόνο. Η εκδικητικότητα και το μίσος με τα οποία ήρθαν αντιμέτωπες οι Αμερικανές τόσο από τις πολιτικές και θρησκευτικές ηγεσίες όσο και από τη mainstream κουλτούρα, αν μη τι άλλο, απέδειξαν το φόβο των θεματοφυλάκων της παραδοσιακής, πατριαρχικής δομής της κοινωνίας και την επισφάλεια της τελευταίας. Οι τελευταίοι, δίχως αμφιβολία, δεν αντιδρούσαν επειδή η πλήρης ισότητα είχε επιτευχθεί. Απλώς φοβούνταν ότι μπορούσε να επιτευχθεί. Δυστυχώς, οι ίδιες οι γυναίκες, οι οποίες, στη δεκαετία του ’80, αποτελούσαν την πλειοψηφία του γενικού πληθυσμού, των φοιτητών, των ψηφοφόρων και των τηλεθεατών, δεν έδειχναν να αναγνωρίζουν αυτή τους τη δύναμη. Ωστόσο, όπως έχει δείξει το παρελθόν, οι γυναίκες μπορούν να πετύχουν σημαντικές κατακτήσεις, όταν έχουν ξεκάθαρη ατζέντα, χωρίς να απολογούνται, και όταν κινητοποιούνται δημόσια και μαζικά, χωρίς δισταγμό και διάθεση για συμβιβασμό. Γιατί, όσα εμπόδια, όσους μύθους, όσες τιμωρίες και όση υποβάθμιση κι αν αντιμετωπίσουν στο δρόμο προς την ισότητα, κανείς δεν μπορεί να τους στερήσει το δίκαιο του σκοπού τους.

in ,

Αξιολογήστε το άρθρο

41 points
Upvote Downvote

9
ΣΧΟΛΙΑΣΤΕ

Παρακαλούμε Συνδεθείτε για να σχολιάσετε
5 Θέματα σχολίων
4 Απαντήσεις θεμάτων
1 Ακόλουθοι
 
Με τις περισσότερες αντιδράσεις
Δημοφιλέστερο θέμα σχολίου
7 Συντάκτες σχολίων
polkadotslogladyΝατάσσα Γ.Το_κοτσύφιΔιαλεχτή Κιούση Πρόσφατοι συντάκτες σχολίων
  Εγγραφείτε  
νεότερα παλαιότερα δημοφιλέστερα
Ειδοποίηση για
polkadots
Μέλος
Χρόνια συμμετοχής
Συμμετέχων

Συγχαρητήρια για το καταπληκτικό άρθρο.
Αυτό που εμένα εκπλήσσει ακόμα και σήμερα είναι πως γυναίκες που τάσσονται κατά του φεμινισμού , δεν είναι λιγες, καρπώνονται τις επιτυχίες του και τις χρησιμοποιούν ενάντια του φεμινισμού ( π.χ έκδοση βιβλίων για τα ανάλογα θεματα, με την ψήφο τους σε κοινοβούλια , ενω δεν θα είχαν δικαίωμα ούτε να θέσουν υποψηφιότητα ) είναι ένα θέμα που πραγματικά χρήζει έρευνας και αν καποιος/κάποια έχει κάτι στο νου του θα ήθελα να μου το αναφερει.

Το_κοτσύφι
Μέλος
Χρόνια συμμετοχής
Ενθουσιώδης

Για τις σημερινές τέτοιες γυναίκες ο φεμινισμός δεν έχει αιτία ύπαρξης *πλέον*. Η ισότητα έχει επιτευχθεί νομικά, οπότε όλα τα άλλα είναι διαφορές των δύο φύλων οι οποίες υπάρχουν ντε φάκτο και έτσι πρέπει να μείνουν. Το γνωστό επιχειρημα “….ναι αλλά μην τα ισοπεδώνουμε και όλα”.
Δηλαδή η ψήφος είναι οκ,η εργασια είναι εν μέρει οκ και υπό προϋποθέσεις αλλά πάνω από όλα είμαστε μανουλες και γυναίκες,τον αντρα τον θέλουμε αρσενικό etc etc. Γιατί είναι στη φύση μας μην ξεχνάμε όλα αυτά.

Μέλος
Up/Down Voter
Χρόνια συμμετοχής
Επιβεβαιωμένος Χρήστης
Δημιουργός Κειμένων
Εθισμένος στα Lenoji
Advocate

Σ’ευχαριστούμε loglady! Εξαιρετικά ενδιαφέρον. Ειδικά δε το σημείο που αναδεικνύει πως πολλές αντιφεμινίστριες βάλλουν κατά του κινήματος του οποίου καρπώνονται τα οφέλη, καθώς αυτό είναι που τους επέτρεψε μια τόσο δυναμική παρουσία. Μου θύμισε το Handmaid’s Tale, εμπνευσμένο εξάλλου ακριβώς από αυτές τις εξελίξεις (εκδόθηκε το ’85) και τον χαρακτήρα της Serena.

Betty Boop
Μέλος
Εθισμένος στα Lenoji
Up/Down Voter
Χρόνια συμμετοχής
Συνεργάτης

Μπράβο! Καταπληκτικό άρθρο!

Διαλεχτή Κιούση
Μέλος
Δημιουργός Εικόνων
Up/Down Voter
Δημιουργός Κειμένων
Εθισμένος στα Lenoji
Επιβεβαιωμένος Χρήστης
Χρόνια συμμετοχής
Μέντορας

Ευχαριστώ πολύ.
Πολύ ωραία η ιδέα σου να μας ενημερώσεις γιατί πολλές ,όπως εγώ , δεν το χουμε ψάξει καθόλου αν και μας απασχολεί.

Νατάσσα Γ.
Μέλος
Επιβεβαιωμένος Χρήστης
Δημιουργός Περιεχομένου
Χρόνια συμμετοχής
Εθισμένος στα Lenoji
Συνεργάτης

Ευχαριστούμε! αναμένουμε τη συνέχεια 🙂