Aνάμεικτα

Σηκώνω τα μάτια απ’ το παμπρίζ του μικρού μου αυτοκινήτου. Στο βάθος ξεπροβάλλει ο λόφος του Αγίου, βρίσκομαι πλέον κοντά στον προορισμό μου. Γυρνώ από τη Θεσσαλονίκη. Και πάλι πολύ ωραία περάσαμε. Είδαμε φίλες, κάναμε ψώνια, καφέδες και κους κους. Στη θέα του λόφου– σύμβολο της πόλης μου- η καρδιά μου σφίγγεται. Αναρωτιέμαι γιατί να συμβαίνει αυτό κάθε φορά. Πολύ με προβληματίζουν αυτές οι αντιδράσεις μου. Τι μου κανε η πόλη αυτή και δεν τη θέλω καθόλου;

Σκέφτομαι τα συναισθήματα αυτά και προσπαθώ να τα αναλύσω, να βρω την άκρη. Η αλήθεια είναι ότι η πόλη μου μου έδωσε ότι διέθετε. Η πικρή αλήθεια ήταν ότι αυτό που μου δινε το έβρισκα πολύ λίγο. Δεν είχε να μου δώσει και πολλά. Ούτε ομορφιές, ούτε θάλασσες, ούτε ευκολίες, ούτε μεγαλεία, ούτε πλούτη. Μικρή και ασχημούλα η πόλη μου μου γελούσε πάντα λοξά και πάντα εγκάρδια, αλλά μ’ένα γέλιο χοντροκομμένο σαν αυτά που εκμαιεύουν οι φτηνές επιθεωρήσεις. Τη σνόμπαρα την ασχημούλα μου, κι ας ήταν δικιά μου, κι ας μου χαμογελούσε πάντα μέσα από την καρδιά της. Δεν μ’άρεσε ποτέ. Ήμουν εγώ για τέτοια; Εγώ με το έψιλον κεφαλαίο (και bold έτσι το σκεφτόμουνα). ”Εγώ” ήμουν για άλλα, για μεγάλα και τρανά. Ήθελα lifestyle, κατάπια τη σπεσιαλιτέ αυτή των media κι ζητούσα δόξες και τιμές και ομορφιές και πόζες.

Φτάσαμε. Αφήσαμε το αμάξι στην πιλωτή. Τα σκυλιά από τις απέναντι μονοκατοικίες άρχισαν να γαβγίζουν σαν φάλτση ασυντόνιστη σκυλοχορωδία. Ακούστηκε η φωνή της μεγάλης μου κόρης από το πίσω κάθισμα:

”Μαμά, μαμά, να πάω να παίξω με τα κουτάβια της κυρίας Σίτσας και του κυρίου Γιώργου;”. ”Πήγαινε” της λέω, ”εγώ ανεβαίνω στο σπίτι με την αδερφή σου”.

Φορτώνομαι τις σακούλες, παίρνω τη μικρή απ’ το χέρι και ανεβαίνω στο διαμέρισμα.

Φτάνω.”Home sweet home”. Αφήνω τις σακούλες και τακτοποιώ τα ψώνια. Η μικρή ακούγεται απ το υπνοδωμάτιο της:

”Μαμά βαρέθηκα, πάω κάτω να παίξω κι εγώ με τον Σάμι και τον Φοίβο”.

”Πήγαινε” της απαντώ και κατεβαίνει κι αυτή παρέα με την αδερφή της.

Βάζω στο μπρίκι να μου φτιάξω διπλό ελληνικό καφέ. Βάζω μέσα και λίγο κάρδαμο, έτσι κάνουν κι οι Άραβες είχα διαβάσει παλιά σε ένα περιοδικό και το υιοθέτησα στις σπέσιαλ ιδιωτικές στιγμές μου, για να με κακομάθω κι εμένα λιγάκι. Το σπίτι μοσχομυρίζει καφέ και κάρδαμο, ταιριάζει πολύ η μυρωδιά, τελικά κάτι ξέρουν οι Άραβες. Τον βάζω στο φλιτζάνι και κάθομαι πλάι στην μπαλκονόπορτα να τον απολαύσω.

Απέναντι στον λόφο του Αγίου αραιά και που φαίνονται κάποιες βιαστικές για την εποχή πικραμυγδαλιές ή αγριοκερασιές (που να ξέρω εγώ από αυτά), που ανθίσανε χωμένες μέσα στην πυκνή σειρά από τα σκουροπράσινα πεύκα. Στα μονοπάτια του δασσύλιου και στον περιφερειακό του λόφου κόσμος πολύς κυκλοφορεί ντυμένος με έντονα χρώματα: πορτοκαλί, κίτρινα ή πράσινα περπατάει, τρέχει και κάνει ποδήλατο. Σαν χρωματιστά μυρμηγκάκια που ακολουθούν συγκεκριμένες, προδιαγεγραμμένες διαδρομές.

Τα παιδιά με τις σανίδες του σκέητ κατηφορίζουν τσουλώντας στις σανίδες τους το στενό κατηφορικό μας δρομάκι. Ακούγεται δυνατά το σύρσιμο της σανίδας στην κακοδιατηρημένη άσφαλτο, αμέσως μετά ακολουθεί η φαλτσοχορωδία των γνωστών ευέξαπτων τετράποδων γειτόνων. Στο τέλος της πορείας τα αγόρια παίρνουν στη μασχάλη τις σανίδες και ανηφορίζουν το στενό για την επανάληψη, που οι ίδιοι πιστεύουν ότι θα οδηγήσει στην τελική τεχνική αρτιότητα τους. Επί της ουσίας σίγουρα θα οδηγήσει σε πάρτι των ανυπόμονων σκυλιών που περιμένουν καθημερινά την περιοδική αυτή ρουτίνα του απογεύματος.

Ηρεμία. Αραιά και που ακούγεται ένα μακρινό αυτοκίνητο που μαρσάρει ή φρενάρει ή κανένα μηχανάκι με πειραγμένη εξάτμιση. Παραπάνω από τις μισές καμινάδες στις πορτοκαλί στέγες της πόλης καπνίζουν στριφογυρνώντας τα φουρφούρια τους. Η αλήθεια είναι ότι έχει ακόμα κρύο τόσο τα πρωινά όσο και τα βράδια, κι οι συμπολίτες αναγκάζονται ν’ανάβουνε τα τζάκια τους. Παράπονο δεν έχουμε φέτος, αν και η πόλη μας είναι βορινή και βαρδαροχτυπημένη, κρύο δεν μας έκανε ο χειμώνας και γλυτώσανε οι τσέπες μας από τα έξοδα.

Η οροσειρά  απέναντι αχνοφέγγει στην αντηλιά του δειλινού. Μ’αρέσει η θέα σ αυτόν τον ανοικτό ορίζοντα. Αυτόν τον ορίζοντα ατενίζω κάθε φορά που κάθομαι στο μπαλκόνι μου και πίνω το καφεδάκι μου.

Νύχτωσε πια. Τα παιδιά με τις σανίδες και τα σκυλιά που τα συνοδεύουν ηχητικά πάψανε να ακούγονται, μικρές φωνούλες μόνο πιάνω από την πιλωτή, τα μικρότερα παιδιά παίζουν εκεί με μπάλες και λάστιχα, κοριτσάκια τα περισσότερα κάνουν κατά καιρούς και αυτοσχέδιες περίτεχνες χορογραφίες στα εφηβικά και προεφηβικά χιτ της εποχής, αργότερα κατά το Πάσχα θ’ αρχίσουν να βγαίνουν στον ακάλυπτο με τα καινούρια αστραφτερά ποδήλατα για τις πρώτες τους βόλτες.

Ωχ ξεχάστηκα, έχω και δύο παιδιά. Πω πω τα ξέχασα…

”Κορίτσιαααα!!!! Ελάτεεεε!!!” φωνάζω απ το μπαλκόνι.

Ακούγεται η απόκρισή τους με μια μικρή καθυστέρηση ”Έλα μαμάαααα….Όχι ακόμηηηηη….” . ”Καλά” απαντώ  ”σε πέντα λεπτά!”, με άγριο τόνο στη φωνή μου.

”Εντάξειιιιι!!!!” αποκρίνονται.

Κάθε φορά οι ίδιες ατάκες, σαν να επαναλαμβάνουμε με προσοχή τα λόγια του ίδιου θεατρικού έργου. Σαν να χουμε θεατές σε αυτούς τους διαλόγους που θα μας πιστέψουν, ότι δηλαδή εγώ είμαι αυστηρή, αυτές ατίθασες και ο χρόνος επιστροφής τους απ’ τα παιχνίδια είναι ακριβώς πέντε λεπτά αργότερα! Το μακρύτερο πεντάλεπτο που υπάρχει!

Μαζεύω την κούπα του καφέ στον νεροχύτη και την ξεπλένω. Ακούγονται φωνές απ’ το ασανσέρ. Χαρούμενες παιδικές φωνές. Έρχονται. Ανοίγω διάπλατη την εξώπορτα και φεύγω για το μπάνιο να δω αν έχει ζεστό νερό για το μπάνιο τους. Η πόρτα ακούγεται πίσω μου να κλείνει, δεν μπαίνω καν στον κόπο να κοιτάξω ποιος μπορεί να είναι. Οι γνωστές κοριτσίστικες φωνές μεταφέρονται πλέον μέσα στο σπίτι.

Φωνάζω δυνατά ενώ δοκιμάζω το νερό στο χέρι μου: ”Βγάλτε μπουφάν και παπούτσια, και ετοιμαστείτε για μπανάκι!!!!”.

Νύχτωσε για τα καλά. Τα κορίτσια κοιμήθηκαν αποκαμωμένα. Η μεγάλη στο κρεβάτι της από τις εννιά, η μικρή στον καναπέ βλέποντας το αγαπημένο της σήριαλ, τη μουρμούρα. Εδώ που τα λέμε κι εγώ δεν βλέπω να αντέχω για πολύ. Χαζολογώ στο Facebook, κοιτάζω τις αναρτήσεις των γειτόνων, συγγενών και φίλων. Χίλιοι και οι Σύριοι πρόσφυγες στο δίπλα χωριό έχουν ανάγκη από είδη πρώτης ανάγκης, παραπέρα η κατάσταση έφτασε πλέον στο αδιαχώρητο. Πόσα όνειρα άραγε να κρύβονται και να περιμένουν υπομονετικά σε αυτά τα κέντρα υποδοχής προσφύγων; Πόσα όνειρα απ’ την άλλη να θάβονται εκεί καθημερινά; Άραγε, τι κόστος έχουν το κέρδος ή η χασούρα των ονείρων αυτών σε ανθρώπινη αξιοπρέπεια;

Κλείνω το wi-fi, βάζω το κινητό μου σε λειτουργία πτήσης, σηκώνομαι από τον καναπέ με βήμα βαρύ, κλειδώνω τέσσερις φορές την κλειδαριά ασφαλείας, σβήνω το φως και πάω για ύπνο.

Καληνύχτα.

Ακολουθήστε την Α,ΜΠΑ; στο Google News

in

Αξιολογήστε το άρθρο

32 points
Upvote Downvote

15
ΣΧΟΛΙΑΣΤΕ

Παρακαλούμε Συνδεθείτε για να σχολιάσετε
8 Θέματα σχολίων
7 Απαντήσεις θεμάτων
2 Ακόλουθοι
 
Με τις περισσότερες αντιδράσεις
Δημοφιλέστερο θέμα σχολίου
10 Συντάκτες σχολίων
Jelly RollΔιαλεχτή ΚιούσηKritikothessalonikiaPhoebe Buffay-Hanniganverve de vie Πρόσφατοι συντάκτες σχολίων
  Εγγραφείτε  
νεότερα παλαιότερα δημοφιλέστερα
Ειδοποίηση για
acantholimon
Μέλος
Χρόνια συμμετοχής
Up/Down Voter
Εθισμένος στα Lenoji
Ειδικός

Μου μύρισε ο καφές με το κάρδαμο.Μ’άρεσε πολύ.

Phoebe Buffay-Hannigan
Μέλος
Δημιουργός Κειμένων
Up/Down Voter
Χρόνια συμμετοχής
Εθισμένος στα Lenoji
Ενθουσιώδης

κι εμένα μου μύρισε! είν’ ο απογευματινός μου καφές… ή κάρδαμο θα κοπανίσω ή λίγη κανελίτσα θα βάλω! μυρωδιές που βοηθάνε και στη διάθεση 😉
πάλι πολύ όμορφο και νοσταλγικό το κείμενό σου, Διαλεxτή με το τόσο διαλεxτό όνομα! <3

Flying Grandma
Μέλος
Εθισμένος στα Lenoji
Χρόνια συμμετοχής
Up/Down Voter
Δημιουργός Κειμένων
Advocate

Υπέροχο Διαλεχτή το κείμενο σου.
Μάλλον μεγάλωσα και εγώ σε αυτή την μικρή πόλη με τον λόφο του Αγίου και τον κάμπο που απλώνεται γυρω από την πόλη. Όσο ήμουν παιδί δεν με χώραγε και τώρα όποτε δυσκολεύουν τα πράγματα όλο εκεί πετάει το μυαλό μου.

Peggy Olson
Μέλος
Χρόνια συμμετοχής
Συμμετέχων

Πόσο όμορφο άρθρο, Διαλεχτή. Και Α,μπα. Πόσο μου άρεσε.
Πόσο ωραίες οι αληθινές στιγμές. Οι κοντινές. Τα παιδιά που φωνάζουν, το ελληνικό καφεδάκι. Η παρέα. Αυτή είναι η παρέα : το καφεδάκι σου και τα παιδιά σου. Δε θες τιποτ’ άλλο.
Κάποτε, έλεγα, η Θεσσαλονίκη ήταν υπόσχεση. Μια υπόσχεση ευτυχίας: οι άντρες, τα θέατρα, οι συναυλίες, τα μπαρ. Οι διαλέξεις, τα συνέδρια, τα βιβλία, οι συζητήσεις.
Τα έζησα όλα αυτά, παράπονο δεν έχω. Χόρτασα. Και είμαι καλά.
Αλλά κάποτε, χρειάζονται κι αυτά. Τα παιδάκια. Η νέα ζωή. Τα νέα όνειρα.

Ms.Lego
Μέλος
Εθισμένος στα Lenoji
Up/Down Voter
Χρόνια συμμετοχής
Ήρωας

πολυ ομορφο..

verve de vie
Μέλος
Χρόνια συμμετοχής
Εθισμένος στα Lenoji
Συμμετέχων

Η μεγαλοσυνη των μικρων στιγμων. Ωραιο.

Jelly Roll
Μέλος
Δημιουργός Κειμένων
Up/Down Voter
Χρόνια συμμετοχής
Ειδικός

Τι όμορφο! Κι εμένα μου μύρισε ο καφές, κι ας μην έχω πλησιάσει ποτέ μου καφέ με κάρδαμο, δεν νομίζω καν να ξέρω πως μυρίζει το κάρδαμο.

Τι ωραίο πράγμα να μπορείς να αφήσεις τα πιτσιρίκια σου να πάνε να παίξουν μόνα τους και να έχει παιδάκια η γειτονιά… Δεν είχα ποτέ την ευκαιρία να ζήσω τέτοια γειτονιά ως παιδί, και δεν νομίζω αν ποτέ κάνω παιδιά να έχουν κι αυτά αυτή τη δυνατότητα. Τι να πεις, είναι πολύ μακριά ως τότε, εδώ δεν ξέρω τι θα κάνω και που θα είμαι την επόμενη χρονιά.

Kritikothessalonikia
Μέλος
Up/Down Voter
Εθισμένος στα Lenoji
Χρόνια συμμετοχής
Συνεργάτης

“Τι μου κανε η πόλη αυτή και δεν τη θέλω καθόλου;” Δεν είσαι η μόνη που το αναρωτιέται αυτό Διαλεχτή μου με τ ωραίο όνομα. Εσύ πας στη Θεσσαλονίκη να ξεσκάσεις κ εγώ έφυγα από αυτή. Μα τι μου κανε αυτή η πόλη και δε την θέλω καθόλου; Τόσο όμορφη και ξακουστή , κι όμως φοβάμαι να γυρίσω.. Μα τί μου έκανε ..; Πολύ όμορφο κείμενο , να είσαι καλα!

Mia idea
Μέλος
Εθισμένος στα Lenoji
Χρόνια συμμετοχής
Ειδικός

Ε όχι και δεν είναι ωραίο το Αίγιο, όχι και δεν έχει ομορφιές και θάλασσες…υπάρχει ωραιότερο μέρος από την Αχαΐα, αυτό το ταξίδι Αθήνα Πάτρα για πάντα θα μου μείνει, το πράσινο, η τελευταία κατηφόρα με την Παλιοβούνα απέναντι, πιο πριν ο χελμός, οι παλιές γραμμές του τρένου, οι μικρές κρυμμένες παραλίες με βότσαλα και πράσινα νερά, η ηρεμία του ψαθόπυργου….μόνο νοσταλγία γιαυτά τα μέρη.

Phoebe Buffay-Hannigan
Μέλος
Δημιουργός Κειμένων
Up/Down Voter
Χρόνια συμμετοχής
Εθισμένος στα Lenoji
Ενθουσιώδης

όμορφη διαδρομή ναι!