Εγώ φτιάχνω καφέ από το φακελάκι, εκείνος κάνει grind τους δικούς τους κόκκους καφέ. Κάθεται απέναντι μου στο σκαμνί, και μου διαβάζει αποσπάσματα από το τελευταίο βιβλίο του Pomerantsev. Ακόμα με εκπλήσσει ευχάριστα η διάθεση του να μοιραστεί μαζί μου οτιδήποτε τον συναρπάζει. Εγώ του λέω πως τελικά το Real Life του Brandon Taylor που διαβάζω δεν πήρε το Booker Prize, το πήρε ένα άλλο. Σκέφτομαι μήπως εξαπατήθηκα από το «δυνατό» τραπέζι στο βιβλιοπωλείο- αυτό που διαβάζω μου προκαλεί κάποια περίεργα συναισθήματα διότι παρουσιάζει μια κενή ζωή ενός διδακτορικού. Το διαβάζω το μεσημέρι καθώς τρώω ψαρόσουπα. Ρίχνω ματιές έξω από το παράθυρο, σε ένα σκιουράκι στο απέναντι δέντρο. Φαίνεται πως μπορούν να περπατήσουν ανάποδα και να ισορροπήσουν τέλεια σε ένα πολύ λεπτό κλαδί.
Του λέω να πάρουμε φρέσκα μανιτάρια από το farmers market. Συμφωνεί και μου λέει πως θα πάρει γερμανικά μπισκότα Χριστουγέννων για να θυμηθεί πως ήταν παιδί. Και όμως είμαστε ακόμα παιδιά, νιώθουμε.
Διαφωνούμε συχνά για το φιλτραρισμένο νερό στα φυτά, ελέγχουμε την υγρασία τους. Είναι πολλά τα φυτά μέσα στο σπίτι.
Αποφασίζουμε να βγούμε έξω. Στο λεωφορείο το Λονδίνο απλώνεται μεγάλο, ένα (από)-τύπωμα ανάμνησης. Κανείς δεν υπάρχει να μας κρατήσει το χέρι.
Ξεκινάει και παίζει το rewind- βλέπω το πριν. Να περπατάμε μεθυσμένοι προς το μετρό, να μιλάμε έξω από το εστιατόριο με φίλους, να αγοράζουμε αλκοόλ πριν το μεγάλο πάρτυ, να γέρνουν στον ώμο μου φίλοι και γνωστοί στο τέλος της νύχτας. Κανείς δεν υπάρχει να μου κρατήσει το πρόσωπο, η μάσκα θολώνει το τζάμι. Έφυγαν όλοι. Κάθε επιφάνεια είναι μολυσμένη, η τελευταία ανάμνηση περιέχει να γλύφω τα δάχτυλα μου μετά από fish and chips στο pub quiz. Αυτό θα ξανασυμβεί, λέω στον εαυτό μου αποφασιστικά.
Βλέπω ανθρώπους να περπατάνε στο δρόμο στο Bank. Να γελάνε. Τα κτήρια γραφείων ερμητικά κλειστά. Ένα φως φέγγει πάνω σε ένα φτηνό τραπέζι της ρεσεψιόν. Το αντισηπτικό στέκεται επιτακτικά περιμένοντας το χέρι του φύλακα. Μοιάζει σαν μια αυτοσχέδια σκηνή, μια κίτρινη polaroid φωτογραφία.
Το ασυνήθιστα φτηνό και παλιό κίτρινο τραπέζι του WeWork. Είμαστε όλοι μάρτυρες αυτού.
Πάντα κοιτούσα έξω από το παράθυρο, μα τώρα είναι αλλιώς. Μια κυρία βγάζει φωτογραφία τη φίλη της που ποζάρει μέσα σε έναν μαύρο τηλεφωνικό θάλαμο. Είναι πολύ κρίμα, σκέφτομαι, γιατί ο κόκκινος θάλαμος είναι αυτός που αναζητούσαν αλλά ποτέ δεν βρήκαν έναν τέτοιο στο Bank. Οι τουρίστες δεν πεθαίνουν ποτέ. Το Λονδίνο δεν θα πεθάνει ποτέ, ούτε εμείς σε αυτό.
Σηκώνομαι από το γραφείο για να βάλω το βραστήρα να ζεσταθεί και έχει ήδη σκοτεινιάσει. Ο ήχος του βραστήρα με εξιτάρει, έχω αγοράσει άλλωστε πέντε διαφορετικές γεύσεις τσαγιού για αυτή τη καραντίνα. Η βροχή απέξω ακούγεται σαν να είναι η τέλεια βροχή.
Μου λέει πως του λείπει η ανθρώπινη επαφή, η κανονική ζωή. Κουνάω το κεφάλι μου συγκαταβατικά γιατί συμφωνώ. Του λέω πως πάντα εκείνος νιώθει τα συναισθήματα πρώτος. Εγώ είμαι σε ένα διαρκή στοχασμό επειδή το απαιτεί η δουλειά μου. Στις σκέψεις μου. Του λέω πως όταν ήμουν 16 έγραφα κείμενα στα Ελληνικά και τα έστελνα στους φίλους μου για να εκφραστώ ολοκληρωμένα.
Από τότε έχω να γράψω.
Ακολουθήστε την Α,ΜΠΑ; στο Google News
Αχ, τι ωραία που αποτυπώνεις την (λιγουλάκι posh) ζωή στο Λονδίνο. Θα ξαναέρθουν οι όμορφες μέρες και οι έξαλλες νύχτες. Μέχρι τότε 💜
Υπέροχο κείμενο, συνέχισε να γράφεις σε παρακαλώ. Πράγματι, είναι τόσο διαφορετικό το Λονδίνο τώρα. Αλλά θα ξανάρθει η κανονικότητα, απλώς δεν θα τη δεχτούμε ως δεδομένο όπως πριν. Ίσως αυτό να την κάνει ακόμα πιο όμορφη.
Πολυ όμορφο κείμενο. Ένιωσα ενα γλυκο σφίξιμο διαβάζοντας το. Γράφεις πολυ ωραία. ❤
Τι ομορφο.. το εκανα κ εικονα γραμμη γραμμη και ηθελα κ συνεχεια. Θα ηθελα πολυ να διαβασω κ αλλα!
Θα ερθουν παλι ωραιες στιγμες, με ανεμελες κινησεις, χωρις μασκες, γαντια και γεματες αγκαλιες.
Πολύ όμορφο! Συνέχισε να είσαι δημιουργική!
Κάνω περίπου τις ίδιες διαδρομές. Ή μάλλον έκανα προ Covid, τώρα μόνο σπίτι.