Ενώ εκείνη “δίδασκε” στους πιστούς τηλεθεατές της πώς μπορούν να φτιάξουν μοσχαράκι μπουργκινιόν, εκείνος κυριολεκτικά σερνόταν στη μοκέτα του τηλεοπτικού πλατό, κρατώντας πινακίδες που πάνω τους έγραφαν: “Μη σταματάς!”, “Χαμογέλα!”, “Ίσιωσε τα φρύδια σου!”, “Σκούπισε τον ιδρώτα σου”, “Μην ξεχάσεις τα μανιτάρια!”, “Είσαι θησαυρός!”…
Εκείνη ήταν η Τζούλια Τσάιλντ, η πρώτη τηλεοπτική μαγείρισσα που ενέπνευσε όλη την υπόλοιπη ορδή -ανά τον κόσμο- τηλεοπτικών σεφ και multimedia μαγείρων. Εκείνος, ήταν ο Πωλ Τσάιλντ, ένας άντρας 10 χρόνια μεγαλύτερος της, κοσμογυρισμένος, κοσμοπολίτης, αυστηρός, που ίσως ποτέ δεν είχε φανταστεί τον εαυτό του με μία γυναίκα σαν τη θρυλική παρουσιάστρια του «The French Chef».
Ωστόσο, κάπου στα 60 του δεν είχε κανένα πρόβλημα να κρατά τις “χαζοκάρτες” της γυναίκας του -έτσι αποκαλούσε το ζευγάρι αυτό το ιδιότυπο ότο κιου της εποχής-, να σέρνεται στα πατώματα για να μην τον “πιάνει” η κάμερα και να υποστηρίζει κάθε καινούρια μαγειρική έμπνευση της γυναίκας που μπήκε στη ζωή του για να του αλλάξει μυαλά και κοσμοθεωρία.
Γιατί, η δυναμική της σχέσης αυτού του ζευγαριού δεν ήταν πάντα αυτή που περιγράφεται στις πρώτες παραγράφους. Όταν ο Πωλ γνώρισε τη Τζούλια δεν ενθουσιάστηκε ακριβώς και τα αισθήματα ήταν… αμοιβαία.
Εκείνος είχε ήδη ζήσει στη Γαλλία και την Ιταλία, ήταν κάτοχος μαύρης ζώνης στο τζούντο και απολάμβανε αυτό που λέμε fine dinning, πολύ πριν η Τσάιλντ αποφασίσει να διδάξει γαλλική κουζίνα στους Αμερικανούς.
Όταν γνωρίστηκαν το 1944, εκείνη είχε την ανατροφή όλων των “καλών κοριτσιών” της Πασαντίνα, δεν είχε ζήσει ποτέ στο εξωτερικό και εργαζόταν ως κειμενογράφος στη Νέα Υόρκη μετά την αποφοίτησή της από το Smith College.
Κόντρα στις επιθυμίες των γονιών της -και αφού απέρριψε την πρόταση γάμου του Χάρισον Τσάντλερ, γιου του εκδότη Χάρι Τσάντλερ των L.A. Times – εντάχθηκε στο δυναμικό του Γραφείου Στρατηγικών Υπηρεσιών, την υπηρεσία πληροφοριών των Ηνωμένων Πολιτειών κατά τη διάρκεια του Β’ Παγκοσμίου Πολέμου. Μετά από μια περίοδο στην Ουάσιγκτον, την έστειλαν στη Σρι Λάνκα, εκεί όπου τελικά γνώρισε τον Πωλ.
Τα όσα γράφει εκείνος σε επιστολές προς τον αδελφό του, για τη γνωριμία του με την Τσάιλντ, μόνο ενδεικτικά μίας φλογερής γνωριμίας δεν είναι.
Γράφει για την «εξαιρετικά αφρόντιστη σκέψη της», εκείνο το «ανάρμοστο ξανθό μουστάκι» που φυτρώνει πάνω από τα χείλη της και άλλα τέτοια σίγουρα μισογυνικά, ωστόσο σπαράγματα για την εμφάνιση των γυναικών μιας άλλης εποχής και μετά αρχίσει η… αποκάλυψη.
Ο Πωλ θέλει να γνωρίσει τον κόσμο σ’ αυτήν την -για τα δικά του μάτια- ατημέλητη γυναίκα που όμως έχει μία επιμονή στις σκέψεις και τα θέλω της.
Ταξιδεύουν μαζί στην Κίνα και τη Γαλλία, όπου και μετακομίζουν το 1948. Την πρώτη τους μέρα στη Γαλλία την πηγαίνει στο “La Couronne”, το οποίο μετά από περισσότερα από 600 χρόνια λειτουργίας ήταν το παλαιότερο εστιατόριο της χώρας, και της παραγγέλνει αυτό που η ίδια αργότερα θα χαρακτηρίζει ως το σημαντικότερο γεύμα της ζωής της.
“Συχνά συγκρίνω τη σχέση τους με το “My Fair Lady”, όπου είναι η Τζούλια είναι η πρόθυμη μαθήτρια όπως η Eliza Doolittle και ο Πωλ, ο εκλεπτυσμένος ηλικιωμένος που τη διδάσκει όσα αγνοεί για τον πολιτισμό, την τέχνη και την πολιτική”, λέει ο Alex Prud’homme, ο ανιψιός της Τσάιλντ, ο οποίος έχει γράψει τρία βιβλία για τη ζωή και την περιπετειώδη διαδρομή της στα μαγειρικά ήθη του κόσμου.
«Στο πρώτο ημίχρονο αυτής της σχέσης, ο Πολ ήταν ο ηγέτης και μετά, πολύ πολύ σκόπιμα, όλα ανατράπηκαν. Εκείνη βρέθηκε στην κορυφή και εκείνος έμεινε από κάτω να τη θαυμάζει. Αυτούς τους δύο δεν μπορούσες να τους ξεχωρίσεις. Δεν μπορούσες να έχεις τον έναν χωρίς τον άλλο”, εξηγεί.
Αυτό το love story που εξελίχθηκε στο πλέον φεμινιστικό της εποχής τους, βρίσκεται στο επίκεντρο ενός νέου ντοκιμαντέρ με τίτλο «Julia», το οποίο ήδη έχει κάνει πρεμιέρα νωρίτερα μέσα στον Νοέμβριο. Τη σκηνοθεσία υπογράφουν από κοινού η Julie Cohen και η Betsy West, οι σκηνοθέτες πίσω από το πορτρέτο της θρυλικής δικαστή Ruth Bader Ginsburg το 2018.
Και σ’ αυτή την ταινία, ο Μάρτι, ο σύζυγος της Γκίνσμπεργκ, ήταν ακριβώς το είδος του φεμινιστή συζύγου που όχι μόνο δεν μπαίνει εμπόδιο στην καριέρα της γυναίκας του, αλλά γίνεται πρακτικά ο δρόμος, ο δίαυλος για να περάσει εκείνη, κερδίζοντας τις μάχες που εξ αρχής είχε επιλέξει να δώσει με τα στερεότυπα και τις μισογυνικές θεωρίες μέσα στα χρόνια.
«Νομίζω ότι η ύπαρξη του υποστηρικτικού, στοργικού, φεμινιστή συζύγου που παίζει ρόλο στην επιτυχία αυτών των δύο γυναικών δεν είναι τυχαία», λέει η Κοέν για τις κινηματογραφικές θεματικές με τις οποίες επιλέγει να ασχοληθεί τα τελευταία χρόνια.
«Και δεν είναι μόνο ότι ο Πωλ βοηθούσε με όλο του το είναι τη Τζούλα στο πλατό. Είναι ότι ήταν πρόθυμος να υποστηρίξει και να τιμήσει τη Τζούλια σε αποφάσεις που μερικές φορές θα μπορούσαν να αποβούν εις βάρος της δικής του καριέρας. Κατανοούσε ότι η σύζυγός του ήθελε να κατακτήσει κορυφές που καμιά γυναίκα δεν είχε σκεφτεί να κυνηγήσει πριν και έπραττε ακριβώς όπως ο Μάρτι Γκίνσμπεργκ με το Ρουθ», λέει χαρακτηριστικά.
Μετά την εμπορική επιτυχία του “RBG”, για την Κοέν έγινε σαφές ότι υπήρχε “τεράστια όρεξη για περισσότερες ιστορίες που εμβαθύνουν στην ιστορική ζωή γυναικών που καινοτόμησαν στο αντικείμενό τους, που υπήρξαν πρωτοπόρες και ενεργητικές”.
Η Τσάιλντ, όπως εξηγεί η σκηνοθέτις, πέρα από τις μαγειρικές καινοτομίες της, άλλαξε πολλά στην τηλεόραση για τις γυναίκες. Μέχρι τη δική της αυθόρμητη, γάργαρη εμφάνιση στα τηλεοπτικά πλατό, γυναίκες δημιουργοί περιεχομένου δεν υπήρχαν. Εκείνο που… απαιτούσε κανείς από μία γυναίκα που εμφανιζόταν στην τηλεόραση, ήταν να είναι γλυκιά, όμορφη, να διαβάζει έτοιμα κείμενα και να μη λέει ποτέ τη γνώμη της.
Η Τσάιλντ σίγουρα δεν ήταν αυτός ο τύπος γυναίκας. Ήταν παθιασμένη, αυθόρμητη, παρορμητική πολλές φορές, είχε δημιουργικές ιδέες και δεν δίσταζε να τις στηρίξει με σθένος και κυρίως δεν έμπαινε σε καλούπια και “γυναικείους τρόπους”, όπως κάποτε της είχαν συστήσει.
«Αγαπητέ μου Πώλσκι», έγραφε στον Πωλ το 1945, «ω, λατρεύω να μαθαίνω νέα σου! Πιάνω τον εαυτό μου να στήνει καρτέρι στο γραμματοκιβώτιο. Όταν διαβάζω τα γράμματά σου, βυθίζομαι σε μια ευχάριστη ζεστασιά και μια απόλαυση που με κάνει να λάμπω. Τι μου έχεις κάνει, τέλος πάντων, που συνεχίζω να σε λαχταρώ έτσι;»,
Να μια επιστολή που καμία γυναίκα δεν θα τολμούσε να γράψει εκείνη την εποχή και πέρα από τα ερωτικά πειράγματα έδειχνε στον σύζυγό της, ότι εδώ υπήρχε μία περίπτωση που θα μπορούσε να πάει πολύ μακρύτερα από ένα – δύο όχι ακριβώς επιτυχημένα ραντεβού;
Το 1948, το ζευγάρι θα μετακομίσει στο Παρίσι, αφού ο Πωλ θα διοριστεί υπεύθυνος στην Υπηρεσία Πληροφοριών των ΗΠΑ. Η Τζούλια θα περνά τον καιρό, μαθαίνοντας να μαγειρεύει cordon bleu. Είναι μία ευχάριστη, στοχαστική περίοδος και για τους δύο, όπου εκείνη αρχίζει να πλαισιώνει πια ολόσωστα το όνειρο της ζωής της.
Ήταν, όμως, φεμινίστρια η Τσάιλντ; Σύμφωνα με την Κοέν, ασχέτως αν η Τσάιλντ δεν είχε τοποθετηθεί ποτέ ξεκάθαρα επί του θέματος, ωστόσο, ναι, ήταν.
«Αν με τον όρο μιλάμε για μία γυναίκα που πίστευε ότι όλες οι γυναίκες έχουν το αναφαίρετο δικαίωμα να ορίσουν τον εαυτό τους ξέχωρα από τους άντρες στη ζωή τους, τότε σίγουρα ήταν», λέει.
Το θέμα με την Τσάιλντ ήταν ότι ποτέ δεν μιλούσε για τα αρνητικά συναισθήματα. Πάλευε για την ισότητα στο κυνήγι των ονείρων εμπράκτως. Κι όπως λένε και οι άνθρωποι της παραγωγής αυτού του νέου ντοκιμαντέρ, παρά το γεγονός ότι ακόμη και μετά τον θάνατο του Πωλ το 1994, είχε συντροφική ζωή, ωστόσο ποτέ δεν θεώρησε ότι θα αναπληρώσει το ισότιμο αυτής της σχέσης -μια απολύτως φεμινιστικής σχέσης- με κάποιον άλλο…
Με στοιχεία από Los Angeles Times
Ακολουθήστε την Α,ΜΠΑ; στο Google News
