Δεκαετίες τώρα, υπάρχει μία μάλλον παραπλανητική ανοιχτή συζήτηση για τις γυναίκες του ισλαμικού κόσμου, μία συζήτηση που αποκηρύσσει ασυζητί τη μαντίλα -ο λόγος γίνεται για το χιτζάμπ, τη μαντίλα που καλύπτει το κεφάλι των γυναικών του Ισλάμ και όχι για το νικάμπ ή τη μπούρκα που τυλίγει ολόκληρο το σώμα- και για το κατά πόσο ο φεμινισμός δέχεται αυτή τη συνθήκη.
Η Rajaa Natour, διευθύντρια σύνταξης της Haaretz, από τις πιο φωτισμένες των -μη δυτικών- media και από τις πλέον ψύχραιμες φωνές, σε πρόσφατο άρθρο της αναλύει και εξηγεί γιατί η ανανεωμένη θερμή συζήτηση που έχει προκύψει για το Ιράν μετά τη βίαιη γυναικοκτονία της Mahsa Amini από το καθεστώς του, δεν αφορά (μόνο) το χιτζάμπ και γιατί είναι προσβλητικό οι διαδηλώσεις του γενναίων γυναικών του Ιράν να υποβαθμίζονται σε επίπεδο μαντίλας, ενώ το πραγματικό ζητούμενο είναι η ελευθερία και η αποκαθήλωση της πατριαρχίας.

«Διαδηλώνουν με δύναμη και θάρρος στους δρόμους της πατρίδας τους, στους δρόμους που τις τελευταίες δύο εβδομάδες έχουν γίνει εξαιρετικά επικίνδυνοι γι’ αυτές. Φωνάζουν: «Θα πεθάνουμε για το Ιράν», «Θάνατος στον δικτάτορα» και «Γυναίκες, ζωή, ελευθερία». Και ακόμη και τώρα πολλοί άνθρωποι, συμπεριλαμβανομένων των δυτικών μέσων ενημέρωσης, υποβαθμίζουν με θράσος τη διαμαρτυρία των Ιρανών γυναικών σε μια μάχη ενάντια στη χρήση του χιτζάμπ.
Είναι πολιτικό και φεμινιστικό λάθος να αντιμετωπίζουμε τη διαμαρτυρία των Ιρανών γυναικών ως διαμαρτυρία μόνο κατά της χρήσης του χιτζάμπ, επειδή η διαμαρτυρία τους είναι ευρύτερη, πολύ μεγαλύτερη από αυτό.
Πρώτον, οι Ιρανές γυναίκες δεν διαμαρτύρονται κατά του χιτζάμπ, αλλά κατά του ότι τους επιβάλλεται να το φορούν. Διαμαρτύρονται κατά της πολιτικοποίησής του και κατά της βίαιης επιβολής του προκειμένου να τις αποκλείσουν ως σώματος και ως πνευματικές αυθύπαρκτες οντότητες από τη δημόσια σφαίρα.
Διαμαρτύρονται για το βαθύ, συστηματικό και βίαιο έμφυλο απαρτχάιντ, το οποίο βασίζεται στον συστημικό θρησκευτικό νόμο της Σαρία – ο εξαναγκασμός τους να φορούν το χιτζάμπ είναι μόνο ένα από τα κραυγαλέα και σεξιστικά χαρακτηριστικά αυτού του νόμου.
Ως εκ τούτου, τόσο ο αραβικός όσο και ο δυτικός φεμινιστικός λόγος επικεντρώνονται σε αυτό, αντί να συζητήσουν τους μηχανισμούς που υποστηρίζουν και επιτρέπουν τη συνέχιση αυτού του συστήματος.
Το ίδιο έμφυλο απαρτχάιντ περιλαμβάνει πολύ ευρεία ζητήματα όπως ο γάμος ανήλικων κοριτσιών, η επιμέλεια των παιδιών, η ελευθερία μετακίνησης χωρίς την έγκριση κηδεμόνα, τα εργασιακά δικαιώματα και ένας μακρύς κατάλογος ν νόμων περί γάμου που εισάγουν διακρίσεις εις βάρος των Ιρανών γυναικών και τις υποβάλλουν στον απόλυτο έλεγχο των ανδρών. Γι’ αυτό διαδηλώνουν, αυτός είναι ο πυρήνας της διαμαρτυρίας του.
Οι ανήλικες νύφες του Ιράν: γιατί ο αριθμός τους εκτοξεύτηκε τα τελευταία χρόνια
Δεύτερον, επειδή η καρδιά του αγώνα του δεν είναι μόνο το ίδιο το χιτζάμπ, αλλά αυτό που συμβολίζει, οι Ιρανές γυναίκες εντός και εκτός Ιράν δεν απαιτούν από τις αδελφές τους εντός και εκτός της χώρας να αρνηθούν να το φορέσουν, αλλά κυρίως διεκδικούν το βασικό τους δικαίωμα στην επιλογή στη διεκδίκηση της αυτοδιάθεσης του σώματός τους και εφιστούν την προσοχή στο γεγονός ότι το γυναικείο σώμα είναι κάτι πολύ περισσότερα από (απλώς) μαλλιά.
Θέλουν να αποφασίζουν οι ίδιες για το σώμα τους χωρίς να υπαγορεύουν σε άλλες γυναίκες σε άλλα μέρη του κόσμου, οι οποίες αγωνίζονται για το δικαίωμά τους να φορούν χιτζάμπ, τι να κάνουν.
Υπό αυτή την έννοια έχουν καταλάβει – σε αντίθεση με το μεγαλύτερο μέρος της κυρίαρχης δυτικής φεμινιστικής συζήτησης – ότι η τυφλή υποστήριξη της άρνησης να φορέσουν το χιτζάμπ και από την άλλη πλευρά, η τυφλή υποστήριξη του να το φοράει κάποια είναι το ίδιο πράγμα. Και οι δύο ανοιχτές συζητήσεις αρνούνται στις Ιρανές και άλλες μουσουλμάνες γυναίκες σε όλο τον κόσμο την κυριότητα του σώματός τους και νομιμοποιούν τη συνεχιζόμενη βία κατά του γυναικείου σώματος των μουσουλμάνων, το οποίο σε κάθε περίπτωση διώκεται και αποκλείεται.
Όταν οι Ιρανές γυναίκες έκαψαν τα χιτζάμπ τους, όσον αφορά τις ίδιες, έκαψαν ένα από τα σύμβολα του ιρανικού καθεστώτος και όχι ένα μουσουλμανικό σύμβολο. Προσπαθούν να εξαλείψουν την εξαναγκαστική σύνδεση μεταξύ του χιτζάμπ και της ηθικής τους και το φράγμα της αποξένωσης που κατασκευάζει το καθεστώς μεταξύ αυτών και του συλλογικού γυναικείου σώματός τους. Με αυτή την έννοια μεταδίδουν σε όλες τις μουσουλμάνες γυναίκες την ιδέα, το μήνυμα ότι είναι όλες στην ίδια πλευρά, την πλευρά που αντιτίθεται στον εξαναγκασμό και την έμφυλη βία.
Γιατί η σεξουαλικότητα και η ηθική των γυναικών του μουσουλμανικού κόσμου, σε αντίθεση με τη σεξουαλικότητα των μουσουλμάνων ανδρών, βρίσκεται υπό συνεχή ανδρική επιτήρηση και συζήτηση; Γιατί οι άνδρες παντού συνεχίζουν να ελέγχουν τη συζήτηση για το χιτζάμπ και να υπαγορεύουν το περιεχόμενό της;
Όταν οι Ιρανές γυναίκες περπατούσαν στους δρόμους και φώναζαν «Γυναίκα, ζωή και ελευθερία», έλεγαν ευθέως ότι απαιτούν πλήρη και άνευ όρων ελευθερία και ότι ο αγώνας τους είναι ευρύτερος από το ζήτημα της εξαναγκαστικής χρήσης του χιτζάμπ.
Ως εκ τούτου, ο περιορισμός του αγώνα των Ιρανών γυναικών σε ένα και μόνο αίτημα, δηλαδή να σταματήσει η επιβολή του χιτζάμπ όχι μόνο ισοπεδώνει την ιρανική πολιτική φεμινιστική συζήτηση, αλλά την περιορίζει με βάση τον κυρίαρχο δυτικό φεμινιστικό λόγο και κατά συνέπεια παρουσιάζει τη γυναίκα του Ιράν ως κατώτερη.
Με άλλα λόγια, όταν μιλάμε για το αίτημα του να δείχνουμε τα μαλλιά μας δημοσίως, πρακτικά μιλάμε για το αίτημα μόνο μίας συγκεκριμένης ομάδας μουσουλμάνων γυναικών που βρίσκονται σε πόλεμο με τον κλήρο και τους πλέον οπισθοδρομικούς εκφραστές του.
Πρόκειται για μια στερεοτυπική και αρνητική απεικόνιση του Ισλάμ και των μουσουλμάνων, που τροφοδοτεί τις τυπικές –περί Ανατολής- προσδοκίες των ισραηλινών και δυτικών αναγνωστών, χωρίς να κομίζουν κάτι νέο, κάτι που δεν ξέρουμε ήδη.
Πάνω απ’ όλα παρουσιάζουν το ζήτημα μόνο ως «πολιτισμικό ισλαμικό» και ως «ισλαμικό πρόβλημα», ενώ στην πραγματικότητα θα έπρεπε να παρουσιάζεται κυρίως ως φεμινιστικό ζήτημα και ως ζήτημα βασικών ανθρωπίνων δικαιωμάτων. Εξάλλου, σε κάθε περίπτωση, πρόκειται για εξαναγκασμό και παρεμπόδιση των Ιρανών γυναικών να κατέχουν το σώμα τους.
Ήρθε η ώρα να αναπλαισιώσουμε τη συζήτηση για το χιτζάμπ με διαφορετικό τρόπο. Όχι για να βρούμε την εύνοια του κυρίαρχου λευκού φεμινιστικού λόγου και να κερδίσουμε την υποστήριξή του, αλλά για να το αποκόψουμε από τη θρησκευτική πλαισίωση και εννοιολόγηση που αυτή τη στιγμή είναι δύσκολο να νικηθεί, επειδή διεξάγεται σε θρησκευτικό χώρο και γλώσσα. Αυτή η πλαισίωση θα απελευθερώσει την όλη συζήτηση από την παγίδα του να τοποθετηθούμε υπέρ ή κατά της χρήσης του χιτζάμπ και θα εκτρέψει τη συζήτηση από τον Θεό, το γυναικείο σώμα και την ηθική στον πολιτικό και κοινωνικό εξαναγκασμό, που είναι το πραγματικό θέμα της ατζέντας.
Μια αναπλαισίωση θα επιτρέψει στις νεαρές Ιρανές γυναίκες να παρουσιάσουν το βίωμα και την αφήγησή τους στη γλώσσα της γενιάς τους και να τη διαχωρίσουν τη θέση τους από την κυρίαρχη θρησκευτική συζήτηση που επιδιώκει να κρατήσει τη συζήτηση στο πεδίο της υποταγής στον θεϊκό νόμο, προκειμένου να την ελέγξει. Αυτή η πλαισίωση θα μεταφέρει τον έλεγχο της συζήτησης στις ίδιες τις Ιρανές και μουσουλμάνες γυναίκες, υπό τις δικές τους συνθήκες και με τους δικούς τους όρους.
Το μουσουλμανικό γυναικείο σώμα δέχεται επίθεση
Σε αυτή την περίπτωση, αδελφές μου που είστε στην πρώτη γραμμή του αγώνα, το ερώτημα που πρέπει να τεθεί δεν είναι αν πρέπει ή όχι να φοράμε το χιτζάμπ, αλλά γιατί το μουσουλμανικό γυναικείο σώμα συνεχίζει να δέχεται επίθεση.
Γιατί η σεξουαλικότητα και η ηθική των γυναικών του μουσουλμανικού κόσμου, σε αντίθεση με τη σεξουαλικότητα των μουσουλμάνων ανδρών, βρίσκεται υπό συνεχή ανδρική επιτήρηση και συζήτηση; Γιατί οι άνδρες παντού συνεχίζουν να ελέγχουν τη συζήτηση για το χιτζάμπ και να υπαγορεύουν το περιεχόμενό της;
Αδελφές μου που βρίσκεστε στον αγώνα, ήρθε η ώρα να αρνηθούμε να συνεργαστούμε με την πατριαρχική, βίαιη και διχαστική συζήτηση του υπέρ και του κατά, γιατί μας επιβάλλει τα ερωτήματα της πατριαρχίας και μπλοκάρει τους πιθανούς διαύλους της γυναικείας αλληλεγγύης.
Αδελφές μου, η μάχη του χιτζάμπ δεν είναι ο πόλεμος, είναι μόνο μια μάχη μέσα στον ευρύτερο αγώνα μας. Αδελφές μου, κανένας άντρας πουθενά, καμία γυναίκα πουθενά, καμία οργάνωση ή χώρα πουθενά, δεν έχει το δικαίωμα να πει στις Ιρανές γυναίκες ή σε άλλες μουσουλμάνες γυναίκες στον κόσμο να πετάξουν το χιτζάμπ στον κάδο των σκουπιδιών.
Ούτε κανένας άνδρας οπουδήποτε ή οποιαδήποτε γυναίκα οπουδήποτε έχει το δικαίωμα να εμποδίσει τις μουσουλμάνες γυναίκες να επιλέξουν να φορούν το χιτζάμπ, αν το επιθυμούν. Αδελφές μου, είμαστε στην ίδια πλευρά, στην πλευρά που απαιτεί ελευθερία.
Ακολουθήστε την Α,ΜΠΑ; στο Google News

Πολύ ενδιαφέρουσα άποψη. Όμως το ερώτημα αν το χιτζάμπ μπορεί να νοηματοδοτηθεί ως κάτι διαφορετικό από θρησκευτικό σύμβολο και σύμβολο ελέγχου του γυναικείου σώματος παραμένει. Φυσικά είναι σεβαστό το δικαίωμα της όποιας γυναίκας που αισθάνεται την ανάγκη να το φορά, αλλά είναι λάθος να το υποβιβάσουμε στο επίπεδο του fashion statement.
Πρέπει να έχω πραγματικά πρόβλημα με τα μάτια μου που δεν έχω δει την αστυνομία ηθικής στη Γερμανία ούτε τις Αγγλίδες να ζητούν τη γνώμη του τοπικού ιερέα για το τι θα φορέσουν αν θέλουν να γυρίσουν σώες στο σπίτι τους.
Το άρθρο μεταφέρει πολύ πετυχημένα τα ζητήματα που προκαλεί η θρησκεία που δεν πρέπει να αναφέρουμε ή να μιλάμε αρνητικά για αυτή στην πατριαρχία που είναι υπαρκτό πρόβλημα και στη Δύση αλλά σαφώς με πολύ μικρότερη επιρροή στις Δυτικές κοινωνίες.
Παρά πολύ ωραία ανάλυση. Αυτή η σύγχυση μόνο τυχαία δεν είναι. Τελικά η χειραγώγηση είναι τεράστιο όπλο. Αλλιώς, ποιος δε θα καταλάβαινε το απλούστατο: ο φεμινισμός λέει να μπορούν να φοράνε οι γυναίκες Ο,ΤΙ ΘΕΛΟΥΝ;