Πριν ένα χρόνο.
Παρασκευή βράδυ και ήδη μες στο κλαμπ, κάθομαι στο καναπεδάκι σιγοπίνοντας το ποτό μου, με τη μουσική να βαράει χιτάκια ποπ, και αναλογίζομαι πώς θα γραφτεί αυτή η ιστορία. Θα είναι άλλη μια ιστορία μικρής θλίψης, ήσυχης θλίψης, θλίψης που έχει αποδεχτεί πλέον τη μοίρα της και την καλωσορίζει σαν παλιά φίλη. Τι άλλο να περιμένεις σε ένα κλαμπ στα 40; Ξέρεις πού βγαίνεις. Απλά δεν ξέρω γιατί ακόμα βγαίνεις.
Το μεσημέρι στη δουλειά άκουσες και το άλλο, για άλλη μια φορά. Γιατί δεν έχεις μεγαλώσει όταν σου μιλάνε στον πληθυντικό πρώτη φορά. Δεν έχεις μεγαλώσει καν όταν σου λένε πως για τα χρόνια σου, είσαι θεά. Αλλά έχεις μεγαλώσει όταν ακούς «ρε, μακάρι να είμαι κι εγώ έτσι στην ηλικία σου».
Δεν πειράζει μωρέ, είναι μικρά. Νομίζουν ότι απ’ τα 30 ως τα 40 είναι μια δεκαετία. Είναι. Αλλά οι δεκαετίες δεν περνάνε πια τόσο αργά όσο παλιά.
Το κλαμπ στο Καλλιμάρμαρο το λένε White και είναι φλωρομάγαζο. Έχω ξεχάσει πώς είναι τα φλωρομάγαζα, τόσο Μοναστηράκι και Παγκράτι, κι έχω να δω ξυρισμένο αγορίστικο μάγουλο δυο χρόνια και κάτι. Ωραία αγοράκια, κι ακόμα πιο ωραία κοριτσάκια, ως εκεί που φτάνει το μάτι. Έχουμε έρθει με το γραφείο. Όχι όλο το γραφείο, όχι αυστηρώς εταιρικά, αλλά με 6-7 παιδάκια και το ένα από τα δύο μεγάλα αφεντικά. Λέω «μεγάλα αφεντικά» ενώ είμαι πιο μεγάλη απ’ όλους. Τους λέω «αφεντικά» χαϊδευτικά.
Καθόμαστε σε τραπέζι, ο ορισμός της φλωροχλιδής. Καναπές που πιάνει όλο τον τοίχο, για όλα τα τραπέζια μαζί. Δίπλα μας έχει χώρο, ανοιχτό οπτικό πεδίο, μέχρι που έρχονται και κάθονται ψηλοί. Μια παρέα ολόκληρη. Όλοι ψηλοί, μόνο ένας κοντός. Γκρινιάζω από μέσα μου, δεν βλέπω τίποτα πια. Δεν είναι ότι με έχει πιάσει μελαγχολία, μόνο το γόνατο με ενοχλεί και μου χαλάει τα χορευτικά, η μελαγχολία είναι εκεί πίσω, στο βάθος, μου την κρατάω για μετά. Αυτή τη στιγμή γίνονται πράγματα μεταξύ των παιδακίων της δουλειάς, γελάμε πολύ, αυτό το υπέροχο παρεΐστικο που δεν σε νοιάζει τι γίνεται πιο έξω, κι όλα είναι καλά.
Μου το χαλάει ωραίο αγοράκι-δείγμα που έχουμε για τζούνιορ προγραμματιστή, ένα μικρό που οι άλλες στον ελεύθερό τους χρόνο πάνε και το ζουλάνε, που μέχρι σήμερα δεν μου μιλούσε (είναι απ’ αυτά τα σιωπηλά και σοβαρά), κι απόψε έχει πιει και αποφάσισε να μου θέσει το τι πρέπει να κάνω με τη ζωή μου, που περιλαμβάνει ένα συνομήλικο και σοβαρό παιδί. Και επιμένει. Κι έχε χάρη που θα μαραζώσουν οι άλλες αν τον σφάξω, οπότε κάνω υπομονή.
Δίπλα μας, στην παρέα των ψηλών, ο ένας και μοναδικός κοντός μοιάζει ανοιχτόχρωμος και χαριτωμένος. Και χορεύει ωραία. Τον κοιτάζω με λατρεία. Εμφανίζεται δίπλα του ψηλή μελαχρινή και κάνουν χορευτικό μαζί και φιλιούνται και φαίνεται ότι έχουν ξαναφιληθεί. Τα στερεότυπα σπάνε από κει που δεν το περιμένεις. Εγκρίνω, επικροτώ, πίνω.
Μεταξύ των υπολοίπων διπλανών, ο ένας είναι σίγουρα ωραίος. Τον κοιτάζω εγκυκλοπαιδικά, είναι πολύ μικρός, πολύ ψηλός, πολύ γαλανός, ωραία χείλια, κανένα προφανές ελάττωμα, όχι απλά χαριτωμένος. Πολύ όμορφος. Άρα δεν με αφορά.
Σε κάποια φάση βλέπω να μιλάει με ένα απ’ τα κοριτσάκια του γραφείου, γνωρίζονται. Φαίνεται να γνωρίζονται από κάτι σχετικό με σπουδές; Χμμμ… Κάτι τέτοιο. Δεν είναι από βράδυ η γνωριμία πάντως, φαίνονται αυτά. Μιλάνε μαζεμένα και ευγενικά.
Έχω ξαναπεί την αγγλική έκφραση «εύκολος στο μάτι» ή που τέλος πάντων αφήνεις τα μάτια σου να ξεκουραστούν πάνω του, και μάλλον έχω αφεθεί και τον κοιτάζω τόσο πολύ, που με κοιτάζει κι αυτός και σε λίγο θα έρθει να ρωτήσει αν έχει σπανάκι στο δόντι, δηλαδή ντροπή. Κάθομαι στο καναπεδάκι του τραπεζιού μας, άκρη-άκρη. Κάθεται κι αυτός στη δική τους άκρη. Δηλαδή δίπλα μου. Σηκώνομαι. Χορεύω. Έχει σηκωθεί κι αυτός. Ξανακάθομαι. Μετά από λίγο έχει ξανακάτσει κι αυτός. Ξανασηκώνομαι. Σηκώνεται. Ξανακάθομαι. Ξανακάθεται. Ξανασηκώνομαι. (Τι να κάνω, δεν μου αρέσουν όλα τα τραγούδια). Αλλά ο συγχρονισμός σήκω-κάτσε δεν συμβαίνει την ίδια στιγμή, μάλλον είναι η ιδέα μου, ήταν τυχαίο. Τυχαίο αλλά ωραίο.
Ευτυχώς, πλέον όλοι έχουν πιει πολύ, και η πιθανή ρομπίαση είναι υπόθεση προσωπική.
Σε κάποια φάση, έχω ξανακάτσει. Μετά από λίγο ξανακάθεται κι αυτός. Μπροστά μας, αγόρι συνάδελφος χορεύει σε κάτι μεταξύ αγκαλιάς και κεφαλοκλειδώματος με 30χρονη ωραία συνάδελφο (όχι αυτή που ξέρει ο ψηλός, αυτή είναι 23. Όπως πιθανότατα είναι κι αυτός). Μικρός ψηλός γαλανομάτης γυρνάει και με ρωτάει: «Αυτοί οι δύο είναι ζευγάρι;»
Και τώρα νομίζεις ότι εγώ απογοητεύομαι. Αλλά δεν με ξέρεις καλά. Μπορείς να βασιστείς πάνω μου σ’ αυτά, δεν νοείται προσωπικό όφελος για μένα όταν στον ορίζονται υπάρχουν προξενιά. Δεν υπάρχω εγώ, βασικά. Γυρνάω πολύ ενθουσιασμένα: «Όχι, δεν είναι ζευγάρι, ααα! σου αρέσει η 30χρονη ωραία συνάδελφος!»
Αυτός: «Όχι, μου αρέσεις εσύ».
[Πωωωωωωω].
Κι αμέσως βέβαια πνίγω οποιαδήποτε χαρά και του λέω ότι μα δεν γίνεται να του αρέσω, έχουμε 20 χρόνια διαφορά και είναι τόσο ωραίος, μπορεί να κάνει καλύτερα. (Δεν θέλω σχόλια). Κι εκεί αυτός αρχίζει να προσπαθεί να κάνει αριθμητική γιατί αποκλείεται να είναι 20 χρόνια η διαφορά και θέλω να του πω από ιδία πείρα ότι είναι μάταιο να μετράς όταν έχεις πιει, ιδίως όταν σου αλλάζουν την ηλικία τους κάθε 5 λεπτά, και σύντομα του τελειώνουν τα δάχτυλα μετρώντας χρόνια, και του λέω ότι καλύτερα να κάνει κάτι πιο χρήσιμο με τα δάχτυλά του –ΚΑΙ ΟΧΙ ΦΥΣΙΚΑ, εννοείται ότι δεν το λέω αυτό, ήταν τεστ να δω αν θα το πιστέψεις και κόπηκες, μα για πόσο τολμηρή κι ατρόμητη με πέρασες, εδώ δεν μπορώ να τον κοιτάξω στα μάτια καλά-καλά.
Και μιλώντας για μάτια, είναι ωραία αυτά τα μάτια. Και είναι ευγενικός και καλός. Δεν έχουμε απολύτως καμία σχέση, δηλαδή. Και με ρωτάει «από πού ξέρεις μικρή 23χρονη συνάδελφο, εμείς κάναμε πρακτική μαζί». Και λέω «είμαι κάπως αφεντικό της». Και πίνει γουλιά ποτό σιωπηλά να το σκεφτεί. Και δεν γίνεται καν να αλλάξουμε θέμα και να αγνοήσουμε τον ελέφαντα στο δωμάτιο, γιατί λέει «οι φίλοι σου μας κοιτάνε και γελάνε». Σκέφτομαι να του πω «δεν πειράζει, εγώ έχω συνηθίσει». Αλλά λέω «φυσικά και μας κοιτάνε και γελάνε, γιατί δεν είναι φίλοι, είναι συνάδελφοι». (Αποφεύγω να προσθέσω ότι οι φίλοι μου έχουν συνηθίσει).
Και είναι όντως άβολο το πράγμα και τον καταλαβαίνω, πόσο γενναίος να είναι κανείς πια, και σηκώνομαι να χορέψω, δεν πειράζει, δεν με χάλασε, όλα καλά. Και μετά από λίγο σκύβει (πολύ) και μου μιλάει ξανά φωνάζοντας και μικρή 23χρονη συνάδελφο, αυτό που κάνεις επίσημη αίτηση να γίνουν οι συστάσεις, δεν το βάζει κάτω, κάνει προσπάθεια, και τότε ξανακάθομαι γιατί ΟΚ, το εννοεί πραγματικά. Και, ενώ μιλάμε, κάθεται δίπλα μου απ’ την άλλη πλευρά Μικρός Προγραμματιστής που με έχει πρήξει να δω τη ζωή «σοβαρά», και μου κάνει «τοκ τοκ» στον ώμο να γυρίσω να μου πει και γυρνάω και λέει «δηλαδή τώρα θα μιλάς στο γκομενάκι κι όχι σε κάποιον που σου ταιριάζει;» και του λέω «πάρε τ’ αρχίδια μου» συλλαβιστά, και γυρνάω απ’ την άλλη, οριστικά.
Μικρός ψηλός γαλανομάτης φέρεται κάπως ιπποτικά, συν το ότι μοιάζει με βασιλόπουλο από ταινία Ντίσνεϊ. Προτείνει να βγούμε έξω γιατί μας κοιτάζουν όλοι, όντως μας κοιτάζουν όλοι, αλλά λέω πού να τρέχουμε τώρα, κάπου βάζω κι εγώ ένα όριο δηλαδή, αλλά βασικά δεν είναι ότι βάζω όριο, είναι που μου το λέει σοβαρά, και δεν μπορώ να αντιδράσω θετικά στο πέσιμο στα σοβαρά. Ρε παιδί μου, δεν μπορεί να με κοιτάς έντονα και σκυθρωπά, τι θα κάνουμε όταν θα βγούμε έξω, θα απενεργοποιήσουμε βόμβα;
Πες μια μαλακία, δώσε κάτι, δεν χαμογελάς καν. Φοβάμαι, δεν νιώθω άνετα, για να ενεργοποιηθεί το χαρούμενο χαχάνισμα θέλει λίγο να νιώσω πως έχουμε συναίσθηση της ματαιότητας της ύπαρξης και κυρίως της γνωριμίας μας, παρόλα αυτά γιολάρουμε και χορεύουμε καν-καν μπροστά στο Χάρο, επιδεικτικά.
Να σου δώσω ένα παράδειγμα που έχω πρόχειρο. Είναι ένας που μοιάζει με πλυμένο βρώμικο (σαφής στιλιστική υποκατηγορία), ο οποίος μου στέλνει σχεδόν ένα χρόνο στο τσατ, και μου λέει να πάμε να φάμε. Όχι να βγούμε για δείπνο και τέτοιες αηδίες, όχι. Πρώτη φορά Κυριακή μεσημέρι νομίζω, λέει «πάμε να φάμε αυγά;» και δεν λέει πολλά άλλα, απλά μιλάει για φαΐ, λέω όχι ευχαριστώ, λέει γελώντας τι κρίμα, και μετά από καμιά εβδομάδα, επανεμφανίζεται προτείνοντας άλλο φαΐ. Και δεν το ξέρει, αλλά τον συμπαθώ πάρα πολύ. Πλέον έχουμε φτάσει από τα νορμάλ φαγητά στο σπετσοφάι. Αυτό προτάθηκε τελευταία φορά. Και αν τον γνώριζα στην πραγματική ζωή κι όχι στο τσατ, και εμφανιζόταν μπροστά μου Σάββατο βράδυ με τα τατουάζ και τισέρτ που διαγράφει φλέβες και κοιλιακούς και είχε πάει έξι το πρωί και μύριζε ωραία και έλεγε πάμε να φάμε σπετζοφάι, ξέρω ότι θα έλεγε κάποια στιγμή η Αδερφή «Ειρήνη άντε, σήκω να φύγουμε, έχει πάει έξι το πρωί», κι εγώ θα ‘λεγα δειλά-δειλά «ε… εγώ δεν θα έρθω, θα πάω μ’ αυτόν εδώ το φέρελπι νέο με το μισό ξυρισμένο μαλλί και μισά ντρέντλοκς, να φάμε σπετσοφάι». -Και δεν είμαι καν σίγουρη τι είναι το σπετσοφάι.
Θέλω λίγη πλάκα ρε παιδί μου, λίγη σουρεαλιά, λίγη μαλακία, έστω λίγη τρυφερή καφρίλα. (Υπάρχει). Και Ντίσνεϊ Πρίγκιπας δεν μου δίνει κάτι απ’ αυτά, έχει ύφος σαν να μου προτείνει να πάμε να πληρώσουμε ΕΦΚΑ, και έτσι δεν μου βγαίνει ενθουσιασμός και τρα λα λα. Όσο ωραίος κι αν είναι. Αλλά λέει ένα «καλά, εγώ βγαίνω έξω κι έλα» και δεν προλαβαίνω να αντιδράσω, φεύγει, και δεν έχω καταλάβει τι έγινε, και δεν μπορώ να είμαι τόσο γαϊδούρα, και οι δικοί μου έχουν αρχίσει να σηκώνονται να φύγουν και λέω «φακ ιτ», δίνω λεφτά, παίρνω τσάντα-ζακέτα και βγαίνω.
Είναι απέναντι στο δρόμο, του κάνω νόημα, έρχεται, με κοιτάζει εξεταστικά, χαμογελάει. «Είσαι πολύ πιο όμορφη στο φως».
[Πωωωωωωω].
Και πάμε σε μια είσοδο πολυκατοικίας και μ’ ανεβάζει σε ένα σκαλί και στέκεται μπροστά μου και μυρίζει φλωρο-άρωμα, φαινόμενο που σχεδόν έχει κι αυτό ξεχαστεί, και θυμάμαι μια φορά που ήμανε 16 χρονών ή 17, και είχαμε βγει με συμμαθητές Μερσέντες που ήτανε στο Agora, στην πηγή των φλώρων τα χρόνια εκείνα τα παλιά, και τότε είχαμε ΠΑΣΟΚ και τα μαγαζιά είχαν πόρτα και είχε τρελή ουρά, και περιμέναμε κάτω από υπόστεγο γιατί έβρεχε, και γύρω μου φλωροδάσος ψηλών με φρεσκοσιδερωμένα πουκάμισα, και στον αέρα να διαχέονται λίτρα Ντόλτσε και Γκαμπάνα και οι άλλοι να ανυπομονούν να μπουν κι εγώ να λέω μα γιατί ρε παιδιά, μια χαρά είμαστε κι εδώ, μια χαρά.
Και φιλάει και ωραία. Και ζητάει φέισμπουκ. Και το δίνω, και οι συνάδελφοι έχουν βγει έξω και περιμένουν, και δίνω άλλο ένα φιλί και φεύγω. Το φέισμπουκ είναι το σύγχρονο γοβάκι της Σταχτοπούτας.
Μου στέλνει μηνύματα γυρνώντας, να βρεθούμε εκείνη την ώρα, εγώ εν τω μεταξύ έχω ξυπνήσει απ’ το πρωί για δουλειά και η ώρα είναι επτά και είμαι ένα ναυάγιο της ζωής σε επίπεδα πολλαπλά, και όταν τελειώνω τα «όχι» τα ευγενικά, προσθέτω ότι και να ‘θελα να κάνουμε σεξ ποτέ, δεν θα ήταν τώρα. Και εξηγώ λίγο ότι τα πράγματα είναι δύσκολα και θεωρητικά και πρακτικά, και λέει «οκ, ευχαριστώ πολύ, χάρηκα για τη γνωριμία, ίσως τα ξαναπούμε κάποτε, καληνύχτα», και λέω ωραία, πάει κι αυτό, τέλος καλό, όλα καλά.
Και την επομένη έχω κανονίσει να βγούμε τέσσερα κορίτσια να δούμε παράσταση σταντ απ κόμεντι. Και είναι νωρίς αυτά τα αναθεματισμένα τα σταντ-απ, δηλαδή 9 το απόγευμα σαββατιάτικα, και βάφω ρίζα με χανγκόβερ και το τρέμουλο στο χέρι κάνει εφέ μπαλαγιάζ, και πιάνει μπόρα και δεν ξέρω τι να κάνω ενδυματολογικά και κλιματολογικά, και καταλήγω με πέδιλο και γουνίτσα, και καμία ελπίδα νορμαλότητας ποτέ, Αλέξις Κάρρινγκτον του φτωχού meets Μις Πίγκυ μεταλλιζέ.
Βλέπουμε την παράσταση, γελάμε, μετά πάμε για ποτό. Το πίνουμε. Ντίσνεϊ Πρίγκιπας στέλνει μήνυμα, αν έχω βγει και πού. Λέω ναι και ότι είμαι Γκάζι, αυτός θα είναι αλλού, δεν πειράζει. Μετά στέλνει ότι μπορεί να πάει Χαλάνδρι. Μένω κοντά στο Χαλάνδρι. Ας δώσω κι εγώ κάτι, λέω αν θέλει περνάω να πω ένα γεια στο γυρισμό. Θα πάει στο Clock που είναι τρομακτικό, δεν θέλω καθόλου, αλλά τι να πω. Το ένα κορίτσι πάει για ύπνο, μένουμε τρεις που μένουμε πιο πάνω, ε, τι να κάνουμε; Ανεβαίνουμε Χαλάνδρι. Δεν πάμε Clock, δεν μπορώ να αντιμετωπίσω μέσο όρο ηλικίας 17 και μόνο ελληνικά, πάμε Theory που είναι λίγο πιο ενήλικα και χαλαρά. Του στέλνω ότι ανεβήκαμε Χαλάνδρι και είμαστε εκεί, θέλω να είμαι εντάξει, και να του δώσω πάτημα επιτέλους να με γράψει. Στέλνει:
«Να περάσω να χαιρετήσω;»
Ποια είμαι εγώ να πω όχι σ’ αυτό; Λέω ναι, αμέ, είμαι με μεγάλες που σ’ αρέσουν, και μάλιστα ψηλές (όντως). Και έρχεται με φίλο του. Και βλέπω τα ευγενικά βλέμματα των κοριτσιών που γελάνε από μέσα τους αλλά το μαζεύουν, και βλέπω Ντίσνεϊ Πρίγκιπα που επιστρατεύει αυτή την πιο βαριά, σοβαρή και δυνατή φωνή που έχουν τα αγόρια για ειδικό σκοπό, όταν μάλλον νιώθουν άβολα και πρέπει να συστηθούν και να αναλάβουν καθήκον ηγεσίας μπροστά σε γυναίκες, και είναι λίγο συγκινητικό, και λέει εδώ έχει πεθάνει η φάση, δεν πάμε να φύγουμε από δω; Πάμε.
Το ένα κορίτσι πάει για ύπνο. Μένουμε δύο και δύο. Πάμε στο Darling. Είναι γεμάτο αλλά σμπρώχνουμε αποφασιστικά, και ως εκ θαύματος πιάνουμε μπαρ. Παραγγέλνω ποτά και τα πληρώνω, αψηφώντας τις έντονες διαμαρτυρίες όλων, επιστρατεύοντας με τη σειρά μου έναν ιδιαίτερο τόνο φωνής -στοχευμένο αποκλειστικά προς μπάρμαν- τόνο που είναι ιδιαίτερα πειστικός, αν και ο εκάστοτε ακροατής μετά φοβάται ελαφρώς να μείνει μόνος του σε ένα δωμάτιο με μένα, τόνο που καθυστερώ όσο μπορώ να υιοθετήσω κοντά σε αγόρια που βρίσκω χαριτωμένα, καθότι σκιαχτικός και δεν ταιριάζει με ντεκολτέ, βλεφαρίδες και πράγματα που ως τότε το αγόρι θεωρούσε για μένα δεδομένα.
Ντίσνεϊ Πρίγκιπας λέει ότι με κοιτάζουν όλοι, και το λέει κάπως γλυκά, με θαυμασμό. Εντάξει, λέω, είναι βλαμμένος. Γιατί εκεί κάτω που είμαι, τόσο πιο χαμηλά απ’ όλους, σε τόσο γεμάτο μαγαζί, ο κόσμος απλά με κοιτάζει ενοχλημένα γιατί δεν περίμενε να είναι άνθρωπος εκεί, και σκόνταψε πάνω μου κι εκνευρίστηκε. Δικαιολογημένα. Βλέμμα και σιχτίρι. Αλλά δεν πειράζει, κάνουμε γεια μας και μιλάμε, και είναι ωραία. Και όσο μιλάμε και γελάμε, γεφυρώνοντας της παρέας τα αγεφύρωτα, Ντίσνεϋ Πρίγκιπας απλώνει χέρι εκεί κάτω που είμαι, χαμογελώντας, και μου πιάνει το χέρι.
Και εντάξει, άνθρωπος είμαι κι εγώ, και δεν θέλει πολλά ο άνθρωπος. Χαμογελάω με ένταση 100MW, και αναρωτιέμαι αμυδρά μπας κι εμφανιστεί μια ύπουλη ρυτίδα που έχω και εμφανίζεται μόνο όταν χαμογελάω πολύ, και ξαναφεύγει όταν περνάει της χαράς η εποχή, και η αναθεματισμένη είναι ωραία αλλά πάνε χρόνια που έχω να τη δω και μου λείπει και δεν ξέρω αν ποτέ θα ξαναρθεί.
Παράλληλα, σκέφτομαι ότι δεν έχουμε πει τίποτα μ’ αυτό το παιδί και μάλλον γι’ αυτό χαμογελάμε, γιατί το τσατ συχνά τη γνωριμία τη σκοτώνει, κατά το «το σώμα μου ελκύεται από το σώμα σου αλλά το μυαλό μου θυμώνει όταν ανοίγεις το στόμα σου». Αλλά το τσατ δεν υπολογίζει την αγνή τρυφερότητα και τη γλυκύτητα που μερικές φορές συμβαίνει από κοντά, απλά γελάει σατανικά καίγοντας το κουφάρι τους και χορεύοντας πάνω στις στάχτες τους, μετά από μια ακόμα συζήτηση για κοινωνική δικαιοσύνη, που τελειώνει με πικρή απογοήτευση και καπς λοκ.
Και σκέφτομαι για μια στιγμή ότι οι πρίγκιπες των παραμυθιών είναι η επιτομή του καλοκάγαθου σεξισμού, αλλά δεν φταίνε αυτοί. Έτσι έχουν γραφτεί.
Ντίσνεϊ Πρίγκιπας και φίλος έχουν έρθει με το αυτοκίνητο του πρώτου. Ο δεύτερος ήταν να βρει κάτι κοπέλες κάπου στην Αγία Παρασκευή, το σκέφτονται, καταλήγουν ότι είναι πολύ αργά, Ντίσνεϊ Πρίγκιπας ρωτάει αν θέλω να πάμε βόλτα μετά, να πάει το φίλο να πάρει ταξί. Ναι, η βόλτα στις 6 το πρωί ακούγεται ιδανική. Το Τζοκόντιο χαμόγελο της δικής μου φίλης έχει ξεπεράσει κάθε ρεκόρ παραμονής σε χείλια, το κορίτσι δεν μιλάει, δεν σχολιάζει, απλά χαμογελάει. Ντίσνεϊ Πρίγκιπας λέει να τον περιμένουμε, ζητάει τηλέφωνο, το δίνω, πάει.
Παίρνει τηλέφωνο μετά από περίπου τεσσεράμισι λεπτά. Ρωτάω αν ξέχασε κάτι, λέει όχι, θα είναι πίσω σε δέκα λεπτά. Είναι πίσω σε δυόμισι λεπτά. Μάλλον τον πήγε μέχρι το περίπτερο και ήρθε. Φίλη φεύγει, μένουμε οι δυο μας. Βόλτα. Με το αυτοκίνητο. Γιατί το σεξ πολλοί εμίσησαν (εγώ), τη βόλτα για φάσωμα ουδείς (τουλάχιστον όχι εγώ).
Πάμε στο αυτοκίνητο και δεν είμαι σίγουρη αν θα είναι αυτοκίνητο ή άσπρο άλογο. Με συμπαθούν τα άλογα. Καραμέλες έχω; Έχω. Είναι αυτοκίνητο. Μπαίνουμε στο αυτοκίνητο και δεν ξέρω τι γίνεται, δεν λέει να πάμε σπίτι μου. Επαναλαμβάνω, δεν λέει να πάμε σπίτι μου. Όντως βόλτα. Και βρισκόμαστε σχεδόν στη γειτονιά μου και κοιτάζει τους δρόμους και διαλέγει να παρκάρει σε δρόμο με πολλά αναρριχητικά φυτά και λουλούδια, γιατί είναι όμορφα.
ΟΚ, πλέον είναι βέβαιο, όταν ξυπνάει, ανοίγει το παράθυρο και εμφανίζονται ελαφάκια και σκιουράκια και πουλάκια και τραγουδάνε τι υπέροχη μέρα που ξημέρωσε, και του πλέκουν τα μαλλιά. Δεν έχει σημασία που δεν έχει μακριά μαλλιά. Τα σκιουράκια δεν τα χαλάει.
Και έρχεται εκείνη η ώρα, που ο άλλος δεν σου προτείνει να πάτε σπίτι, γιατί του είχες πει ότι δεν είσαι σίγουρη αν θέλεις να πάτε σπίτι, ενώ παράλληλα δείχνει ξεκάθαρα ότι δεν θα τον πείραζε διόλου να πάτε σπίτι, που νιώθεις μια ασφάλεια και μια άνεση και σου έρχεται αυθόρμητα και φυσικά να πεις «μήπως θέλεις να πάμε σπίτι;» Και πάτε σπίτι.
Και το πράγμα, όπως συχνά το πράγμα την πρώτη φορά που πας με κάποιον σπίτι, είναι λίγο αμήχανο και λίγο αδέξιο αλλά, αντιθέτως με το συνηθισμένο όταν πας με κάποιον πρώτη φορά σπίτι, πολύ άνετο και τρυφερό, και σε φιλάει όλη την ώρα και σε έχει αγκαλιά και σου κάνει κομπλιμέντα που εδώ και δυο σελίδες έχουν χάσει κάθε επαφή με το ρεαλιστικό, και περνάς εξαίσια μέχρι να πάει 8 το πρωί, κάθε λεπτό.
Σηκώνεται να ντυθεί και να τα μαζέψει, και τσεκάρω να βεβαιωθώ ότι δεν έχει αφήσει τίποτα εδώ. Και είμαι πάντα μ’ αυτό το άγχος, και δεν ξέρει κανείς ότι είναι γιατί αν ξεχάσει κάτι και το θυμηθεί και επιστρέψει να το πάρει αφού έχω ξεβαφτεί, η πόρτα μου θα παραμείνει κλειστή. Ρωτάω «κινητό, λεφτά, κλειδιά, τα πήρες όλα;» Λέει «ναι, έχω αφήσει εδώ μόνο το μυαλό μου».
[Πωωωωωωω].
Λέγαμε με τα κορίτσια νωρίτερα στο ποτό ότι όλοι θέλουμε λίγο παραμύθι. Αλλά νόμιζα ότι οι ιστορίες Ντίσνεϊ ανήκαν στο «μια φορά κι έναν καιρό».
Ακολουθήστε την Α,ΜΠΑ; στο Google News

Πηγες περισσότερες φορές σε κλαμπ σε αυτή την ιστορία από όσες θα πάω εγώ σε όλη μου την ζωή λογικά 😂😂
τρώω ποπ κορν και τα νύχια μου….μετά τι έγινε ??!!!!!!!!!!!
Μου μίλησε μερικές φορές στο φέισμπουκ, με σεβασμό (γιατί για να λέμε και την αλήθεια, αυτά που γράφω είναι λίγο τρομακτικά για έναν άγνωστο), αλλά αν και για τα δεδομένα μου γλυκιά, ήμουν και κάπως συγκαταβατική και δεν άφησα περιθώρια για άλλη συνάντηση. Δεν είχαμε τίποτα κοινό μωρέ, σκέφτηκα ας πάει να κάνει καμιά άλλη χαρούμενη, με την οποία θα έχει και πιο μακροπρόθεσμες πιθανότητες ευτυχίας.
Πολυ καλα σκεφτηκες και πολυ καλα αποφασισες. 👍
Να σου πω και κάτι? Αργά ή γρήγορα θα σας έβγαινε αυτη η διάφορα και των δυο στην υποτιθέμενη σχεση σας. Προσωπικά, αν ήμουν εσύ, δε θα επελεγα ουτε το σεξ μαζί του, θα εβρισκα εναν κοντα στα δικά μου μετρα.
Γνώμη μου.
Εσύ καλα έκανες και το εζησες αφού σου δόθηκε η ευκαιρία. 😃👍
Μου έφτιαξες το κέφι!
Αν και μπερδεύτηκα λίγο με τους ψηλους, κοντους, γνωστούς, τα βλέμματα, τις ντροπές κτλ. και γι αυτο δεν ξερω αν μου διαφευγει κατι, αλλά που ακριβώς ειναι το παραμύθι;
Ε όχι και πού είναι το παραμύθι κουκλίτσα μου!Ότι δηλαδή όλες έχουμε έναν 20 χρόνια νεότερο να μας κυνηγάει-not. Αλλά ακόμα κι αν έχουμε, είναι πάντα ωραίο να διαβάζεις για έναν ευγενικό νέο που δείχνει με όμορφο τρόπο το ενδιαφέρον του ενώ παράλληλα είναι τρελό γκομενάκι!
Το παραμύθι ίσως κατ’εμε ειναι οτι κάτι τόσο απίθανο, αυτη ετων 40 να γίνει θελκτική για ενα μείον 20 χρόνια μικροτερο της αντρα, και φυσικά και το σεξ και απο οτι φαίνεται της φέρεται ωραία, ή ειναι κάτι που δεν είχε στη ζωη της μέχρι τωρα.
Το αγαπώ αυτό το κορίτσι, το διαβάζω φανατικά
Απολαυστικό!! 💓💓😁
Σ’ αγαπώ!
Ειρήνη με τη γλύκα μας άφησες!Τι έγινε μετά;;;;;;;
P.S. I love you
Είπα στη Φούστα Κλαρωτή πιο πάνω, ότι δεν είχε συνέχεια. Εκείνος έδειξε μια καλή θέληση αν και δεν το πίεσε. Και τα δύο αυτά εκτιμήθηκαν. Αλλά ήταν λίγο ντροπαλός αυτός, ντρεπόμουν κι εγώ επειδή εκείνος ήταν όχι μόνο μικρός αλλά και συνεσταλμένος, οπότε είπα να το αφήσω όσο ακόμα ήταν παραμυθένιο.
Ναι, το είδα, απλώς όταν έγραψα το δικό μου σχόλιο, δεν είχε βγει η απάντηση σου. Νομίζω καλά έκανες γιατί κάτι τέτοια αφήνουν πολύ όμορφες αναμνήσεις και μια γλύκα στην ψυχή, σα να έχεις φάει καλοφτιαγμένο και φρέσκο σιροπιαστό. Μετά θέλει ένα παγωμένο νερό για να έρθει να κάτσει ωραία το σορόπι.
Τι σημασία έχει το μετα???
Είσαι αστέρι! Γέλασα πολύ. Πολύ δυνατή γραφή, keep walking!
Υπέροχο αν όντως έγινε έτσι. Αλλα και να μην έγινε, είναι μια ωραία ιστορία του πως αλλαζεις οταν α φ η ν ε σ α ι. Κι αυτο έκανε κι αυτη. Αφέθηκε να το ζήσει. 👍
Θέλουμε συνεχειααααααα. . . τι έγινε μετα. 😃👍