Περιγράφοντας τις συνθήκες της γέννησής της, η σουρεαλίστρια ζωγράφος Leonora Carrington έλεγε ότι δεν είχε γεννηθεί.
Είχε φτιαχτεί: Μια μελαγχολική μέρα, η μητέρα της, φουσκωμένη από τρούφες σοκολάτας, πουρέ στρειδιών, και κρύο φασιανό, ξάπλωσε πάνω από ένα μηχάνημα, ένα θαυμάσιο, εξωπραγματικό εργαλείο, σχεδιασμένο για να εξάγει εκατοντάδες γαλόνια σπέρματος από ζώα – χοίρους, αχινούς, νυχτερίδες, πάπιες -.
Η Leonora έλεγε από την παιδική της ηλικία ότι συνελήφθη από εκείνη τη σύζευξη μηχανής, ανθρώπου και ζώου και “φτιάχτηκε” στις 6 Απριλίου του 1917, στην Αγγλία.

Μεγάλωσε σε πολύ πλούσια οικογένεια με αριστοκρατικές βλέψεις και με τρεις αδελφούς, τρία αγόρια, την ανατροφή των οποίων αναγνώριζε διαφορετική από πολύ μικρή ηλικία. Όταν είπε στον πατέρα της ότι δεν είναι δίκαιο που εκείνη πρέπει να ακολουθεί διαφορετικό πρόγραμμα, πιάνο, καθαριότητα και βασικές αρχές σερβιρίσματος και καθωσπρεποσύνης, ενώ τα αδέλφια της έπαιζαν ελεύθερα, ο πατέρας της είπε ότι “χρειάζεσαι εκπαίδευση για να μάθεις να ευχαριστείς τους άλλους”. “Δε θέλω να ευχαριστώ κανέναν και δε θέλω να σερβίρω κανέναν” απάντησε
“Θέλω να γίνω άλογο”.

Η Carrington μεγαλώνει με ιρλανδικά παραμύθια, κέλτικη μυθολογία, φανταστικούς φίλους, αδάμαστη φαντασία και εμμονή με τα όνειρά και τα ανθρωπόμορφα ζώα. Από την παιδική μέχρι την εφηβική της ηλικία παραμένει αποσυνάγωγη και αντισυμβατική, αρνείται να παντρευτεί το βασιλικό αίμα που θέλει ο πατέρας της, αποβάλλεται δύο φορές από σχολεία καλόγριων και εν τέλει σπουδάζει ζωγραφική, όπως ήθελε, παρά τις ισχυρές αντιρρήσεις της οικογένειας της.

Η Carrington μεγαλώνει επίσης και με αμύθητη περιουσία, την οποία θα απαρνηθεί στα 19 για να ακολουθήσει τον μεγάλο έρωτά της, τον 46χρονο Max Ernst, στο Παρίσι, αφότου τον γνωρίζει σε διεθνή έκθεση σουρελιστών στο Λονδίνο.

Στον σουρεαλιστικό κύκλο που γνωρίζει στο Παρίσι και στον οποίο εντάσσεται σταθερά, γνωρίζει άντρες που θεωρούνται τέρατα της σουρεαλιστικής τέχνης και τους αποδομεί έναν προς ένα.
Όταν ο Juan Miro της τείνει ένα χαρτονόμισμα και της ζητάει να πάει να του πάρει τσιγάρα, η 20χρονη Carrington γελάει. Του λέει να πάει να πάρει μόνος του. “Δεν είμαι εδώ για να σε υπηρετώ, είμαι εδώ ως καλλιτέχνιδα, με τον Μax”.
Ο Andre Breton την αποκαλεί κλασική ενσάρκωση “femme-enfant”, γυναίκας-παιδιού, μούσας, ήτοι αντικειμένου και εκείνη απαντά ότι δε θέλει να έχει καμία σχέση με το σουρεαλισμό ως γυναίκα γιατί “Έχω δει πως φέρεστε στις γυναίκες σας. Έχω δει πως τις μυθοποιείτε, λέτε ότι είναι οι θείες μούσες σας, η έμπνευση σας, οι ίδιες που έχετε να σας μαζεύουν τα κρεβάτια και να σας κάνουν τις δουλειές”.

Δε θέλει να έχει σχέση με το σχηματικό κίνημα του σουρεαλισμού στο Παρίσι της δεκαετίας του 30’, γιατί ισχυρίζεται, πρώτη ανάμεσα σε πολλές, ότι κανείς δεν αναγνωρίζει τις γυναίκες σουρεαλιστριες.
“Ό,τι για εσάς είναι τέχνη για εμάς τις γυναίκες θεωρείται τρέλα”.
Ο Μπρετόν ακούει τον μονόλογο της και απαντά “Μ’αρέσει η αγγλική σου προφορά, κορίτσι”.
Στρέφεται στις γυναίκες. Αρνείται να ποζάρει για τον φωτογράφο Man Ray γιατί τον θεωρεί λίγο φαντασμένο και γίνεται φίλη με την τότε σύντροφό του, πρωην μοντέλο και μετέπειτα πρωτοπόρα πολεμική φωτογράφο, Lee Miller. Περνάει ώρες συζητώντας με την Ady Fidelin, ρωτώντας την τι στο καλό βρίσκει στον Πικάσο και θέλει τόσο πολύ να είναι μούσα του. Γνωρίζει τον Salvador Dali, στο σπίτι του Μπρετον, στη Rue Fontaine, και μένει ασυγκίνητη. Όταν γνωρίζει τον Magritte, σχολιάζει ότι “δεν είναι τόσο ότι έχει ταλέντο στη ζωγραφική όσο στο να σκέφτεται”.

Γίνεται φίλη με την Eileen Agar, λιγότερο γνωστή Αργεντινή ζωγράφο, παρα ταυτα και η ίδια εξαιρετικά ταλαντούχα και θαμμένη ως γυναίκα πίσω από τον ρόλο της μούσας στον σουρεαλιστικό κύκλο.
Γνωρίζει την θυελλώδη, δυναμική και τρομακτικά ικανή για το φύλο και την εποχή της συλλέκτρια έργων τέχνης Peggy Guggenheim, που αγοράζει τον πρώτο της πίνακα, “The Meal of Lord Candlestick” με αναφορά ότι μοιάζει σε πίνακα του Ιερώνυμου Μπος.

Γνωρίζονται, τότε σε μια έκθεση αφιερωμένη στο σουρεαλισμό στο Παρίσι, με την Νορβηγή καλλιτέχνιδα Elsa Thorensen, τη γερμανίδα Meret Oppenheim και φυσικά τη Remedios Varo. Κάνει παρέα με τη γυναίκα του Μπρετόν, σουρεαλίστρια ζωγράφο, Jacqueline Lamba και βλέπει τη Dora Maar να μπαινοβγαίνει σε γαλλικά καφέ κλαίγοντας κάθε λίγο και λιγάκι επειδή την πλήγωσε ο Πικάσο.

Στη συνέχεια της ζωής της συζεί για λίγο καιρό με την Leonor Fini, την γνωστή Αργεντινή ζωγράφο, και έναν από τους εραστές της, όταν η Leonor σκάει με μια βαλίτσα στο σπίτι που έχουν αγοράσει με τον Max σε μια γαλλική επαρχία.


Γρήγορα οι δυο ταλαντούχες καλλιτέχνιδες συνηθίζουν η μια την άλλη, η Carrington λατρεύει την ιδιοσυγκρασιακή, απρόβλεπτη Fini, μαγειρεύουν και ανταλλάσσουν απόψεις για τις τέχνες τους και μάλιστα η Fini την ζωγραφίζει.

Στους φιλότεχνους κύκλους, το όνομά της Carrington είναι γνωστό ως εκείνη η γυναίκα που θηλυκοποίησε τον σουρεαλισμό. Η ζωή της ήταν συναρπαστική, αντικομφορμιστική με πολλές απογοητεύσεις, πικρίες, ταξίδια, αποφάσεις και παραγωγή ζωγραφικού και λογοτεχνικού έργου.

Η σκοτεινή εποχή της ζωής της φτάνει όταν o Max φυλακίζεται σε στρατόπεδο συγκέντρωσης με την έλευση του Β’ Παγκοσμίου πολέμου. Η Carrington, σίγουρη ότι θα γυρίσει, περνάει τις μέρες και τις νύχτες της όρθια και αρχίζει να τρελαίνεται. Μια καλή της φίλη φτάνει στο εξοχικό της και τη βρίσκει να τρώει ωμές πατάτες από τον κήπο. Δεν σηκώνεται, δεν μαγειρεύει και δε ζει. Μόνο περιμένει να γυρίσει ο σύντροφός της.
Καταλήγει σε ψυχιατρικό άσυλο στην Ισπανία, όπου μένει χρόνια. Γράφει το “Down Below” μια παραληρηματική περιγραφή των τρομερών βιωμάτων της στο σανατόριο της φασιστικής φρανκικής Ισπανίας, τα οποία αναμειγνύονται με φαντασιώσεις σχετικές με την αλχημεία, τον μυστικισμό και τον αποκρυφισμό και ζωγραφίζει τον ομώνυμο πίνακα.

Από την παραμονή της στο άσυλο δεν θα είναι ποτέ ξανά η ίδια. Όταν βγαίνει, η σχέση της με τον Max τελειώνει και λίγο αργότερο ο ίδιος παντρεύεται μια από τις γνωστότερες σουρελίστριες ζωγράφους της εποχής, την Dorothea Tanning. H Carringotn γνωρίζει τον Renato LeDuc, μεξικανό ποιητή και δημοσιογράφο που την παίρνει από την Ισπανία και φεύγει μαζί του για την ΝΥορκη, όπου προσπαθεί να ισορροπήσει τη ζωή της ζωγράφου με τον σουρεαλιστικό κύκλο στον οποίο έχει πρόσβαση μόνο μέσω του Max.
Ξανασυνεργάζεται με την Peggy Guggenheim και αναπτύσσει μια σχέση αμοιβαίας φιλίας με τον θρυλικό Luis Bunuel. Γνωρίζει τον Yves Tanguy και την σουρεαλίστρια ζωγράφο γυναίκα του Kay Sage, το έργο της οποίας έχει μείνει επίσης άγνωστο.
Κάνει δεύτερη πατρίδα της το Μεξικό, το 1942, όπου θα συνεχίσει να ζωγραφίζει μέχρι το τέλος της ζωής της και όπου ζει με τον μετέπειτα σύζυγο της, Emeriko (Chiki) Weisz, Ούγγρο φωτογράφο, και τα δύο παιδιά που θα κάνουν μαζί.

Εκεί, γνωρίζει τον Diego Rivera και την Frida Kahlo και παρά το ότι αναγνωρίζει τον ταλέντο δεν συμπαθεί ιδιαίτερα την Kahlo όπως και δεν συμπαθεί τα συνεχή πάρτι, τις κιθάρες, τις φωνές, τις μαϊμούδες και το θόρυβο. Στο Μεξικό θα δεινοπαθήσει, θα αργήσει να μιλήσει τη γλώσσα, θα νιώσει παριάς και θα σκεφτεί πολλές φορές να γυρίσει στην Αγγλία. Η Alice Rahon, ζωγράφος και ποιήτρια και γνωστή της Carrington, λατρεύει τόσο τη Frida όσο και το Μεξικό.

Ένα μεσημέρι, πηγαίνοντας να πάρει τσιγάρα, συναντιέται στο δρόμο τυχαία με τη Remedios Varo. Οι δυο γυναίκες κοιτάζονται για ώρα, μη πιστεύοντας η μια στα μάτια της άλλης- είχαν να βρεθούν από το Παρίσι της νιότης τους. Η Remedios Varo την παίρνει από το χέρι και την οδηγεί στο σπίτι της φωτογράφου Kati Horna, όπου ζει με τον Esteban Frances. Και οι τρεις γυναίκες είχαν καταλήξει στο Μεξικό προσπαθώντας να ξεφύγουν από τον πόλεμο. Η Kati Horna με μια βαλίτσα φωτογραφίες από την Ισπανία και η Remedios Varo με τον Benjamin Perret διέσχισαν τον Ατλαντικό κρυμμένοι σε ένα πορτογαλικό πλοίο με κίνδυνο της ζωής τους.

Η Carrington αρχίζει να αισθάνεται οικεία στο Μεξικό, μαθαίνει τη γλώσσα και καταλήγει να θεωρείται ακόμα και σήμερα μεξικανή, λόγω των 65 χρόνων που έμεινε στο Μεξικό και της τρομερής καλλιτεχνικής της δημιουργίας εκεί.
Ο θάνατος τη βρίσκει πλήρη ημερών, στα 94 στο σπίτι της, στις 25 Μάϊου του 2011. Ξαπλωμένη στο κρεβάτι της και λίγο πριν φύγει, ο γιος της λέει ότι του περιέγραψε μια σκηνή σαν οιωνό θανάτου. Του μίλησε για μαύρα πουλιά στους τοίχους. Δέκα χρόνια μετά τον θάνατό της, το σπίτι και το ατελιέ της γίνονται μουσείο.

Σε αυτό το φωτογραφικό άλμπουμ, η Tilda Swinton ζωντανεύει μπροστά από τον φακό του Tim Walker κάποιους από τους πιο εμβληματικούς πίνακες της Leonora Carrington που μας θυμίζουν τη γυναίκα εκείνη που κατάφερε να είναι σουρεαλίστρια και φεμινίστρια πριν από την εποχή της, αναμειγνύοντας μαγεία, αλχημεία, φαντασία και αντικομφορμισμό με υλικό ονείρων.

Ακολουθήστε την Α,ΜΠΑ; στο Google News




Πριν χρόνια που έκανα μια εργασία για τη σχολή και έκανα έρευνα για το φανταστικό στην ιστορία της τέχνης, δεν υπήρχε καμία, καμία αναφορά στην Carrington ανάμεσα στους σουρεαλιστές και τα συναφή ρεύματα της εποχής. Έφτασα να μάθω για αυτήν πριν λίγους μόνο μήνες. Ντράπηκα στην αρχή που δεν την ήξερα, αλλά μετά εκνευρίστηκα που ήταν τόσο θαμμένη. Το έργο της είναι εκπληκτικό και αξίζει κάθε αναγνώριση!