Την προηγούμενη Κυριακή η Μέρι, χωρίς να ερωτηθεί, «επιβιβάστηκε» στην ταχεία που λέγεται ελληνικά social media και μέχρι να κατέβει, τα δικαστήρια του Twitter και των stories του Instagram είχαν προλάβει να την αποθεώσουν, να τη μαλώσουν και, τελικά, να την καταλάβουν.
Να την αποθεώσουν για την ψυχραιμία με την οποία χειρίστηκε τον κρότο του bodyshame από κάποιον ‘αναγνωρίσιμο’ –κι ας έκλαψε, κι ας αναστατώθηκε- και για την αξιοπρέπεια της. Να τη μαλώσουν, επειδή δεν πήρε το αίμα της πίσω και συγχώρεσε τον άνθρωπο που την έφερε σε τόσο δύσκολη θέση και εν τέλει να κατανοήσουν ότι υπάρχουν και άνθρωποι φτιαγμένοι από χαμόγελο και σκέτη καλοσύνη.
Βέβαια, το περίεργο με τη Μέρι Παππά, το κορίτσι που υπέστη το μεγαλύτερο bodyshame στα ελληνικά χρονικά και πραγματικά «δίδαξε» πώς μπαίνουν αυτά τα γκολ, είναι ότι δεν ακούσαμε τη φωνή της, παρά μόνο αποσπασματικά και ενώ το θέμα ήταν ακόμη στα ψηλά. Και φυσικά, όλοι, με κανιβαλική διάθεση ρωτούσαν για την άλλη πλευρά, περιμένοντας κάποια εκδικητική δήλωση ίσως ή τουλάχιστον αντεπίθεση.
Βαδίζοντας προς αυτήν την Κυριακή που μας έρχεται και με τον θόρυβο να έχει κάπως κοπάσει, κουβεντιάσαμε λίγο, όχι γι’ αυτό που συνέβη, όσο γι’ αυτό που θα μείνει από αυτή την ιστορία.
Χαίρεσαι κάπως για τα αντανακλαστικά της κοινωνίας σε όλο αυτό που συνέβη ή θεωρείς ότι ήταν και λίγο υποκριτικό: ρωτώ, γιατί από τη μία, όταν συμβαίνει κάτι τέτοιο όλοι θέλουν να είναι με τη σωστή πλευρά της ιστορίας (και για εμπορικούς λόγους, ας πούμε είδαμε εταιρείες να «στηρίζουν») και από την άλλη, όταν δήλωσες ότι συγχωρείς τον Ξιαρχό δεν ήταν λίγοι εκείνοι που και πάλι ήταν έτοιμοι να στραφούν εναντίον σου διερωτώμενοι το γιατί το κάνεις;
– Χαίρομαι που ζω σε μια φάση της κοινωνίας που μπορεί να αντισταθεί και να αντιδράσει σε άσχημες συμπεριφορές και ατυχείς στιγμές. Παρακολουθώ τα νέα –γενικής φύσεως- έντονα και με μεγάλο ενδιαφέρον και νιώθω ότι έχει χαθεί αρκετά η ηθική. Αυτό έχει να κάνει όχι μόνο με τη δική μου την περίπτωση, αλλά γενικά με το πώς βλέπουμε και κατανοούμε μία κατάσταση. Επιλέγω να να συγχωρώ τον οποιονδήποτε μου έχει κάνει κακό για τη δική μου ψυχική υγεία. Έχω ίσως μια πιο γενική εικόνα. Έχω φωνή και θα μιλήσω γι’ αυτά που θέλω, αλλά από την άλλη επιλέγω να δω τα όμορφα και όχι την αρνητική πλευρά των πραγμάτων. Ποτέ δεν μπορείς να ευχαριστήσεις όλον τον κόσμο. Είτε αντιδρούσα, είτε τον συγχωρούσα και πάλι θα υπήρχαν αντιδράσεις. Μπορεί να είμαι ονειροπόλα, αλλά πιστεύω ότι με την αγάπη και την κατανόηση, μπορεί ς όλα να τα λύσεις και να πας παρακάτω.
Πιστεύεις ότι είμαστε κάποια βήματα πιο κοντά σε μία πραγματικά συμπεριληπτική κοινωνία ή πάντα θα πρέπει να μας κινητοποιεί και να μας διορθώνει ένα ανάλογο περιστατικό;
– Πιστεύω ότι ως κοινωνία και λαός έχουμε έναν θυμό έντονο, ίσως ο εγκλεισμός και ο περιορισμός μας έβγαλε συναισθήματα που καταπιεζαμε και έχουμε εκρήξεις. Θα πρέπει να εστιάσουμε στην παιδεία και στην ψυχανάλυση για να δούμε μέσα μας πώς μπορούμε να αλλάξουμε μια κοινωνία και να αντιδρούμε στο άδικο έγκαιρα και με τρόπο που να διασφαλίζει ότι κάτι διδάχθηκε, κάτι καλό έμεινε πίσω.
Τώρα, και μετά απ’ όλο αυτό, αν είχες ένα και μοναδικό μήνυμα να στείλεις σε όλα τα κορίτσια που έχουν υποστεί bullying –λόγω εμφάνισης, λόγω καταγωγής, λόγω σεξουαλικού προσανατολισμού- ποιο θα ήταν αυτό;
– Ο ρατσισμός είναι ό,τι πιο άσχημο και σκληρό μπορείς να βιώσεις. Έχω περάσει πολύ δύσκολα. Έχω πεινάσει, έχω υποστεί ρατσισμό για την καταγωγή μου και τα κιλά μου. Όσο με κοροΐδευαν, τόσο φώναζα την αλήθειά μου. Όσο με πλήγωναν, τόσο θύμωνα και δεν καταλάβαινα τι πρέπει να κάνω. Υπήρξα ένα πολύ απομονωμένο παιδί που είχα ελάχιστες παρέες και φίλες. Ακόμη και σήμερα μπορεί κάποιος να πει ότι έχω μια αρκετά ακοινώνητη συμπεριφορά, όμως, μετά από μεγάλη δουλειά με τον εαυτό μου, κατάλαβα ότι ο κόσμος δεν αλλάζει με τον θυμό. Ο θυμός δεν θα βοηθήσει κανέναν και το κυριότερο, η βία και η αδιαφορία δεν λύνει απολύτως τίποτα. Πρέπει να μιλάμε, να βάζουμε όρια, να μην επιτρέπουμε σε κανέναν να μας προσβάλλει και να μας κάνει να νιώθουμε κατώτεροι. Σε όσα παιδιά βιώνουν κάτι τέτοιο, θα έλεγα να προσπαθούν πάντα να βλέπουν ποιος τους λέει ό,τι τους λέει. Είναι σημαντικό να ξεχωρίζουμε αν μας λένε κάτι από πραγματικό ενδιαφέρον –γιατί υπάρχει κι αυτό- ή για να μοιράσουν μίσος και αρνητική ενέργεια, για να καλύψουν τις δικές τους ανασφάλειες. Το σημαντικό είναι να μιλάμε! Να μιλάμε στον καθρέφτη και στην άδεια καρέκλα, να μιλάμε και τους γύρω μας, να μοιραζόμαστε τις σκέψεις μας. Και το κυριότερο: να μιλάμε δυνατά, ακόμα κι αν τρέμει η φωνή μας, να μιλάμε!
Ακολουθήστε την Α,ΜΠΑ; στο Google News

