Αυτό το θέμα περιέχει 6 απαντήσεις, έχει 2 φωνές, και ανανεώθηκε τελευταία από  Between Worlds 4 μήνες πριν.

Επισκόπηση 9 δημοσιεύσεων - 1 έως 9 (από 9 συνολικά)
  • Συντάκτης
    Δημοσιεύσεις
  • #50114

    Between Worlds
    Συμμετέχων

    Μετά από απαίτηση του κοινού και εφόσον το θέλει και η ίδια (https://ampa.lifo.gr/apantiseis/agapiti-a-mpa-einai-sexistiko-poy-pisteyo-pos-o-bradley-cooper-den-tha-ginotan-pote-zeygari-me-ti-lady-gaga/#comments-section), μπορούμε να αντγράφουμε σχόλια με ιστορίες της πόντιας.
    Ξέρω, υπάρχουν τσακάλια που θα ξεθάψουν ιστορίες στο πι και φι.

    (Αν συμφωνεί, φυσικά, αλλιώς ας σβηστεί το ποστ)

    #50116

    Between Worlds
    Συμμετέχων

    Ξεκινάω από την πιο πρόσφατη και αφορμή του νήματος:

    Αν η γνώμη μου είναι ορθή, έχω να σου πω την εξής ιστορία:
    Δίπλα στο πατρικό μου μένει. Σήμερα είναι 80+ και οι δυο. Δε ζήσανε ποτέ μαζί σερί πάνω από μηνα θαρρώ, εκείνος πάντα έκανε δουλειές εκτός πόλης-αρπαχτές με πολλά λεφτά, από τα οποία κατέληγαν στο σπίτι όσα κατάφερναν να σωθούν στη διαδρομή. Πέρασαν έτσι όλη τη ζωή τους και έκαναν 3 παιδιά, το πρώτο με βουλιμία, το δεύτερο παχυσαρκία και ψωρίαση και το τρίτο κάποιο επίκτητο πρόβλημα στα γεννητικά όργανα, που ευτυχώς δεν τον εμπόδισε να κάνει σχέση και παιδιά. Αν με ρωτάς, το πρόβλημα στον γάμο τους ήταν ότι ήθελαν διαφορετικά πράγματα, στον καθένα έλειπε αυτό που είχε άλλος και έκαναν μια συμφωνία, χωρίς να συμφωνήσουν ότι την αγάπη θα την ψάξουν αλλού. Σ’εκείνη έλειπε η ομορφιά και σ’εκείνον τα χρήματα. Εκείνη, όπως είχε πει στη μαμά μου η ίδια δηλαδή, τον διάλεξε επειδή ήταν-ομολογουμένως-πανέμορφος και εκείνος επειδή πήρε την προίκα που ζήτησε, η οποία ήταν μια μικρή περιουσία και γι’αυτό ο πεθερός του δανείστηκε, γιατί η κόρη του απειλούσε ότι θα κρεμαστεί αν δεν τον πάρει. Και τον πήρε, αλλά δεν τον είχε ποτέ. Και επειδή δεν τον είχε ποτέ, όποτε τον έβλεπε, μπινελίκωνε και τον στόλιζε (πολλές φορές ήμουν μπροστά κι εγώ). Και εκείνος, όποτε τελείωνε τη δουλειά εκτός πόλης, φρόντιζε να χαίρεται τις απολαύσεις της ζωής καθ’οδόν για το σπίτι. Αν με ρωτάς, φταίνε και οι δυο αλλά και κανείς απ’τους δυο. Και οι δυο θεώρησαν ότι θα είναι ευχαριστημένοι παίρνοντας αυτό που ήθελαν και δε σκέφτηκαν, η γυναίκα: ότι κανείς δεν της είπε ότι θα την αγαπάει κιόλας και ότι θα νοιάζεται για εκείνη πέρα από το να της εξασφαλίζει όσα απαιτεί ο νόμος και ο άντρας: ότι κανείς δεν του είπε ότι εκείνη θα τον έχει τα ώπα ώπα, no matter what. Το μόνο που έχω να πω υπέρ του, είναι ότι δεν υπήρξε ποτέ, ούτε λεκτικά ούτε σωματικά βίαιος, απλά περίμενε να έρθει η ώρα να ξαναφύγει, στάση που εξαγρίωνε ακόμα περισσότερο τη γυναίκα του.
    Αυτοί οι δυο λοιπόν, ήθελαν διαφορετικά πράγματα, τα βρήκε ο ένας στον άλλον αλλά δεν τα συζητήσανε και πολύ καλά απ’ότι φάνηκε, γιατί αν τα συζητούσανε, θα βλέπανε ότι θέλουν και άλλα, που δεν εξασφαλίζονται με υπογραφές και τότε θα έπαιρναν τα μέτρα τους αναλόγως. Αν θέλεις να συμβιβαστείς, πρέπει να έχεις μια κάποια φαντασία και να απαντήσεις όλα τα σενάρια που μπορεί να σε βγάλουν ριγμένο. Εσύ πρέπει να τα σκεφτείς, όχι ο άλλος.

    #50134

    Δεν έχω καμία αντίρρηση! ☺
    Δυστυχώς δεν έχω κανένα σχόλιο μου κρατημένο κάπου, με σελιδοδείκτη έστω, οπότε δεν μπορώ να βοηθήσω και με πιάνει ναυτία όταν ψάχνω. Ίσως αν είχα τικάρει το να ενημερώνομαι για σχόλια στα σχόλια μου να βοηθουσε, αλλά ούτε αυτό το έχω κάνει. Πολύ πρόσφατα σκέφτηκα να μάζευα όσα έχω γράψει και είναι προσωπικά, γιατί έχω πει την ιστορία της ζωής μου και εδώ και επί λάιφο. Στερνή μου γνώση.

    #50160

    Between Worlds
    Συμμετέχων

    🙂 Δεν θα μπορούσε να λείπει: Το’χω πει παλιά ότι η μάνα μου κυνηγούσε τη δική μας Χρυσάνθη μ’ένα αγγούρι στη Θεσσαλονίκη, λέγοντας τι φωνάζεις καλέ όταν το τρως καλό είναι; γιατί η Χρυσάνθη ντρεπόταν να πει αγγούρια στον μανάβη και του είπε βάλ’τε μου ένα κιλό δροσερά. Αγγούρια είναι της λέει η μαμά μου, φοβάσαι να τα πεις αγγούρια μη σε μπουν στον κ@λο; Όρεξη σε είχανε. Και της έβαλε τις φωνές. Και μετά άρχισε το κυνήγι.
    Η αδερφή αυτής της Χρυσάνθης από την άλλη, η μικρότερη, είχε γράψει ΟΛΟΚΛΗΡΟ ΠΟΙΗΜΑ για έναν γέρο που μιλούσε στην ψωλή (έτσι λέμε στα ποντιακά τον φαλλό) του, ενθυμούμενος την ένδοξη νιότη της, το μισο ποίημα ωδή στην ψωλή την τίκια (όρθια) και το άλλο μισό, μοιρολόι και μαύρο δάκρυ. Το έγραψε επειδή θα έβλεπε τη μαμά μου και ήξερε οτι θα εκτιμηθεί.
    Γενικά το ποντιακό σόι δεν ήταν και πολύ καλά, αλλά και ποιος είναι θα μου πείτε.

    #50159

    Between Worlds
    Συμμετέχων

    Ε, θα μαζευτούν, τουλάχιστον τα best of.

    #51872

    Between Worlds
    Συμμετέχων

    Αχ θα σας πω μια συγκινητική ιστορία, πρώτη φορά ξέρω ότι θέλω να σας πω μια συγκινητική ιστορία, τις άλλες προκύπτει. Με τη μαμά μου έχει να κάνει, ω τι έκπληξη. Αλλά λέει πολλά. Και έχω και μεγάλη ανάγκη να την πω. Οπότε αν βαριέστε, αυτή δεν είναι μια ιστορία που χρειάζεται να διαβάσετε.

    Ουφ.
    Η μαμά μου ήταν γενναιόδωρη σε βαθμό αφέλειας, ξόδευε πολλά χρήματα για τους άλλους, της άρεσε πολύ να προσφέρει και να δίνει χαρά, παρηγορούσε λίγο τη θλίψη της μ’αυτόν τον τρόπο.
    Επίσης είχε ένα θέμα με τα μαλλιά της, που κληρονόμησα κι εγώ: Ήταν εξαιρετικά απίθανο να της αρέσει το κούρεμα. Αυτό που ευτυχώς δεν κληρονόμησα, είναι τα τεράστια αυτιά της, πραγματικά μεγάλα, απελπισία. Μια απελπισία που δεν τη συμμεριζόταν καμία κομμώτρια οπότε η μαμά μου, πάντα με αυτοσαρκασμό, ευγένεια και χιούμορ, προσπαθούσε να τονίζει ότι θέλει να είναι καλυμμένα. Είχε και πολύ καλό γούστο, αυτό το κληρονόμησε η αδερφή, και τρόπους και γενικά ήταν ωραία όποτε πηγαίναμε κάπου μαζί γιατί της έκαναν πάντα κολακευτικά σχόλια και χαιρόμουν πολύ που η μαμά μου ήταν τόσο ανεπιτήδευτα γοητευτική κι αγαπητή. Δυστυχώς, ελάχιστες φορές πηγαίναμε κάπου μαζί. Ήρθε όμως η στιγμή, που έπρεπε να πάμε μαζί στο κομμωτήριο και δεν ήταν καθόλου ωραία πια, γιατί είχε πλέον Αλτσχάιμερ.
    Δεν ξέρω γιατί δεν σκέφτηκε κανείς μας ποτέ, να έρθει μια κομμώτρια στο σπίτι. Μετά την τρίτη φορά στο κομμωτήριο, έγινα και κομμώτρια. Δεν είναι δύσκολο, αλλά θα προτιμούσα να είχα γίνει υπό διαφορετικές συνθήκες. Αυτή η τρίτη φορά, ήταν στο κομμωτήριο της αδερφής ενός καλού φίλου, που την είχα τσεκάρει ότι ήταν γλυκιά και ήρεμη, συν ότι δεν είχε και πολύ κόσμο. Με όλο το θάρρος και όλη τη δύναμη που μάζεψα για να μην κλάψω όταν το έλεγα, της ζήτησα να πάμε κάποια ώρα που δε θα περίμενε πελατεία, γιατί δεν ήξερα πώς θα συμπεριφερθεί η μαμά.
    Έτσι έγινε και πήγαμε και όντως είχαμε αποκλειστικότητα. Είναι πολύ δύσκολο να περιγράψει κανείς, πώς αντιδρά ένας άνθρωπος που πάσχει από Αλτσχάιμερ. Έχει κάτι από τον εαυτό του και κάτι που δεν είναι δικό του. Ήταν η μαμά μου, που ήθελε πάντα να έχει ωραία μαλλιά, αλλά που το έκανε τόσο επώδυνο και που αν ήταν καλά, θα το έκανε πολύ διασκεδαστικό. Είναι μακράν πιο επώδυνο όταν το βλέπουν κι άλλοι, εκτός από σένα. Είναι πιο ορατό. Δεν κρύβεται η αλήθεια όταν έχεις μάρτυρες, γι’αυτό ήθελα όσο λιγότερους γινόταν.
    Εκτός από την κομμώτρια, ήταν εκεί και μια κοπελίτσα, βοηθός, γύρω στα 16 και σκέφτηκα ότι δε χρειάζεται να το δει και η μικρή όλο αυτό αλλά οκ, μη ζητάς πολλά. Όταν επιτέλους η μαμά μου κάθισε και άρχισε το κούρεμα, δεν κατάφερα να βρω δύναμη να μην κλάψω, ευτυχώς όχι πολύ, αλλά αρκετά για να προλάβει να με δει η μικρή, η οποία μετά από λίγο ήρθε και με ρώτησε διακριτικά, τι την έχω την κυρία.
    Και άντε τώρα να πεις “η μαμά μου είναι”, σ’ένα κοριτσάκι που έχει την ηλικία που είχες, όταν η μαμά σου σου άφησε το χέρι για να της το ξαναπιάσεις εσύ τώρα και να σου το διώχνει. Χωρίς να μεταφέρεις τη στεναχώρια σου σ’ένα 16χρονο, γιατί ξέρεις από πρώτο χέρι, ότι στα 16 σου, δεν είναι ωραίο να μαθαίνεις τα δύσκολα της ζωής, καλύτερα να λείπει το βύσσινο. Το ξεστόμισα όμως, δε θυμάμαι πώς.
    “Τη θυμάμαι τη μαμά σου, μας έφερνε πάντα κάτι μολύβια που είχαν μέσα καραμέλες, όταν ερχόντουσαν με τον μπαμπά σου για τη γιορτή το δικού μου μπαμπά.”
    Δεν είχα ιδέα τι μου έλεγε γιατί δεν ήξερα ότι ο μπαμπάς της δούλευε στο μαγαζί μας ένα φεγγάρι, μάλλον το φεγγάρι που εγώ ήμουν Θεσσαλονίκη, γιατί δε θυμόμουν να πηγαίνουν σε κάποια γιορτή, δεν πήγαιναν σε γιορτές οι δικοί μου γενικά από τότε που ήμουν εγώ 16. Αλλά εκεί που απόρησα, ήταν στο ότι τους πήγαινε “κάτι μολύβια που είχαν μέσα καραμέλες”, οπότε τη ρώτησα αν είναι σίγουρη, γιατί η μαμά μου πολύ φοβάμαι ότι θα τους πήγαινε μια άμαξα που θα την έσερναν σοκολατένια άλογα γεμιστά με καραμέλες, για σιγουριά “να χαρούν τα παιδιά”. Τα μολύβια, λίγο με μπερδεύουν.
    “Τι λες!!! Ξέρεις πώς περιμέναμε τη γιορτή του μπαμπά για να πάρουμε αυτά τα μολύβια; Σαν τον Άγιο Βασίλη την είχαμε τη μαμά σου! Μόνο η μαμά σου μας έφερνε *αυτά* τα μολύβια, δε θα την ξεχάσω ποτέ, μόνο η κυρία Βάσω μας τα έφερνε”.

    Εγώ ξέχασα. Χρειάστηκε η σημερινή ερώτηση για να θυμηθώ ότι όταν μπλοκάρω, μπορώ να παίρνω αυτές τις παντελώς άχρηστες δωροσακούλες, που ανοίγονται πάντα με την ελπίδα ότι θα έχουν μέσα τη Ντίσνευλαντ, αλλά ούτε καν. Κι όμως κρέμονται παντού, μαζί με μπάλες και άλλα πολύχρωμα ακατανόητα αντικείμενα.

    #60211

    Between Worlds
    Συμμετέχων

    Εγώ θα έλεγα να έχεις πίστη στο σωστό, στην αλήθεια. Νομίζω τα παιδιά, όσο είναι ακόμα αμόλυντα από τον ιό του συμφέροντος, του βολέματος και της μειονεξίας, και ειλικρινή είναι και την αλήθεια την εντοπίζουν. Αν εσύ είσαι αυτή που λέει την αλήθεια και βγάζει νόημα, εσένα θα ακούει. Όχι επειδή ο λόγος σου ως μητέρας έχει μεγαλύτερη βαρύτητα αλλά επειδή ο λόγος σου δεν είναι παράλογος αλλά στέρεος. Η αλήθεια έχει ανεξάντλητα όμορφα παραδείγματα και επιχειρήματα. Ανεξάντλητα και όμορφα. Δεν συγκρούεται με τίποτα, σε αντίθεση με την κακία, που κι εκεί μπορείς να βρεις αλήθεια, αλλά πάντα υπάρχει και ένα σημείο που θα αποκαλύπτει την ακαμψία, τη συγκάλυψη, την προτίμηση στο εύκολο, στο βόλεμα. Κάπου θα βρεθεί κρυμμένο ένα αραχνιασμένο σεντούκι που αν το ανοίξει το παιδί, θα τρομάξει.

    Το σπίτι μας ήταν καταφύγιο του κάθε κατατρεγμένου και η μάνα μου η Πόντια Μητέρα Τερέζα with a twist όμως αλλά τέλος πάντων. Είχα μάθει από μικρή ότι όταν οι άνθρωποι δεν μπορούν, εμείς που μπορούμε, τους βοηθάμε. Και έβγαζε νόημα γιατί αυτό το έκανε και ο πατέρας μου και πάντα οι άνθρωποι που βοηθούσαμε χαμογελούσαν στους γονείς μου, τους έλεγαν καλούς και για τα δικά μου αθώα ματάκια και αυτάκια, αυτή ήταν η Αλήθεια. Οι γονείς μου ήταν όντως πρόσωπα που όταν τα έβλεπα χαμογελούσα και ήταν Οι Καλοί. Αφού ήταν γονείς μου. Μέχρι την ημέρα που χτύπησε η πόρτα, άνοιξα και ήταν μια που μου είχε φανεί ηλικιωμένη λόγω ντυσίματος (δεν ήταν όμως μεγάλη) και μου είπε στα ελληνικά μεν αλλά κάπως σπαστά, να φωνάξω τη μαμά μου. Πολύ χαρούμενη φώναξα τη μαμά μου, περιμένοντας για ακόμα μια φορά να δω να της χαμογελάνε και να τη λένε καλή και να της εύχονται τα χίλια καλά. Και γυρίζει ο κόσμος μου ανάποδα, γιατί βλέπω τη μαμά μου να της λέει όχι, δεν έχω φύγε σε παρακαλώ πολύ και να της κλείνει την πόρτα! Σαν τώρα το θυμάμαι να της λέω εξαγριωμένη, ότι είναι κακιά και ψεύτρα και είναι ντροπή να λέμε ψέμματα γιατί εκείνη πάντα λέει να βοηθάμε και ορίστε τώρα δε βοήθησε τη γιαγιάκα. Και η καημένη η μάνα μου, και βουρκωμένη και προσπαθώντας και να μη γελάσει με την τετράχρονη εισαγγελέα, προσπαθούσε να μου εξηγήσει ποια ήταν αυτή η γυναίκα και γιατί δεν τη βοήθησε. Έκανα μέρες να της μιλήσω και της το κοπανούσα σε κάθε ευκαιρία. Πέρασαν χρόνια για να το θυμηθώ και τότε για ακόμα μια φορά επιβεβαίωσα ότι η μάνα μου δεν μου είπε ψέμματα.

    Η ανεψιά μου πάλι, είχε την ατυχία να την προσέχει η συμπεθέρα, όταν η αδερφή μου δούλευε. Κάποια στιγμή η μικρή είπε στη μαμά της, ότι η γιαγιά της είπε να μη στεναχωριέται αν δεν ψηλώσει και τη λένε κοντή. Αυτό μου το ανέφερε κάποτε η αδερφή μου, θέλοντας να μου περιγράψει τη μοναδική στιγμή που αγχώθηκε ως μητέρα αυτού του συγκεκριμένου παιδιού (γιατί λέγαμε πόσο γαμάτο κι εύκολο ήταν να μεγαλώνεις αυτό το κοριτσάκι). Ο άντρας της αδερφής μου είναι κοντός και είχε μεγάλο κόμπλεξ μ’αυτό και η αδερφή μου ήξερε ότι η μαμά του δεν τον άφησε ποτέ να το ξεχάσει, ρωτώντας τον κάθε τόσο αν τον κοροϊδεύουν στο σχολείο. Τέλος πάντων, σε πληροφορώ χάρη στα αντανακλαστικά της αδερφής μου που τότε ακόμα λειτουργούσαν, η ανεψιά μου αναφέρεται αρνητικά στο ύψος της μόνο όταν θέλει να περιγράψει πόσο στριμώχνεται στα ΜΜΜ. Δηλαδή, όταν λέει μια αλήθεια. Ότι την πνίγουν γιατί δεν την βλέπουν.
    Ωστόσο θέλω να σου πω να προσέχεις, γιατί η δική μου αδερφή, έπαθε το εξής, ούσα παντρεμένη με κάποιον που διαφωνούσαν σε ουσιώδη: Όταν μεγάλωσαν τα παιδιά και πήγαιναν λύκειο ας πούμε, τα αντανακλαστικά της λειτουργούσαν εις βάρος των παιδιών πια και υπέρ της δικής της αγωνίας, να μην χωρίσει. Και μου είναι δύσκολο να ρωτήσω, γιατί δεν ξέρω αν θέλω να μάθω κιόλας, εκείνη γιατί είχε τέτοιον καημό να είναι μ’ αυτόν τον άνθρωπο που την έκανε να δυστυχεί και να τον αφήσει να την καταπιεί, θέλω να σου ζητήσω με την ευκολία της ανωνυμίας και της απόστασης, να σκεφτείς εσύ, για τι το κάνεις. Τι φοβάσαι ότι δεν μπορείς να κάνεις; Τι νομίζεις ότι του χρωστάς και γιατί νιώθεις ότι δε σου χρωστάει κι εκείνος; Γιατί νιώθεις οποιαδήποτε υποχρέωση σ’έναν άνθρωπο που φοβάσαι ότι θα σε κακοχαρακτηρίσει για την αλήθεια σου, εσένα που σε θεώρησε κατάλληλη για μητέρα του παιδιού του;
    Δεν πρέπει να φοβάσαι μήπως σε αφήσει ο σύντροφος σου, ούτε κι εκείνος πρέπει να φοβάται μήπως τον εγκαταλείψεις. Αλλά αν φτάσεις στο σημείο να φοβηθείς, τότε προσωπικά η μόνη άμυνα σου είναι να σκεφτείς ότι εκείνος φοβάται περισσότερο από σένα. Απλά έχει εκπαιδευτεί καλύτερα στο να το κρύβει.
    πόντια ιντερνάσιοναλ

    #62168

    Δασκαλίτσα
    Συμμετέχων

    Βρήκα κι εγώ μια πολύ καλή απάντηση της Πόντιας, σε άλλο σχόλιο:

    Αχ ευχαριστώ που το είπες για το ήσσονος σημασίας τόσο ωραία, γιατί μόλις αναρωτιόμουν, να το γράψω ή σήμερα είναι μια μέρα που δεν θα άντεχα να απολογούμαι για τη γνώμη μου;

    Γιατί ήθελα να πω ότι θυμήθηκα την αδερφική μου φίλη, που μεγάλωσε στη μαύρη φτώχεια, στο χωριό με τη γιαγιά της, ορφανή από πατέρα, βιώνοντας εγκατάλειψη από τη μάνα της, που την άφησε στην πεθερά της για τους ίδιους λόγους που μανάδες αφήνουν τα παιδιά σε κάποιο φτωχόσπιτο, επειδή εκεί πιστεύουν ότι θα είναι καλύτερα και ενίοτε είναι, αλλά αφήνει μεγάλα τραύματα. Αλλά η φίλη μεγάλωσε και αγωνιζόταν να φτιάξει με ό,τι υλικά είχε, μια καλύτερη ενήλικη ζωή. Και τα πήγαινε άριστα. Χωρίς γκρίνιες, χωρίς ζητιανιές, χωρίς δράματα. Μόνο εγώ ήξερα ότι έκλαιγε με τα Άρλεκιν και τη Βουγιουκλάκη. Με σηκωμένα μανίκια και διάβασμα. Και μόλις γνώρισε αυτόν που ήξερε ότι θέλει να παντρευτεί, έμεινε απροσδόκητα έγκυος, στα 21 της κι ενώ δεν είχε καμία τέτοια σκέψη, ήταν όμως και οι δυο αφελείς και πίστευαν ότι το τραβηγμα αρκεί. Κι ενώ τα παιδιά αγαπιόντουσαν, η πεθερά της δεν μπορούσε να καταπιεί ότι θα είχε νύφη “την ορφανή, φτωχιά συγχωριανή”. Αλλά αναγκαστικά έμειναν μαζί, το γνωστό “πάνω-κάτω”. Και η φίλη μου με την κοιλιά να, σκούπιζε και μαγείρευε για την πεθερά, που σ’εκείνους τους μήνες χειρουργήθηκε δυο φορές, τη μια από επιλογή, την άλλη από επιπλοκή.
    Και γέννησε το γερό της παιδί και λίγο μετά αποφάσισε να τελειώσει με τις σπουδές της. Αλλά ο Άγιος Βασίλης δεν είχε τελειώσει με τα δώρα του και της έστειλε τον στριφνό καθηγητή που περνάει 5 φοιτητές ανά τριετία. Πάει κι αυτό και μένει έγκυος στο δεύτερο, και ήταν τέτοια η χαρά της και μάλλον και η προσμονή της, που μου είπε ότι είναι έγκυος, αλλά να μην το πω πουθενά γιατί είναι πάρα πολύ νωρίς. Και τελικά μαθεύτηκε γιατί ήταν όντως πολύ νωρίς και τελικά δεν κράτησε η εγκυμοσύνη. Είχα τρομάξει τότε από την παγωμένη της αντίδραση, ήταν εντελώς ξένη στάση για τη φίλη που ήξερα αυτό. Και γι’αυτό μήνες μετά, μου περιέγραφε αυτό που σήμερα ξέρουμε ότι είναι σοβαρές κρίσεις πανικού. Αλλά εγώ τότε δεν ήξερα να βοηθήσω, της έλεγα μόνο ότι πρέπει να μιλήσει κάπου, γιατί όσα χρόνια την ξέρω, δεν την έχω ακούσει να μιλάει ποτέ για χαρά, δεν έχει χαρά μέσα της και αυτό πρέπει να ρωτήσει γιατρό γιατί συμβαίνει. Και λίγο καιρό μετά, μιλούσαμε και πάνω στην κουβέντα μου είπε ότι α, καλά, εμείς σεξ έχουμε να κάνουμε από τότε που έμεινα έγκυος και γελάσαμε. Και τη ρώτησα αυθόρμητα, με την οικειότητα και το θάρρος της αδερφικής μας φιλίας, α, οπότε δε σκέφτεσαι δεύτερη προσπάθεια ακόμα; Όχι, λέει, πώς δε θέλω! Ε τότε άει π@δήξου της είπα πολύ αυθόρμητα και βάλαμε τα γέλια, γιατί όντως της ήταν σαν αποκάλυψη η υπενθύμιση ότι κάνοντας σεξ, μπορεί να κάνεις παιδί. Κανά δίμηνο μετά, μου είπε ότι θα γίνω νονά.
    Έχει δυο κατάγερα και καλόψυχα παιδιά. Η πρώτη είναι παιδί του 25, όχι του 20, άριστη γενικώς, ένα παιδί τόσο συγκροτημένο και υπέροχο που ωστόσο δεν είχε την προσοχή της μαμάς της, γιατί η μαμά της έκανε χρόνια να ξεπεράσει το σοκ της απρογραμμάτιστης σύλληψης και το παιδί μεγάλωσε κυρίως με τη φροντίδα του μπαμπά της. Στην εφηβεία ταλαιπωρήθηκαν και οι δυο. Η δεύτερη είναι το αυτοκόλλητο της και τους λατρεύει όλους και το λατρεύουν όλοι. Και οι αδερφές μεταξύ τους είναι φυσιολογικά αγαπημένες, με νορμάλ κόντρες.

    Έκανα εικόνα αυτή τη φίλη μου να διαβάζει την ερώτηση και αν το έκανα γελοιογραφία θα ήταν μια κοπέλα σ’ένα χωριό, που απλώνει ένα τεράστιο χέρι και αρπάζει ένα αεροπλάνο από τον ουρανό, το βάζει κάτω στο δρόμο και, φεύγοντας για να πάει στο επόμενο παιδάκι που του κάνει ιδιαίτερα μαθηματικά, λέει “όχι και να κάτσω να σκάσω μήπως πάθει κάτι το παιδί μου από τις βλακείες, ας κλάψει, δε θα πάθει τίποτα, να μάθει να μην πιστεύει ό,τι βλακεία ακούει.”
    Η ίδια, στη δεύτερη κόρη, έκανε όλα όσα δεν έκανε στην πρώτη. Και Άγιος Βασίλης και χάδια και όλα τα χαριτωμένα που συνήθως οι γονείς κάνουν στο παιδί που λαχτάρησαν και απέκτησαν ζόρικα. Αλλά η γείωση, γείωση, γιατί το μόνο που είχε άγχος, ήταν μη και γίνουν τα παιδιά της “κοιμισμένα”, όπως λέει, και τα εξαπατήσει κανείς, όταν εκείνη δε θα βλέπει.

    Αυτά ήρθαν στο μυαλό μου όταν σκέφτηκα ότι η γράφουσα, δείχνει να τρώει την ψυχή της με κάτι το οποίο, δεν ήταν ποτέ ο λόγος που ένας άνθρωπος τραυματίστηκε στην παιδική του ηλικία και κόπιασε να το ξεπεράσει. Περισσότερο διαβάζω τη δική της αγωνία να μάθει πώς θα καθησυχάζει το παιδί της, όταν θα της φέρνει μέσα στο σπίτι τον έξω κόσμο και σκέφτομαι μήπως η ίδια, κάπως τον φοβάται.

    #62169

    Δασκαλίτσα
    Συμμετέχων

    Ασχημη η μοναξιά , όταν θέλεις να σε καταλάβει κάποιος και δεν τον έχεις.

    Αυτή *είναι* η μοναξιά. Να μην υπάρχει κάποιος να σε καταλάβει. Να μην υπάρχει κάποιος να σε καταλάβει, χωρίς να μιλήσεις. Να σε διευκολύνει λέγοντας όσα δεν έχεις κουράγιο να ξεστομίσεις. Να σε φροντίσει. Να μη σου πει τι *πρέπει* να κάνεις ή είναι καλό *για σένα* να κάνεις, ούτε να σου πει μπράβο που φροντίζεις τη μαμά σου. Να μη σου πει τίποτα που θα σε φέρει σε θέση να υπερασπιστείς είτε εσένα, είτε τη μαμά σου, είτε αυτό που κάνεις.
    Είναι πολύ δύσκολο να βρεις κάποιον να σε καταλάβει, γιατί για να συμβεί αυτό, θα πρέπει να ταυτιστεί μαζί σου, να έρθει εκεί που είσαι, να βιώσει αυτά που βιώνεις και να κάνει τις ίδιες σκέψεις μ’εσένα. Και όλα αυτά, είναι πολύ δυσάρεστα για κάποιον που δεν έχει μαμά με άνοια και είναι απολύτως ανθρώπινο να τον προστατεύει το μυαλό του και να μην μπαίνει στη θέση σου.
    Ούτε η φίλη μου που βούρκωνε όταν έβλεπε τη μαμά μου με βοηθούσε, ούτε εκείνη που δεν καταλάβαινε γιατί έλεγα “δεν ξέρω αν θα μπορώ να βγω την Παρασκευή”. Μόνο ο μπαμπάς μου με καταλάβαινε και με βοηθούσε, όμως δεν μπορούσα να κλάψω στον ώμο του γιατί κι εγώ (νόμιζα ότι) βοηθούσα εκείνον.

    Δεν είσαι όμως όσο μόνη αισθάνεσαι, υπάρχουν πάρα πάρα πολλοί, δυστυχώς, που ξέρουν ακριβώς τι νιώθεις και μπορείς να τους βρεις. Λέγονται φροντιστές. Δεν έχει σημασία ποιον φροντίζουν και από τι πάσχει. Μπορεί να είναι απλά γονείς που το παιδί τους χρειάζεται ειδική φροντίδα ή περισσότερη προσοχή.

    Μια συγγενής μας που ο γιος της διαγνώστηκε με Άσπεργκερ, δεν μπορούσε να επικοινωνήσει με το παιδί της και αυτό δυσκόλευε και τους δυο. Όταν μιλούσαμε, ένιωθε ότι κάποιος την καταλαβαίνει και επικοινωνούσε συχνά μαζί μου, για να νιώθει λιγότερο μόνη.
    Ένας 60χρονος συγχωριανός που ζει με την κατάκοιτη μητέρα του, όταν του είπα “κι αν χάνεις καμιά φορά την υπομονή σου, δεν πειράζει”, βούρκωσε και μου είπε ότι πρώτη φορά ένιωσε να τον καταλαβαίνει κάποιος.
    Ο άντρας μου πήρε μια ιδέα, όταν είδαμε μαζί το ντοκυμαντέρ Mother. Ως τότε δεν καταλάβαινε. Μ’αγαπάει, αλλά δεν καταλάβαινε, και επειδή τον αγαπώ, δεν απαιτούσα και να καταλάβει. Στο ντοκυμαντέρ θα πήγαινα μόνη μου και όταν είπε ότι θέλει να έρθει, τον προειδοποίησα ότι θα είναι πολύ στενάχωρο. Τον είχα δίπλα μου, μου κράτησε το χέρι σε πολλές στιγμές. Ένιωσα να με αγκαλιάζουν όταν μπήκα στη αίθουσα και είχε κόσμο, ήξερα ότι κάποιοι από όλους, έχουν νιώσει όπως εγώ, έχουν βρεθεί στη θέση μου για να θέλουν να δουν το ντοκυμαντέρ, όπως κι εγώ. Ήταν παρήγορα όλα αυτά όμως ο πόνος, το παράπονο ότι αυτό συνέβη στη δική μου μαμά, στη δική μου ζωή, θα είναι πάντα εκεί. Και από τότε που σταμάτησα να το πολεμάω, ησύχασα. Αγκάλιασα εγώ τον πόνο μου γιατί μόνο εγώ μπορώ να τον γνωρίζω τόσο καλά. Και ξέρω σε ποιους να τον δείξω, χωρίς να αγχώνομαι μήπως αναστατωθούν ή μήπως με αναστατώσουν.

Επισκόπηση 9 δημοσιεύσεων - 1 έως 9 (από 9 συνολικά)

Πρέπει να είστε συνδεδεμένοι για να απαντήσετε σ' αυτό το θέμα.