Ο δημοσιογράφος Κριστόφ Μπολτανσκί γράφει το συναρπαστικό μυθιστόρημα «Στα ίχνη της», προσπαθώντας να ανακαλύψει ποια πραγματικά ήταν η μητέρα του και να διαχειριστεί την απώλειά της
«Έξι μήνες μετά τον θάνατο της μητέρας μας, η αδελφή μου η Αριάν κι εγώ σβήναμε τα ίχνη της.» Καθώς η ημέρα πώλησης του παρισινού διαμερίσματος της εκλιπούσας πλησιάζει, τα δύο αδέλφια το αδειάζουν με τη βιασύνη κάποιου που διαπράττει έγκλημα.
Όλα τα υπάρχοντα της νεκρής καταλήγουν σε μεγάλες σακούλες απορριμμάτων, ακόμα και τα τετράδια με τις προσωπικές της σημειώσεις, ακόμα και οι ευλαβικά ταξινομημένες ερωτικές της επιστολές. Όλα στα σκουπίδια, χωρίς ποτέ να αποκαλύψουν τα μυστικά τους.
Ένα μπλε ντοσιέ με την ετικέτα «Φάκελος Αστυνομικά» θα τραβήξει την προσοχή του Κριστόφ Μπολτανσκί. Μαζί με καμιά δεκαριά τετράδια θα το ρίξει στον σάκο του και θα συνεχίσει μηχανικά τη δουλειά του, να μετατρέψει το διαμέρισμα σε «λευκή σελίδα».
Αν και το συναρπαστικό «Στα ίχνη της», που κυκλοφορεί από τις Εκδόσεις Πόλις, έχει στοιχεία αστυνομικού μυθιστορήματος, είναι ταυτόχρονα ένα βαθιά πολιτικό βιβλίο που κατορθώνει, επιπλέον, να μιλήσει ουσιαστικά για τη μοναξιά και την απώλεια.
«Όταν τα πήρα, είχα την εντύπωση ότι διέπραττα κλοπή, ότι λεηλατούσα έναν τάφο ή ότι χάκαρα έναν σκληρό δίσκο. Σφετεριζόμουν το παρελθόν μιας γυναίκας που δεν είχε ανοιχτεί ποτέ σε κανέναν, ούτε καν στα παιδιά της. Παραβίαζα την ιδιωτική της ζωή. […] Με τρομοκρατούσε η ιδέα ότι θα εισχωρούσα στο κεφάλι της, θα μάθαινα τις επιθυμίες της, θα μοιραζόμουν τις φαντασιώσεις της, τους εφιάλτες της, θα παρατηρούσα τις πληγές της, θα τις άγγιζα.»
Για τον συγγραφέα, γιο και αφηγητή, η μητέρα του παραμένει μια άγνωστη. Τα τελευταία χρόνια της ζωής της αποφεύγει να την συναντά, καθώς εκείνη ζει κλεισμένη ερμητικά στο διαμέρισμά της, έχοντας κατασκηνώσει σε ένα μικρό στρώμα στη μέση του καθιστικού, περιτριγυρισμένη από τα βιβλία της, με μόνη συντροφιά τον σκύλο της που αφοδεύει σε όλο το υπόλοιπο σπίτι. Παρών δε θα είναι ούτε στην κηδεία της, καθώς λείπει σε δημοσιογραφική αποστολή.

Ανοίγοντας το μπλε ντοσιέ, ο Κριστόφ Μπολτανσκί θα βρει σημειώσεις και σκόρπια σχεδιάσματα, θα ανακαλύψει πως η μητέρα του ονειρευόταν να γίνει συγγραφέας αστυνομικών μυθιστορημάτων. Τα τετράδια είναι σχεδόν ακατάληπτα, μοιάζουν κωδικοποιημένα. Προσπαθεί να την καταλάβει, προσπαθεί να τη γνωρίσει μέσα από αυτά τα σπαράγματα, που είναι ό,τι έχει απομείνει από μια γυναίκα που μοιάζει να μην τη γνώρισε αληθινά κανείς.
«Η μητέρα μου ήταν αυτό που δεν ήξερα γι’ αυτήν και που θα αναζητούσα αδιάκοπα όλη μου τη ζωή. Οχυρωνόταν, ύψωνε προστατευτικά τείχη και έστηνε ενέδρα σε έναν αόρατο εχθρό. Για να μπορέσω να την καταλάβω, έπρεπε να τη μετατρέψω σε αστυνομικό μυθιστόρημα, να τη συμπυκνώσω σε πληροφορίες καταγραμμένες στο σημειωματάριό μου, μια γνωστή μέθοδο που ακολουθούσα εδώ και δεκαετίες, και να την κρατήσω έτσι σε απόσταση, καθώς αυτή η ιστορία με τρόμαζε. Από αυτή την οπτική γωνία, τα παραμικρά ψήγματα που συγκέντρωνα αποκτούσαν ένα βάθος κι ένα μέγεθος απρόβλεπτο.»
Αν και το συναρπαστικό «Στα ίχνη της», που κυκλοφορεί από τις Εκδόσεις Πόλις, έχει στοιχεία αστυνομικού μυθιστορήματος, είναι ταυτόχρονα ένα βαθιά πολιτικό βιβλίο που κατορθώνει, επιπλέον, να μιλήσει ουσιαστικά για τη μοναξιά και την απώλεια.

Ο συγγραφέας εναλλάσσει κεφάλαια που ακολουθούν την ηρωίδα του στα νεανικά της χρόνια και έχουν τη μορφή νουάρ, με κεφάλαια τοποθετημένα στο σήμερα, τα οποία περιγράφουν τις προσπάθειές του να προσεγγίσει, έστω και μετά θάνατον, την περίκλειστη μητέρα του.
Ο αναγνώστης παρακολουθεί τη νεαρή φοιτήτρια στο Ινστιτούτο Πολιτικών Σπουδών του Παρισιού που κουβαλά στους ώμους της τις προσδοκίες των γονιών της για μια σπουδαία καριέρα και περαιτέρω κοινωνική άνοδο. Μια ερωτική απογοήτευση θα την κάνει να εγκαταλείψει σπουδές και φιλοδοξίες. Θα συγκρουστεί με τη χειριστική μητέρα της και θα μετακομίσει στο πρώτο αποκλειστικά δικό της διαμέρισμα.
Στη Σορβόννη, πλέον, στρέφει το ενδιαφέρον της στη λογοτεχνία και θα ασχοληθεί -τι έκπληξη- με το αστυνομικό μυθιστόρημα και τη μορφή που παίρνει μετά τον Μάη του ’68, όταν φαίνεται να αναλαμβάνει το ρόλο του υπερασπιστή κάθε λογής περιθωριακών. Η Σορβόννη, όμως, πρόκειται να παίξει σημαντικότατο ρόλο στη διαμόρφωση όχι μόνο του χαρακτήρα αλλά και της ζωής της μητέρας του συγγραφέα.

Εκεί θα έρθει σε επαφή με τις οργανώσεις της Άκρας Αριστεράς και θα περάσει στην παρανομία, βοηθώντας τους αλγερινούς επαναστάτες στον Πόλεμο της Αλγερίας. Η «Σοφί», ξεκινώντας από σχετικά περιφερειακές δράσεις, όπως η διακίνηση προκηρύξεων, θα φτάσει να φιλοξενήσει στο διαμέρισμά της έναν καταζητούμενο από τις μυστικές υπηρεσίες Αλγερινό.
Ο Μπολτανσκί προσπαθεί με κάθε τρόπο να αντλήσει πληροφορίες για τη «Σοφί» -αξίζει να σημειωθεί ότι το μόνο όνομα με το οποίο την αποκαλεί είναι το συνωμοτικό της ψευδώνυμο. Αναζητά παλιούς της συντρόφους, όλοι, ωστόσο, αποφεύγουν να αναφέρονται στην εποχή. Αισθάνονται ακόμα φόβο, ποτέ δεν εξαργύρωσαν τη δράση τους, ούτε αυτή έγινε αποδεκτή.
Το επίσημο γαλλικό κράτος εξακολουθεί να σιωπά για τον Πόλεμο της Αλγερίας, δε μιλά για τις σφαγές αθώων, για τις ακρότητες. «Ω, λα, λα! Όταν πρόκειται για τον πόλεμο της Αλγερίας, όλος ο κόσμος κρύβεται κάτω από το τραπέζι», θα πει στον συγγραφέα ένας από τους θεματοφύλακες των σκονισμένων μυστικών της Δημοκρατίας.
Η «Σοφί» δε θα σταματήσει να αγωνίζεται για το δίκαιο, θα παραμείνει ακτιβίστρια. Μέχρι τη μέρα που θα αποφασίσει να κλειστεί στο σπίτι της, συντροφιά με τα Γκωλουάζ και τον σκύλο της. Τι την ώθησε σε αυτήν της την απόφαση; Τι μυστικά κρύβει το παρελθόν της; Αναζητώντας απαντήσεις, προσπαθώντας να διαχειριστεί την οριστική της απουσία, ο Κριστόφ Μπολτανσκί κάνει τη μητέρα του ηρωίδα μυθιστορήματος. Και ξορκίζει το θάνατό της.
Ακολουθήστε την Α,ΜΠΑ; στο Google News